
Ἄρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Θεολόγου – συγγραφέως
Ι. Μ. Κυθήρων καὶ Ἀντικυθήρων
Ἐν Κυθήροις τῇ 25ῃ Μαρτίου 2026
Ἡ μεγάλη θεομητορικὴ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τὴν ὁποία χαρμοσύνως ἑορτάζει καὶ πανηγυρίζει ἡ Ἐκκλησία μας σήμερα, σηματοδοτεῖ, σύμφωνα μὲ τὸ ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς, τὴν φανέρωση τοῦ «ἀπ’ αἰῶνος μυστηρίου», δηλαδὴ τοῦ μυστηρίου της ἐνανθρωπίσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἐνῷ ἀποτελεῖ ταυτόχρονα τὸ «κεφάλαιον» τῆς σωτηρίας μας, δηλαδὴ τὴν ἀνακεφαλαίωση, τὴν συμπερίληψη ὅλης τῆς ἐνσάρκου θείας οἰκονομίας. Πάνω στὸ κατ’ ἐξοχὴν χαρμόσυνο αὐτὸ γεγονός, στὸ ὁποῖο ὁ «υἱὸς τοῦ Θεοῦ υἱὸς τῆς παρθένου γίνεται», ἀναφέρεται τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, ποὺ εἶναι μιὰ περικοπὴ ἀπὸ τὸ πρῶτο κεφάλαιο τοῦ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀσματικὴ ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς ἀκριβῶς γύρω ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονός, τὸ γεγονὸς τῶν γεγονότων, περιστρέφεται. Ἂς προσπαθήσουμε στὴ συνέχεια νὰ προσεγγίσουμε κάπως μερικὲς πτυχὲς τοῦ μεγάλου αὐτοῦ μυστηρίου μὲ ὁδηγὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες καὶ μὲ βάση τὴν σχετικὴ εὐαγγελικὴ διήγηση, ποὺ ἔχουν σημασία καὶ γιὰ τὴν ἰδική μας πνευματικὴ ζωὴ καὶ πορεία.
Μέσα ἀπὸ τὴ περιγραφὴ τοῦ διαλόγου ποὺ εἶχε ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ μὲ τὴν Θεοτόκο, ἔτσι ὅπως τὴν παραθέτει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ἀναδύονται καὶ ἀποκαλύπτονται δύο μεγάλες ἀρετὲς τῆς Θεοτόκου, τὸ βάθος τῆς ταπεινώσεώς της, ἀλλὰ καὶ ἡ πλήρης καὶ τελεία ὑπακοή της στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιὰ τὶς δύο βασικὲς καὶ θεμελιώδεις ἀρετὲς ποὺ ὀφείλει νὰ ἀγωνίζεται νὰ κάνει κτῆμα του ὁ κάθε χριστιανός, χωρὶς τὶς ὁποῖες εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχει τὴ σωτηρία του.
Σύμφωνα μὲ τὴ διήγηση τοῦ εὐαγγελιστοῦ, ὅταν ὁ ἄγγελος ἦρθε στὴ Ναζαρέτ, στὸ σπίτι ὅπου κατοικοῦσε ἡ Παναγία, τὴν προσφώνησε μὲ τὸν χαρμόσυνο χαιρετισμό: «Χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σου· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν», (Λούκ. 1,28). Τὴν ὀνομάζει «κεχαριτωμένη» καὶ «εὐλογημένη» περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη γυναῖκα στὸν κόσμο. Κατόπιν ἐπεξηγεῖ σ’ αὐτὴν γιατί τὴν προσφώνησε μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο. Εἶπε: «Μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ»( 1,30). Εἶναι «κεχαριτωμένη» καὶ «εὐλογημένη» καὶ μάλιστα κατὰ ἕνα ἰδιαίτερο καὶ μοναδικὸ τρόπο, διότι ὁ Θεὸς τὴν ἐπεσκίασε μὲ τὴν Χάρη του, ἀλλὰ καὶ γιὰ ἕναν ἀκόμη λόγο, τὸν ὁποῖο προσθέτει στὴ συνέχεια: «Καὶ ἰδοὺ συλλήψη ἐν γαστρὶ καὶ τέξη υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν. Οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαυΐδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος»(1,31-32). Δηλαδὴ θὰ μείνεις ἔγκυος καὶ θὰ γεννήσεις υἱὸν καὶ θὰ τὸν ὀνομάσεις Ἰησοῦν. Αὐτὸς θὰ γίνει μέγας καὶ θὰ ὀνομαστεῖ υἱὸς τοῦ ὑψίστου. Σ’ αὐτὸν θὰ δώσει ὁ Θεὸς τὸν θρόνο του Δαυΐδ, τοῦ προπάτορά του. Θὰ βασιλεύσει γιὰ πάντα στοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰακὼβ καὶ ἡ βασιλεία του δὲν θὰ ἔχει τέλος.
Μ’ ἄλλα λόγια ὁ υἱὸς ποὺ θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ τὴν Παναγία δὲν θὰ εἶναι ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ θὰ εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ σαρκωθεὶς Θεὸς Λόγος, ἐκεῖνος γιὰ τὸν ὁποῖον ὁμίλησαν καὶ προανήγγειλαν οἱ προφῆτες. Ἡ δὲ Παναγία θὰ εἶναι ἡ μοναδικὴ γυναῖκα στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος, ἡ ὁποία θὰ ἀξιωθεῖ τῆς ἐξαιρετικῆς τιμῆς νὰ γίνει ἡ μητέρα τοῦ δημιουργοῦ της. Θὰ γίνει ἡ σκάλα διὰ τῆς ὁποίας θὰ κατέβει ὁ Θεὸς στὴ γῆ καὶ θὰ προσλάβει τὴν ἀνθρώπινη φύση.
Φοβερά, πρωτάκουστα καὶ συγχρόνως ἀποκαλυπτικὰ τὰ παραπάνω λόγια τοῦ ἀγγέλου, διότι ὑπερβαίνουν τοὺς νόμους τῆς φύσεως. Λόγια τὰ ὁποῖα σὲ καμιὰ ἄλλη γυναῖκα δὲν ἐλέχθηκαν, οὔτε θὰ λεχθοῦν ποτὲ μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων. Διότι ποτὲ καμία γυναῖκα δὲν συνέβη νὰ γεννήσει ἄνθρωπο χωρὶς μεσολάβηση ἀνδρός. Ἀλλὰ καὶ ὅσα προσθέτει στὴ συνέχεια ὁ ἄγγελος εἶναι ἐξ’ ἴσου μεγάλα καὶ θαυμαστά. Τὸ ὅτι δηλαδὴ αὐτὸς ποὺ θὰ γεννηθεῖ θὰ γίνει μέγας καὶ θὰ ὀνομαστεῖ υἱὸς τοῦ ὑψίστου, ἡ δὲ βασιλεία του δὲν θὰ ἔχει τέλος.
Καὶ ἐνῷ ἀκούει ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπαινετικὰ λόγια ἡ Παναγία δὲν φουσκώνει, δὲν ἐπαίρεται, δὲν διατυμπανίζει τὴν ἐξαιρετική, τὴν μοναδικὴ τιμὴ ποὺ ἀξιώθηκε ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁποιαδήποτε ἄλλη γυναῖκα ἂν ἦταν στὴ θέση της, θὰ ἐπεδίωκε νὰ προβάλει μὲ κάθε τρόπο καὶ σὲ κάθε εὐκαιρία τὸν ἑαυτό της καὶ τὸν ρόλο της στὸ ἔργο τῆς ἐνσάρκου θείας οἰκονομίας. Θὰ ἔλεγε: «Ξέρετε ποιά εἶμαι ἐγώ; Ἐγὼ δὲν εἶμαι μιὰ τυχαία γυναῖκα. Ἐγὼ εἶμαι ἀνώτερη καὶ σπουδαιότερη ἀπὸ κάθε ἄλλη γυναῖκα στὸν κόσμο, διότι ἀξιώθηκα νὰ γίνω ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἐξ’ αἴτίας των πολλῶν καὶ μεγάλων ἀρετῶν μου. Καὶ ἂν δὲν ἤμουν ἐγώ, ἀλλοίμονο στὸ γένος τῶν ἀνθρώπων! Δὲν θὰ σωζόταν κανείς!».
Τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτὰ δὲν βλέπουμε στὰ λόγια καὶ στὴ ζωὴ τῆς Παναγίας. Ἀπεναντίας μάλιστα ἡ ἀπάντησή της στὰ ἐξόχως ἐπαινετικὰ λόγια τοῦ ἀγγέλου ἦταν: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοὶ κατὰ τὸ ρῆμα σου». Δηλαδὴ ἐγὼ δὲν εἶμαι τίποτε ἄλλο παρὰ μιὰ δούλη τοῦ Κυρίου, ἐπιβεβαιώνοντας ἔτσι τὴν βαθιὰ ταπείνωσή της καὶ ἐξηγῶντας παράλληλα, γιατί ὁ ἄγγελος προηγουμένως τὴν ὀνόμασε «κεχαριτωμένη» καὶ «εὐλογημένη». Εἶναι «κεχαριτωμένη» καὶ «εὐλογημένη» διότι εἶναι βαθιὰ ταπεινή, σύμφωνα μὲ τὸν θεόπνευστο λόγο τῆς Γραφῆς: «Ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται ταπεινοῖς δὲ δίδωσι Χάριν», (Ἴακ. 4,6). Ἐξ’ αἰτίας αὐτῆς τῆς βαθιᾶς ταπεινοφροσύνης της ὁ Θεὸς «ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ» (Λκ. α 48) καὶ τὴν ἀνέβασε σὲ τέτοια δόξα καὶ τιμή, ὥστε οἱ ἅγιοι καὶ οἱ ἄγγελοι νὰ τὴν τιμοῦν στὸν οὐρανὸ καὶ κάτω στὴν γῆ νὰ τὴν μακαρίζουν «πᾶσαι αἱ γενεαὶ» τῶν ἀνθρώπων. Τὸ μεγαλεῖο αὐτῆς τῆς ἀρετῆς φαίνεται καὶ ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου μας, ὁ ὁποῖος ὁμιλῶν περὶ τοῦ ἑαυτοῦ του διεκήρυξε: «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾶος εἰμὶ καὶ ταπεινὸς τὴ καρδία», (Μάτθ.11,29). Ἀλλὰ καὶ στὴν ἐπὶ τοῦ Ὅρους ὁμιλία του πρὸ πάντων τοὺς ταπεινοὺς ἐμακάρισε: «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι ὅτι αὐτῶν ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν», (Μάτθ.5,3). Ὁ ἅγιος Ἰσσὰκ ὁ Σῦρος ἀναφερόμενος σ’ αὐτὴ τὴ βασίλισσα τῶν ἀρετῶν λέγει: «ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι στολὴ τῆς θεότητος».
Ὡστόσο τὰ παραπάνω λόγια τῆς Θεοτόκου ἀποκαλύπτουν καὶ μιὰ ἀκόμη ἀρετὴ τῆς Παναγίας, τὴν ἀρετὴ τῆς ὑπακοῆς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ζητάει ἀπὸ τὸν ἄγγελο νὰ μάθει τὸν τρόπο τῆς συλλήψεως, ἐπειδὴ ποτὲ μέχρι τότε δὲν συνέβη κάποια γυναῖκα νὰ γεννήσει τέκνο χωρὶς μεσολάβηση ἀνδρός.
Καὶ ὅταν ἐκεῖνος τῆς ἐξηγεῖ ὅτι θὰ πραγματοποιηθεῖ μὲ τὴν δύναμη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖο θὰ τὴν ἐπισκιάσει, ἐκείνη πείθεται καὶ ὑποτάσσεται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Δέχεται νὰ προσφέρει τὸν ἑαυτό της στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ γίνει τὸ ὄργανο διὰ τοῦ ὁποίου θὰ φέρει εἰς πέρας τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Θὰ μποροῦσε νὰ ἀρνηθεῖ καὶ νὰ πεῖ ὅτι «ἐγὼ μιὰ τέτοια κυοφορία δὲν τὴν δέχομαι». Ἔτσι ἡ Παναγία, μὲ τὴν πλήρη καὶ τελεία ὑπακοή της στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἔρχεται νὰ θεραπεύσει καὶ νὰ ἐξαλείψει τὴν παρακοὴ τῶν πρωτοπλάστων μέσα στὸ παράδεισο. Ἂν ἡ παρακοὴ αὐτῶν ἔφερε σὰν ἀποτέλεσμα τὴν φθορὰ καὶ τὸν θάνατο στὸ ἀνθρώπινο γένος, ἡ ὑπακοὴ τῆς Παναγίας ἔφερε τὴν ἀφθαρσία καὶ τὴν ἀθανασία, τὴν ἐπανοδο τῆς ἀνθρωπότητος στὸν παράδεισο καὶ στὴν αἰώνια ζωή.
Τὸ πόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἀρετὴ τῆς ὑπακοῆς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὅταν ἦρθε στὴ γῆ καὶ φόρεσε τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἔκανε πλήρη καὶ τελεία ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ οὐρανίου Πατέρα του, ἂν καὶ ὡς Θεὸς εἶναι ἴσος μὲ τὸν Πατέρα του. Θέλοντας νὰ διδάξει σὲ ὅλους μας τὴν ἀναγκαιότητα τῆς ὑπακοῆς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἔλεγε: «Οὐ ζητῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμόν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με πατρός», (Ἰω.5,30). Καὶ σὲ ἄλλη περίπτωση: «Ἐμὸν βρῶμα ἐστὶν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον», (Ἰω. 4,34).
Αὐτὲς οἱ δύο μεγάλες ἀρετές, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, δηλαδὴ τὸ ταπεινὸ φρόνημα καὶ ἡ ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀποτελοῦν τὰ θεμέλια ποὺ βαστάζουν ὅλο τὸ οἰκοδόμημα τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς, χωρὶς τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατη ἡ σωτηρία μας. Καὶ ἑπομένως αὐτὲς πρὸ πάντων καλούμεθα νὰ ἀγωνιστοῦμε νὰ κάνουμε κτῆμα μας, διὰ τῆς μετανοίας, ἰδιαίτερα αὐτὴ τὴν περίοδο τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Πρᾶγμα τὸ ὁποῖο εὔχομαι ἀπὸ καρδίας νὰ γίνει σὲ ὅλους μας μὲ τὴ Χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὶς πρεσβεῖες τῆς Κυρίας Θεοτόκου καὶ ὅλων τῶν ἁγίων, ἀμήν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου