Τρίτη 1 Απριλίου 2025

Ἄναμμα τῶν καντηλιῶν μπροστὰ στὰ εἰκονίσματα τοῦ ναοῦ καὶ τῶν σπιτιῶν.

 

Ὁ ἐπίσκοπος Ἀχρίδος, Νικόλαος Βελιμίροβιτς, ἀναφέρει ἑπτὰ λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους ἀνάβουμε τὸ καντήλι:

Πρῶτον: Γιὰ νὰ μᾶς θυμίζη ὅτι ἡ πίστις μας εἶναι φῶς. Ὁ Χριστὸς εἶπε «ἐγὼ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. 8,12). Τὸ φῶς τῆς κανδήλας, λοιπόν, μᾶς θυμίζει τὸ φῶς, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Χριστὸς καταυγάζει τὶς ψυχές μας.

Δεύτερον: Γιὰ νὰ μᾶς θυμίζη ὅτι ἡ ζωή μας πρέπει νὰ εἶναι φωτεινή, ὅπως τῶν Ἁγίων, τοὺς ὁποίους ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει «τέκνα φωτὸς» (Ἔφ. 5,8).

Τρίτον: Γιὰ νὰ ἐλέγχωνται ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ τὰ σκοτεινά μας ἔργα, οἱ κακὲς μᾶς ἐνθυμήσεις καὶ ἐπιθυμίες καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα στὸν δρόμο τοῦ φωτὸς τοῦ Εὐαγγελίου, ὥστε νὰ πραγματοποιῆται ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: «οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσιν τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Μάτθ. 5,16).

Τέταρτον: Γιὰ νὰ μᾶς θυμίζη τὸ ἀέναον τῆς προσευχῆς. Κάθε φορὰ ποῦ εἶναι ἀναμμένο τὸ καντῆλι, μᾶς θυμίζει ὅτι πρέπει νὰ γίνεται προσευχή.

Πέμπτον: Γιὰ νὰ εἶναι φόβητρο στὶς δυνάμεις τοῦ σκότους, ποῦ μᾶς ἐπιτίθενται μὲ ἰδιαίτερη πονηρία πρὶν καὶ κατὰ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς καὶ θέλουν νὰ ἀπομακρύνουν τὴ σκέψι μας ἀπὸ τὸν Θεό. Οἱ δαίμονες ἀγαποῦν τὸ σκοτάδι καὶ τρέμουν τὸ φῶς, τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, ποῦ φωτίζει ἐκείνους ποῦ ἀγαποῦν τὸν Χριστό.

Ἕκτόν: Γιὰ νὰ μᾶς παρακινῆ σὲ αὐτοθυσία. Ὅπὼς δηλαδὴ μὲ τὸ λάδι καίγεται στὸ καντῆλι τὸ φυτίλι, ἔτσι καὶ τὸ δικό μας θέλημα νὰ καίγεται μὲ τὴ φλόγα τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ νὰ ὑποτάσσεται πάντοτε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ἕβδομον: Γιὰ νὰ μάθουμε ὅτι, ὅπως δὲν ἀνάβει τὸ καντῆλι χωρὶς τὰ δικά μας χέρια, ἔτσι καὶ τὸ ἐσωτερικὸ καντῆλι τῆς καρδιᾶς δὲν ἀνάβει χωρὶς τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Οἱ κόποι τῶν ἀρετῶν μας εἶναι ἀπαραίτητη καύσιμη ὕλη, δηλαδὴ τὸ φυτίλι καὶ τὸ λάδι, ποῦ γιὰ νὰ ἀνάψουν καὶ νὰ φωτίσουν χρειάζονται τὸ πῦρ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τὸ ἄναμμα τοῦ καντηλιοῦ μὲ ἑλαιόλαδο εἶναι μιὰ μικρὴ δική μας θυσία, σημεῖο καὶ δεῖγμα τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ ἀγάπης ποῦ ὀφείλουμε στὸν Θεὸ γιὰ τὴ μεγάλη Θυσία ποῦ ἔκανε γιὰ μᾶς. Μὲ αὐτὴν καὶ μὲ τὴν προσευχή μας Τὸν εὐχαριστοῦμε γιὰ τὴν ζωή, γιὰ τὴν ὑγεία, γιὰ τὴ σωτηρία καὶ γιὰ ὅλα ὅσα μᾶς χαρίζει ἡ θεϊκὴ καὶ ἄπειρη ἀγάπη Του.

Γιατί χρησιμοποιοῦμε μόνο ἐλαιόλαδο; Γιὰ νὰ θυμώμαστε τὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ στὸν κῆπο τῶν Ἑλαιῶν. Ἡ προσευχὴ τοῦ Κυρίου ἔγινε στὸν κῆπο της Γεθσημανή, ποῦ ἦταν ἐλαιῶνας.

 

Ἕνα γεγονὸς ποῦ ἔχει ἄμεση σχέσι μὲ τὸ κανδήλι, εἶναι τὸ ἀκόλουθο:

Ἦταν παραμονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, 24η Μαρτίου τοῦ 1942, καὶ ἤμεθα στὴ Δράμα, στὴν ἰδιαιτέρα μου πατρίδα. Ἡ ξένη κατοχὴ ἦταν Βουλγάρικη. Οἱ στερήσεις, οἱ ἀρρώστιες καὶ ἡ πεῖνα εἶχαν πάρει τρομακτικὲς διαστάσεις καὶ ὁ θάνατος θέριζε κάθε μέρα μικροὺς καὶ μεγάλους καὶ ἰδιαιτέρως τὰ παιδιά.

Μεταξὺ τῶν συγγενῶν μου εἶχα καὶ μιὰ μακρυνὴ θεία, χήρα μὲ πέντε παιδιά. Τὸν ἄνδρα της τὸν εἶχαν σκοτώσει οἱ κατακτητὲς πρὶν ἀπὸ ἕξι μῆνες στὶς σφαγὲς τῆς 29ης Σεπτεμβρίου τοῦ 1941. Ἀπὸ τρόφιμα τῆς εἶχαν ἀπομείνει ἕνα δάκτυλο ἐλαιόλαδο καὶ μιὰ “χούφτα” καλαμποκάλευρο. Ἐκεῖνο λοιπὸν τὸ ἀπόγευμα, σκέφθηκε ὅτι αὔριο, τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, εἶχε ἔστω καὶ κάτι λίγο γιὰ τροφὴ στὰ παιδιά: ἑκατὸ δράμια ἀλευράκι κι ἕνα δάκτυλο λαδάκι.

Ξαφνικὰ τὰ μάτια της ἔπεσαν πάνω στὸ σβησμένο κανδήλι ποῦ ἦταν κρεμασμένο μπροστὰ στὸ εἰκονοστάσι. Καὶ τότε μπῆκε στὸ δίλημμα: Τὸ λαδάκι στὰ νηστικὰ παιδιὰ τῆς ἢ στὸ εἰκονοστάσι μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ; Ἀποφασιστικὰ ὅμως ἔκαμε τὸν σταυρὸ τῆς καὶ εἶπε στὴν Παναγία:

«Παναγία μου! Ἐγὼ θὰ Σοῦ ἀνάψω τὸ καντήλι, γιατί ἢ μέρα ποῦ ξημερώνει εἶναι πολὺ μεγάλη γιὰ τὴν πίστι μας, ἀλλὰ καὶ Σὺ ὅμως ἀνάλαβε νὰ μοῦ θρέψης τὰ παιδιά».

Πῆρε τὸ λιγοστὸ λαδάκι καὶ μ’ αὐτὸ ἄναψε τὸ καντήλι τῆς Παναγιᾶς. Τὸ ἱλαρό του φῶς φώτισε τὸ φτωχικὸ σπίτι καὶ ἡ καρδιά της γέμισε ἀπὸ γαλήνη. Αὐτὸ τοὺς συνόδευσε στὴ βραδινή τους προσευχὴ καὶ στὸν ὕπνο τους ὅλο ἐκεῖνο τὸ ἀξέχαστο βράδυ.

Τὴν ἄλλη μέρα, μετὰ τὴ Θεία Λειτουργία, ἡ θεία μου ἄνοιξε τὸ ντουλάπι γιὰ νὰ πάρη τὸ λιγοστὸ ἀλεύρι, καὶ ἔμεινε ἄφωνη. Τί βλέπει; Τὸ “λαδερὸ” γεμᾶτο λάδι μέχρι πάνω, καὶ δυὸ σακοῦλες γεμᾶτες ἀλεύρι καὶ μακαρόνια!… Σταυροκοπήθηκε ἢ γυναῖκα πολλὲς φορές, δοξάζοντας καὶ εὐχαριστῶντας τὸν Θεὸ καὶ τὴν Παναγία γιὰ τὸ μεγάλο θαῦμα, ἀλλὰ δὲν εἶπε σὲ κανένα τίποτα.

Γιὰ δυὸ χρόνια οὔτε τὸ λάδι ἄδειαζε ἀπὸ τὸ μπουκάλι, οὔτε καὶ τὸ ἀλεύρι “σώθηκε” ποτέ, παρὰ τὴν καθημερινή τους χρῆσι γιὰ ἕξι στόματα, γιὰ ἀνταλλαγὴ μὲ ἄλλα τρόφιμα καὶ γιὰ κρυφὴ ἐλεημοσύνη.

Ἀλλὰ καὶ τὸ κανδῆλι παρέμεινε ἀπὸ τότε μέρα-νύχτα ἀναμμένο, μαρτυρῶντας μὲ τὸ ἄσβεστο φῶς του τὴ ζωντανὴ πίστι αὐτῆς τῆς εὐλογημένης γυναίκας.

Αὐτὴ ἡ ἀληθινὴ ἱστορία εἶναι ἕνα δυνατὸ ράπισμα σὲ ὅλους ἐμᾶς τοὺς νεοέλληνες Ὀρθοδόξους χριστιανούς, ποῦ ὄχι μόνο τὸ κανδῆλι στὰ σπίτια μας εἶναι σβηστό, ἀλλὰ οὔτε καὶ εἰκονοστάσι ὑπάρχει.

Πηγή: «Ἐμπειρίες Κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία», Πρωτοπρεσβύτερου Στέφανου Κ. Ἀναγνωστόπουλου, Πειραιᾶς 2021, σέλ.54-55

orthodoxia.gr 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου