Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Ὅσιος Ἀνδρέας ὁ διὰ Χριστὸν σαλός: «Οἱ ἄγγελοι θυμιάζουν καὶ μυρώνουν τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ Θεοῦ»


Κάποιο πρωινό, ὁ ὅσιος Ἀνδρέας ὁ διὰ Χριστὸν σαλὸς (9ος-10ος αἱ.), καθισμένος σὲ μιὰ γωνιά, ἄκουγε τὸ πνευματικό του παιδί, τὸν Ἐπιφάνιο, ποὺ διάβαζε ἕνα λόγο τοῦ μεγάλου Βασιλείου.

Ὅσην ὥρα διαρκοῦσε ἡ ἀνάγνωση, ξεχυνόταν μιὰ εὐωδία σὰν ἀπὸ πολύτιμα ἀρώματα. Ὅταν τελείωσε ἡ ἀνάγνωση, χάθηκε καὶ ἡ εὐωδία. Ἔκπληκτος ὁ Ἐπιφάνιος στράφηκε πρὸς τὸν ὅσιο:

-Ἐξήγησέ μου σὲ παρακαλῶ, τί εὐωδία ἦταν αὐτή;

Κι ὁ ὅσιος, ἐπειδὴ εἶχε δεῖ αὐτὸν ποὺ σκορποῦσε την εὐωδία, ἀποκρίθηκε:

-Ἄγγελοι Κυρίου εἶχαν συγκεντρωθεῖ ἐδῶ, παιδί μου. Ἕνας μάλιστα, θέλοντας νὰ τιμήσει τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θύμιαζε γύρω μας χαρούμενος.

Ἡ ἔκπληξη καὶ ἡ ἀπορία του Ἐπιφανίου κορυφώθηκαν. Ὁ ὅσιος λοιπὸν συνέχισε πιὸ ἀναλυτικά:

-Σὲ τρεῖς περιπτώσεις οἱ ἄγγελοι θυμιάζουν καὶ μυρώνουν τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ Θεοῦ: Πρῶτον, ὅταν διαβάζουν τὰ ἱερὰ βιβλία, ὁπότε τοὺς κυκλώνουν γιὰ ν’ ἀκούσουν κι αὐτοί. Δεύτερον, ὅταν προσεύχονται καὶ συνομιλοῦν μὲ τὸ Θεό, ὁπότε συμπροσεύχονται κι ἐκεῖνοι μὲ πόθο. Τρίτον, ὅταν ὑπομένουν γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ κόπο, πόνο καὶ τιμωρίες, ὁπότε τοὺς μυρώνουν καὶ τοὺς παρακινοῦν στὸν ἀγῶνα τῆς εὐσέβειας. Γιὰ τὴν τελευταία περίπτωση θὰ σοῦ πῶ τὴν ἀκόλουθη ἱστορία:

Κάποτε ὁ παραβάτης Ἰουλιανός, ξεκινῶντας νὰ πολεμήσει τοὺς Πέρσες, κατέβηκε στὴ Δάφνη (προάστιο τῆς Ἀντιόχειας) γιὰ νὰ θυσιάσει στὸ θεὸ Ἀπόλλωνα. Ἤθελε νὰ πάρει χρησμὸ γιὰ τὴν ἔκβαση τοῦ πολέμου. Ὁ δαίμονας ὅμως, ποὺ κατοικοῦσε στὸ ἄγαλμα, δὲν μποροῦσε νὰ δώσει χρησμό, γιατί βρίσκονταν ἐκεῖ τὰ λείψανα τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Βαβύλα καὶ τῶν τριῶν νηπίων.

Ὁ παραβάτης διέταξε τοὺς Ἀντιοχεῖς νὰ τὰ μετακομίσουν ἄφοβα. Τότε ἐκεῖνοι σήκωσαν τὴ σορὸ τῶν ἁγίων καὶ βάδιζαν ψάλλοντας: «Αἰσχυνθήτωσαν πάντες οἱ προσκυνοῦντες τοῖς γλυπτοῖς, οἱ ἐγκαυχώμενοι ἐν τοῖς εἰδώλοις αὐτῶν».

Ὅταν τ’ ἄκουσε αὐτὰ ὁ βασιλιᾶς, διέταξε ὀργισμένος νὰ συλλάβουν ὅσους ἀκολουθοῦσαν τὴ λιτανεία. Ἀνάμεσά τους συνέλαβαν κι ἕναν ἔφηβο δεκαπέντε χρονῶν, ποὺ λεγόταν Θεόδωρος. Τὸν παρουσίασαν στὸν βασιλιᾶ, κι ἐκεῖνος πρόσταξε νὰ τὸν κρεμάσουν σ’ ἕνα ξύλο καὶ νὰ τοῦ ξεσχίζουν τὶς σάρκες. Ἔτσι κρεμασμένος ὑπέφερε πολλὰ βασανιστήρια. Ὅταν βράδιασε, τὸν κατέβασαν καὶ τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή.

Ἔμεινε ἐκεῖ μερικὲς μέρες, μέχρι ποὺ ἔλαβαν τὴν εἴδηση πὼς ὁ βασιλιᾶς σκοτώθηκε στὸν πόλεμο. Τότε ἐλευθερώθηκε ὁ Θεόδωρος καὶ γύρισε στὸ σπίτι του. «Ἀγαπημένε μας Θεόδωρε», τὸν ρωτοῦσαν ἐκεῖ συγγενεῖς καὶ φίλοι, «τί ἔνιωθες ὅταν σὲ ξέσχιζαν κρεμασμένο στὸ ξύλο;»

Ἐκεῖνος τοὺς ἀποκρίθηκε: «Στὴν ἀρχὴ ὑπέφερα μὲ δυσκολία τὸν πόνο. Ὕστερα ὅμως παρουσιάστηκαν μπροστά μου τέσσερις νέοι μὲ ὄμορφα πρόσωπα καὶ κατάλευκες στολές. Ὁ ἕνας κρατοῦσε μιὰ λεκάνη ἀστραφτερή. Ὁ ἄλλος χρυσὸ μυροδοχεῖο μὲ μύρο σὰν ροδέλαιο. Οἱ ἄλλοι δύο κρατοῦσαν λευκὰ σεντόνια διπλωμένα στὰ τέσσερα. Ὁ ἕνας ἄδειασε τὸ μύρο στὴ λεκάνη καί, καθὼς ἐκεῖνο ἐξατμιζόταν, ἔνιωθα σὲ κάθε εἰσπνοὴ νὰ σκορπίζεται ἡ εὐωδία του σ’ ὅλα μου τὰ μέλη καὶ νὰ ἐξουδετερώνει τοὺς φρικτοὺς πόνους. Ὕστερα, ὁ ἕνας ἔβρεχε τὸ πανὶ στὴ λεκάνη καὶ τό ‘βαζε στὸ πρόσωπό μου πολλὴ ὥρα, ὥστε μὲ τὴν ἡδονὴ ἐκείνη νὰ ξεχνάω τοὺς πόνους. Ὅταν τὸ ἔπαιρνε ὁ πρῶτος, ἦταν ὁ ἄλλος ἕτοιμος κι ἔβαζε τὸ δικό του. Αὐτὸ συνεχιζόταν μέχρι ποὺ μὲ κατέβασαν οἱ δήμιοι ἀπὸ τὸ ξύλο. Τότε ὅμως ἔφυγαν οἱ ἄγγελοι ἀπὸ κοντά μου καὶ λυπήθηκα, γιατί στερήθηκα ἐκείνη τὴ γλυκύτατη ἡδονή. Ἤθελα νὰ βασανιζόμουν ἀκόμη…»

Ἀπὸ τὸ βιβλίο: «ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ», Ἱερὰ Μονὴ Παρακλήτου, Ὠρωπὸς Ἀττικῆς 2016, σελ. 174-177

Συντάκτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου