Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

Ἡ Ἀγία Γαβριηλία καί τό μάθημα ποὺ ἔδωσε σέ δύο νέους!

 

Πόση ἀγάπη μπορεῖ νὰ ἐμπεριέχει μιὰ τέτοια κίνηση, τὸ νὰ κλείνεις, δηλαδή, τὸ τηλέφωνο σὲ κάποιον ποὺ σὲ καλεῖ; Ἀκόμα κι ἂν εἶναι κάποιος ποὺ σὲ ἔκανε νὰ νιώσεις ἄσχημα, ποὺ σε συκοφάντησε, ποὺ σὲ ἀδίκησε!

Κι ὅμως! Ἡ ἁγία Γαβριηλία, μὲ τὸ ποὺ ἔμαθε πώς ὁ Δημήτρης τὴ ζητᾶ στο τηλέφωνο, πῆγε κατευθείαν στη συσκευὴ καὶ ἤσυχα ἀκούμπησε τὸ ἀκουστικό στη θέση του, τερματίζοντας μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν κλήση.

Ἔμεινε νὰ τὴν κοιτᾶ ἀμίλητη ἡ ἀδελφὴ ποὺ εἶχε μιλήσει νωρίτερα μαζί του. Ωστόσο, δὲν διέκρινε θυμό, ὀργή, ἀγανάκτηση, ἐκδίκηση ἢ κάποιο ἄλλο ἀρνητικό συναίσθημα στὴν ἀδελφή Γαβριηλία. Ἀντίθετα! Εἶχε μιὰ ἀγαπητικὴ ἔκφραση ἡ ὄψη της.

«Ἀδελφή» πῆρε τὸν λόγο ἡ Ἁγία, «δὲν ἔχεις ξεχάσει σίγουρα τὸ πόσο νοιαζόμαστε -κι ἐσύ κι εγώ- γι’ αὐτὸ τὸ παιδὶ ποὺ παλεύει μὲ τὴν ἀνεργία καὶ τὶς ἐξαρτήσεις. Καὶ πόσο τὸ ἀγαπᾶμε. Θυμᾶσαι, ἀσφαλῶς, καὶ τὴ μέρα πού πῆρε τηλέφωνο καὶ ἄρχισε νὰ μὲ βρίζει, χωρίς λόγο καὶ αἰτία. Δὲν τοῦ εἶπα τίποτα ἐκείνη τη στιγμή.

Τώρα, ἀκριβῶς ἐπειδὴ τὸν ἀγαπῶ τὸ ἴδιο ὅπως παλιά πρέπει νὰ τὸν κάνω με κάποιο τρόπο να ξυπνήσει. Ἀλλιῶς, θὰ τὸν κανακεύω, χωρίς νὰ ὡριμάσει. Ἡ ἀγάπη μου, όμως, τότε δὲν θὰ εἶναι ἀληθινή».

Κάποια ἄλλη φορά ἕνα νέο παιδί, ὁ Ζαννής, ποὺ ἐρχότανε γιὰ πρώτη φορὰ νὰ τὴ δεῖ, ἔφτασε μὲ μισή ὥρα καθυστέρηση. Όχι, δὲν τοῦ εἶχε συμβεῖ τίποτα. Ἀπλά, ἦταν ἐντελῶς ἀνοργάνωτος. Μιὰ ζωή πήγαινε καθυστερημένος στὰ ραντεβού μὲ φίλους, μὲ γιατρούς, μὲ ὅλους! Ἔτσι καὶ τώρα. Ἄργησε νὰ όλοκληρώσει τὴ δουλειά ποὺ εἶχε πρίν, ἄργησε νὰ ἑτοιμαστεῖ, ἔχασε τὸ λεωφορεῖο ἐπειδὴ χάζευε σὲ μιὰ βιτρίνα καὶ ἔφτασε στὴν ἀδελφὴ Γαβριηλία τριάντα ολόκληρα λεπτὰ ἀργότερα ἀπὸ τὴν καθορισμένη ὥρα.

Μουδιασμένος χτύπησε τὸ κουδούνι. Η πόρτα ἄνοιξε καὶ ἐμφανίστηκε ή ἀδελφὴ Γαβριηλία μ’ ἕνα πλατύ χαμόγελο.

«Τὴν εὐχή σας, Γερόντισσα» εἶπε δειλά ἐκεῖνος.

«Καλῶς τον, καλῶς τον! Πέρασε» εἶπε ἐκείνη. «Κάτσε λίγο ἐδῶ, στὸ χόλ, κι ἔρχομαι».

Ἔκατσε ἐκεῖνος. Ἄρχισε σιγά-σιγὰ νὰ παίρνει θάρρος. Δὲν μὲ μάλωσε καθόλου! σκεφτόταν. Οὔτε μὲ ἀποπῆρε. Οὔτε κὰν ὑπαινίχτηκε κάτι γιὰ τὴν ἀργοπορία μου. Σὰν νὰ εἶχε σταματήσει τὸ ρολόι της.

Πέρασαν ἔτσι πέντε, δέκα, δεκαπέντε λεπτά.

Κάποιος ἄλλος θὰ εἶναι μέσα, συλλογίστηκε. Καλύτερα, τότε, ποὺ ἄργησα! Ποῦ νὰ περίμενα ἐδῶ μισή ὥρα…

Πέρασαν εἴκοσι λεπτά. Εἰκοσιπέντε. Ὁ Ζαννής ἔγειρε τὸ κεφάλι μὴν τυχόν ἀκούσει κάτι ποὺ θὰ πρόδιδε ἀνθρώπινη παρουσία μέσα. Δὲν ἀκουγόταν τίποτα! Τότε ἄρχισε νὰ παραξενεύεται. Ή Γερόντισσα δὲν μοῦ εἶπε ὅτι θὰ καθυστερήσει. Βέβαια, οὔτε κι ἐγὼ τῆς εἶπα κάτι. Τὴν ἔστησα κανονικά ἕνα μισάωρο. Λὲς νὰ τὸ κάνει κι ἐκείνη γιὰ νὰ ἰσοφαρίσει; Ἔχει πλάκα! Ε, λοιπόν, μοῦ χρειάζεται ἕνα τέτοιο μάθημα! Σίγουρα, σίγουρα γι’ αὐτὸ τὸ ἔκανε. Πῶ, πῶ! Τὸ ἔκανε τόσο ώραία, τόσο ἔξυπνα, τόσο διακριτικά!

«Έλα, πέρασε, Ζαννή!» διέκοψε τὶς σκέψεις του ή ἐγκάρδια φωνὴ τῆς γερόντισσας Γαβριηλίας. Εἶχαν περάσει ἀκριβῶς τριάντα λεπτὰ ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ὁ Ζαννής διάβηκε τὴν πόρτα τοῦ διαμερίσματος.

Ὁ ἀγώνας «καθυστέρηση Ζαννή – καθυστέρηση Γερόντισσας» εἶχε λήξει μὲ ἰσοπαλία!

Βέβαια, στὸ ἄθλημα τῆς ἀγάπης δὲν πρόλαβε νὰ γίνει κὰν ἀγώνας. Ή Γερόντισσα τὸν εἶχε κερδίσει ἤδη «ἀπὸ τὰ ἀποδυτήρια». Καὶ τὸ παράξενο ἦταν ὅτι συνοδευόταν ὄχι μόνο ἀπό τήν παραδοχή τῆς ἧττας τοῦ «ἀντιπάλου», ἀλλὰ καὶ τὸν ἐνθουσιασμό του! Τί παράξενα ποὺ εἶναι τὰ σκόρ τῆς ἀγάπης. Τῆς παιδαγωγικῆς ἀγάπης, τῆς ἀγάπης ἐν Χριστῷ!

Πηγή: «Γεροντικὸ Σύγχρονων Ἁγίων», Συγγραφέας Νίκη Κατσιάπη, Ἐπιμέλεια Χριστιανικὴ Φοιτητικὴ Δράση, Ἐκδόσεις Ἔαρ, 2026, σέλ.228-230

Συντάκτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου