Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Μακρυγιάννης: «Θέλεις ὠρὲ νὰ σὲ σώσω καὶ νὰ μὴν ξανακλέψεις ποτέ;»

 

π. Εὐάγγελος Παπανικολάου:

Γιὰ νὰ τὸν τιμήσουνε τὸν Μακρυγιάννη τὸν κάναν ἀρχηγὸ τῆς Ἀστυνομίας τῆς Ἀθήνας. Αὐτὸς ἦταν ὑπεύθυνος γιὰ τὶς κλοπὲς κτλ. Μιὰ ἡμέρα, σ’ ἕνα παζάρι ἕνα Σάββατο τὸν καλοῦνε, καὶ τοῦ λέει, ἔλα πιάσαμε ἕναν κλέφτη.

Τοῦ λέει τοῦ κλέφτη:

–Ρὲ ἔκλεψες;

–Ὄχι, λέει αὐτός.

–Ρὲ πὲς τὸ μὲ τὸ καλὸ γιὰ νὰ μὴ σὲ δείρω καὶ τὸ πεῖς μὲ τὸ ζόρι.

–Ὄχι, λέει, δὲν ἔκλεψα.

–Ρὲ πὲς τὸ μὲ τὸ καλό, θὰ σὲ δείρω καὶ θὰ σὲ γυρίσω ἀνάποδα καὶ θὰ φανεῖ ἡ φουστανέλα. Πὲς ποὺ τά ‘χεις τὰ λεφτά.

–Ἄκουσε, λέει, θὰ στὸ πῶ. Ναί. Ἔκλεψα.

–Ποῦ τά ‘χεις τὰ λεφτά;

–Νά, λέει.

Τὰ ἔβγαλε καὶ τοῦ τ’ ἄφησε.

–Ἐντάξει, τοῦ λέει. Θέλεις ὠρὲ νὰ σὲ σώσω καὶ νὰ μὴν ξανακλέψεις ποτέ;

–Θέλω, τοῦ λέει.

–ΕΛΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ.

Δὲν τὸν πῆγε στὴν φυλακή, τὸν πῆρε στὸ σπίτι του.

Πόσα παιδιὰ εἶχε; Δώδεκα.

–Βάλε γυναῖκα νὰ φᾶμε.

Καὶ ἦταν ἕνα τραπέζι μεγάλο καὶ καθόταν αὐτὸς στὴν ἀρχή, ἡ γυναῖκα ἀπέναντι, εἶχε ἕξι παιδιὰ ἀπό ‘δῶ, ἕξι ἀπό ‘κεῖ.

Τοῦ λέει τοῦ ἑνός, σήκω ἀπὸ ἐκεῖ, τὸν βάζει αὐτὸν στὰ δεξιά του. Ὅ,τι εἴχανε ἔφαγε. Βάζει ἕνα παιδὶ ὁ Μακρυγιάννης ὄρθιο καὶ τοῦ λέει, ὅση ὥρα τρῶμε θὰ λές, ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.

Δηλαδή, ὅση ὥρα ἔτρωγε ἡ οἰκογένειά του εἶχε ἕνα παιδάκι του ὄρθιο, ἐναλλὰξ κάθε φορά, καὶ ἔλεγε τὸ ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.

Δὲν μιλάγανε. Τὸ καταλαβαίνετε; Λέγανε αὐτὴν τὴν εὐχὴ τοῦ Δαυὶδ τοῦ βασιλέως, ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.

Λέει αὐτός, καλὰ θὰ περάσουμε.

–Χμχμ, τοῦ λέει, τὴν συγχώρεση τὴν πῆρες ἀλλὰ τὸν Κανόνα θὰ τὸν κάνεις.

Κάθε Σαββάτο θὰ σὲ πηγαίνω στὸ παζάρι, γιὰ τρία Σάββατα.

Θὰ σοῦ κρεμάσω μιὰ ταμπέλα ἐδῶ ποὺ θὰ λέει, «εἶμαι κλέφτης συγχωρέστε μὲ ἀδελφοὶ» καὶ θὰ σὲ περνάω ἀπὸ τὸ παζάρι νὰ σὲ βλέπει ὁ κόσμος νὰ σὲ δείρει καὶ νὰ σὲ φτύνει.

Τὸ Σαββάτο τὸ βράδυ σπίτι μου θὰ πλένεσαι, μιὰ βδομάδα θὰ τρῶς καὶ θὰ πίνεις μαζί μου, καὶ τὸ ἄλλο Σαββάτο ξανὰ καὶ τὸ ἄλλο Σαββάτο ξανά.

Δηλαδὴ προσέξτε. Βρῆκε καὶ τὸν φιλανθρωπικὸ τρόπο, καὶ νὰ ἀποκαταστήσει τὸ δίκιο -ἔδωσε τὰ λεφτὰ τὸ ἄλλο Σαββάτο σὲ αὐτὸν ποὺ τοῦ τὰ εἶχε κλέψει-, ἀλλὰ τὸν πῆρε στὸ σπίτι του. Δὲν φοβήθηκε.

Τὸν πῆρε στὸ σπίτι του τὸν κλέφτη γιὰ νὰ τοῦ πεῖ, κοίταξε ἀδελφέ μου εἶσαι σὰν κι ἐμένα, τὸν Κανόνα ὅμως θὰ τὸν κάνεις.

Εἶσαι σὰν κι ἐμένα, σ’ ἀγαπάω ρέ, σὰν κι ἐμένα σ’ ἔχω μάτια μου, ἀλλὰ τὸν Κανόνα τῆς κλεψιᾶς πρέπει νὰ τὸν κάνεις.

Περάσανε 20 χρόνια. Γέρος ὁ Μακρυγιάννης, τὸν στείλανε νὰ κάνει μία ἐπίσκεψη στὸ Ναύπλιο.

Καὶ πάει ἕνας κύριος πενηντάρης καὶ τοῦ λέει:

–Θέλετε νὰ ἔλθετε σπίτι μου νὰ σᾶς περιποιηθῶ;

–Θά ‘ρθω, τοῦ λέει.

Πάει στὸ σπίτι τοῦ ἀνθρώπου καὶ βλέπει ἕνα τραπέζι μὲ ἑφτὰ παιδιά.

Καὶ εἶχε στὴ γωνία ἕνα κι ἔλεγε:

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.

-Τοῦ λέει, ρὲ ποιός εἶσαι ἐσύ;

–ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ O ΚΛΕΦΤΗΣ ΠΟΥ ΜΕ ΕΣΩΣΕΣ.

Ἐγὼ εἶμαι ὁ κλέφτης ποὺ μὲ πῆρες καὶ μὲ δίδαξες.

Μὲ πῆρες στὸ σπίτι σου καὶ ἔμαθα πὼς τρῶνε καὶ προσεύχονται.

Καὶ μὲ ἔκανες νὰ μάθω ὅτι πρέπει νὰ ἔχω τὴν τίμια δουλειὰ μὲ τὰ χεράκια μου.

Καὶ ἦλθα ἐδῶ σὲ αὐτὴν τὴν πόλη καὶ εἶδα ἀπὸ σένα πὼς ἔκανες καὶ πῆρα ἀπὸ ἐσένα αὐτὴν τὴν ὁδηγία καὶ πῆρα κι ἐγὼ ἕνα μικρὸ περιβολάκι καὶ ζῶ τὴν οἰκογένειά μου.

Καὶ ἔχω ἑφτὰ παιδάκια καὶ ἐπειδὴ εἶδα πὼς ἔβαζες ἕνα παιδί σου νὰ προσεύχεται, βάζω κι ἐγὼ τὸ παιδί μου καὶ προσεύχεται καὶ λέει, ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ ΤΟΝ ΑΜΑΡΤΩΛΟ…

Συντάκτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου