Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος: «Στὸν οὐρανὸ παρθενία δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ νομίζετε στὴ γῆ»

Θὰ σᾶς ἀναφέρω ἕνα γεγονός, διότι οἱ πλεῖστοι δὲν εἶστε καλόγηροι, εἶστε ἔγγαμοι. Καὶ πολλὲς φορές, πρέπει νὰ ἔχομε ἔγνοια οἱ ὁμιλητὲς νὰ μὴ μιλοῦμε καλογερικὰ σὲ ἐγγάμους, ἂν καὶ δὲν ὑπάρχουν δύο Εὐαγγέλια. Ἕνα Εὐαγγέλιο ὑπάρχει καὶ γιὰ ἔγγαμους καὶ γιὰ ἄγαμους καὶ γιὰ μοναχούς. Εἶχα λοιπὸν μιὰ γιαγιὰ ἁγία. Λεγόταν Μυροφόρα. Ἐκοιμήθη ἡ γιαγιά. Ἡ ἀδελφὴ τῆς γιαγιᾶς μου, λέγεται Μάρθα. Καὶ ζεῖ ἀκόμα. Εἶναι ἑκατὸν τριῶν ἐτῶν. (Ἡ γερόντισσα Μάρθα ἐκοιμήθη ἀργότερα, τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 2019, σὲ ἡλικία 104 ἐτῶν). Ἡ γιαγιά μου ἐκοιμήθη ἐνενήντα ἑπτὰ ἐτῶν. Καὶ ὅταν ἐκοιμήθη ἡ γιαγιά μου, ἡ Μάρθα, ἡ ὁποία ἔχει μία πολὺ καλὴ πνευματική κατάσταση, ξέρει καὶ προσεύχεται, ἄρχισε νὰ παρακαλεῖ τὴ γιαγιὰ τὴ Μυροφόρα· «Μυροφόρα μου, ἐκεῖ ποὺ σὲ ἔβαλε ὁ Χριστὸς ἐσένα, παρακάλεσε νὰ μὲ βάλει στὸν ἴδιο τόπο κι ἐμένα. Νοιώθω ὅτι εἶσαι σὲ τόπο ποὺ δοξάζεσαι». Ἡ Μάρθα ἦταν τότε ὀγδόντα ἐτῶν, καὶ ὑποψιάστηκε ὅτι μετὰ τὰ ὀγδόντα ἀρχίζει τὸ τέλος.

Τὸ παρακάλεσε μιά, τὸ παρακάλεσε δυό, τὸ παρακάλεσε τρεῖς, καὶ μία τῶν ἡμερῶν, ἐνῶ ἦταν στὴν κουζίνα καὶ καθάριζε φασολάκι, τῆς ἐμφανίζεται μέρα μεσημέρι ἡ Μυροφόρα μέσα σὲ φῶς καὶ φοροῦσε κάτι ροῦχα σιέλ, ἀσημένια.

Σημειὥστε πὼς ἡ γιαγιά μου αὐτὴ μιὰ ζωὴ ἦταν σὰν τὶς ἀδελφές ἐδῶ, σὰν τὴ Γερόντισσα. Μαυροντυμένη ταπεινά, μὲ δύο μαντήλια στο κεφάλι, ἐπειδὴ ήταν χήρα ἀπὸ τὰ τριανταπέντε της χρόνια. Ξαφνιάστηκε ἡ Μάρθα καὶ τῆς λέει· «Μυροφόρα, μὰ πῶς εἶσαι ἔτσι ντυμένη»; «Αὐτὰ εἶναι τὰ ροῦχα μας ἐδῶ ποὺ εἴμαστε», τῆς ἀπαντᾶ. Καὶ ρώτησε ἡ Μάρθα· «Ἀδελφή μου, παρακάλεσες γιὰ μένα, ὅπως σοῦ εἶπα»; «Παρακάλεσα, Μάρθα μου, πολὺ θερμὰ γιὰ σένα, ἀλλὰ ὁ Κύριος μοῦ εἶπε ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον». «Ἀδύνατον»; τῆς λέει. «Εἶναι ἀδύνατον. Διότι ἐμένα μὲ ἔβαλε πάρα πολύ ψηλά. Ἔχει καὶ γιὰ σένα καλὸ τόπο, ἐὰν συνεχίσεις αὐτὸ τὸν ἀγῶνα. Ἀλλὰ τόσο ψηλά, μοῦ εἶπε, ἀποκλείεται». «Καλά, ποῦ σὲ ἔβαλε ἐσένα καὶ εἶσαι τόσο ψηλά»; «Ε, νά, ἐμένα μὲ ἔβαλε μαζὶ μὲ τὶς παρθένες». «Κύριε ἐλέησον!», τῆς λέει ἡ Μάρθα. «Γιατί ἐσὺ ἤσουν παρθένα; Ἔκαμες τέσσερα παιδιά»! Τῆς λέει· «Ξέρεις, στὸν οὐρανὸ παρθενία δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ νομίζετε στὴ γῆ. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ ἐκοιμήθη ὁ ἄντρας μου ὁ Θεοχάρης», συνέχισε ἡ Μυροφόρα, «καὶ ἤμουν τότε κοπέλλα τριανταπέντε χρόνων μὲ τέσσερα παιδιά, τόσο πρόσεχα τὸν νοῦ μου, ποὺ δὲν σκέφτηκα τίποτε ἁμαρτωλὸ γιὰ νὰ τὸν λερώσω. Καὶ ὅταν κοιμήθηκα καὶ πῆγα μπροστὰ στὸν Χριστό, χαμογέλασε καὶ εἶπε· “Η Μυροφόρα, ἡ Μυροφόρα νὰ πάει μὲ τὶς παρθένες! Μὲ τὶς ὁσίες γυναῖκες”. Γι’ αὐτό», τῆς λέει, «δὲν μπορεῖς νὰ εἶσαι μαζί μας. Ἀλλά, ἂν συνεχίσεις τὸν ἀγῶνα σου, ἔχει καὶ γιὰ σένα καλὸ τόπο ὁ Θεός, Μάρθα μου».

Αὐτὸ σᾶς τὸ λέω, γιὰ νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι ἀξιωθήκαμε νὰ ἔχουμε μιὰ γιαγιά Μυροφόρα, ἕνα ἄγιο Πορφύριο, ἕνα ἅγιο Ἰάκωβο, ἕνα ἅγιο Παΐσιο. Καὶ ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, παλαιοὶ καὶ νέοι, ἀνεξάρτητα ποῦ ἔζησαν, πῶς ἔζησαν, ἄλλοι στὴ βαθιὰ ἔρημο, ἄλλοι ἐν τῷ μέσῳ τοῦ κόσμου – ὅπως μοῦ ἔγραψε γιὰ τὸν ἅγιο Πορφύριο ἕνας Κρητικός ἀρχιμανδρίτης, «ὁ ἅγιος Πορφύριος ἁγίασε στὸ γήπεδο τοῦ σατανᾶ, στὴν Ὁμόνοια», εἶχαν ἕνα κοινὸ ἀγῶνα: Τὴν τήρηση τοῦ νοῦ στὸν Θεό, στὸ θέλημά Του.

Καὶ προχθές, ποὺ εἶδα ὅλον αὐτὸ τὸν κόσμο στὴν ἁγιοκατάταξη τοῦ ὁσίου Ἰακώβου, θυμήθηκα κάτι ποὺ μοῦ ἔλεγε ὁ Γέροντας. Τὸν ρωτοῦσα· «Γέροντα, ἅμα κοιμηθεῖτε, ποιός θὰ ἔρχεται ἐδῶ στὸ μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Δαβίδ; Κανένας δὲν θὰ ἔρχεται! Τότε θὰ γίνει πραγματικό μοναστήρι. Τότε θὰ ἔχουμε ἡσυχία». Καὶ μοῦ εἶπε· «Ὅταν κοιμηθῶ, Νεόφυτέ μου, ἐδῶ θὰ γίνει τῆς Ὁμόνοιας»! «Τῆς Ὁμόνοιας»; Καὶ δὲν ἔλεγε ἔτσι ἐκφράσεις εὔκολα ὁ Ἰάκωβος. Ὁ Πορφύριος ἔλεγε. Ὁ Ἰάκωβος ἦταν ἔτσι, πιὸ ἀριστοκρατικός. «Ἐδῶ θὰ γίνει τῆς Ὁμόνοιας». Τοῦ λέω· «Τῆς Ὁμόνοιας»; Μοῦ λέει· «Ναί, πάτερ μου». «Καὶ γιατί θὰ ἔρχεται τόσος πολύς κόσμος»; «Θὰ ἔρχονται», μοῦ λέει, «παιδί μου, γιὰ τὸν τάφο ἑνός χαζοῦ». Ἐννοοῦσε τὸν δικό του τάφο!

Καὶ ὅταν εἶδα ὅλον ἐκεῖνο τὸν κόσμο προχθὲς στὸ μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Δαβίδ, σκέφθηκα· «Ἄ, Γέροντα, ὡς καὶ ἐδῶ ἤσουν ἀκριβολόγος. Πόσον ὁ κόσμος ἀναπαύεται σ’ αὐτοὺς τοὺς τάφους, ποὺ εἶναι ζωηφόροι τάφοι! Κι αὐτό, γιατὶ μέσα ἔχουν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀγάπησαν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ Ζωοποιόν, καὶ ἐνοίκησε μέσα τους Πνεῦμα τὸ Ἅγιον». Ἀλλά, ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι πρόσεχαν τὸν νοῦ τους.

Καὶ κάτι τελευταῖο γιὰ τοὺς πολὺ νεώτερους. Μὴν ταυτίζουμε τὸν νοῦ μὲ τὴ λογική. Ἡ Ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία ἔχει ἄλλο ὁρισμὸ τοῦ τί ἐστὶ νοῦς. Διότι σήμερα λέμε νοῦς καὶ δείχνουμε τὸ κεφάλι. Ὄχι, ἐδῶ ἑδράζεται ἡ λογική. Ὁ νοῦς ὅμως εἶναι τὸ κέντρο τῆς ψυχοσωματικῆς μας ὕπαρξης καί, ὅταν καθαρισθεῖ, κατοικεῖ στὴν καρδία, ποὺ εἶναι ἡ φυσική του ἕδρα. Ὁ νοῦς εἶναι ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς. Ὅπου εἶναι ἡ προσοχή μας, ὅπου ἑστιάζομε τὴν προσοχή μας. Ἔχω ἕνα ἀνεψιό μου, ποὺ ἀσχολεῖται μὲ τὴ φωτογραφία, καὶ μοῦ λέει συνεχῶς· «Θεῖε, focus»! Τοῦ λέω· «Τί εἶναι τὸ focus»; Καὶ μοῦ λέει· «Εἶναι ἡ ἑστίαση». Οἱ Κύπριοι εἶναι λίγο ὑπερβολικοὶ στὴν καθημερινή χρήση Ἀγγλικῆς. Εἶναι ἀποικιακὸ κατάλοιπο αὐτό.

Γι’ αὐτὸ νὰ ἔχομε ἔγνοια, αὐτὸ τὸν νοῦ συνεχῶς νὰ τὸν καθαρίζουμε. Καὶ νὰ θυμόμαστε τὴν εὐχὴ τοῦ Ἀποδείπνου «Καὶ δώρησαι ἡμῖν, ὁ Θεός, γρήγορον νοῦν, σώφρονα λογισμόν, καρδίαν νήφουσαν». Αὐτὰ ἤθελα νὰ πῶ, ἂς εἶναι σκόρπια, ἀνάκατα βιώματα καὶ αἰσθήματα.

Πηγή: «Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου Ὁμιλίες – Λόγοι ἐμπειρικῆς θεολογίας Ἁγίων Πατέρων καὶ Μητέρων», Ἱερὰ Μητρόπολις Μόρφου, τόμος Α’, Ἐκδόσεις Θεομόρφου, σέλ.120-124

 

Συντάκτης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου