Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

Πῶς ἡ Παναγία ὁδήγησε τήν τουρκάλα Ἀµινέ στόν γ. Βασίλειο Καυσοκαλυβίτη.

 

Κόρη µου Καλλιόπη θὰ ἤθελα σήµερα νὰ µὲ πᾶς στὸ ἐπισκεπτήριο, (Χαρίσειο γηροκοµεῖο. Ἐκεῖ ἦταν ὁ γέροντας πρὶν φιλοξενηθεῖ µόνιµα στὸ σπίτι τοῦ Ματθαίου καὶ τῆς Καλλιόπης). Περιµένω ἐπισκέπτες ἀπὸ µακρυά.

-Νὰ ’ναι εὐλογηµένο γέροντά µου. Τί ὥρα θέλεις νὰ πᾶµε;

-Μετὰ τὴν ἐνάτη καὶ τὸν Ἑσπερινό.

-Δηλαδὴ τέσσερις καὶ κάτι γέροντα.

-Ναὶ παιδί µου.

Μετὰ τὴν προσευχὴ γράφει στὶς σηµειώσεις της ἡ Καλλιόπη ἑτοιµαστήκαµε καὶ φύγαµε γιὰ τὸ Χαρίσειο.  Στὸ δρόµο ὁ γέροντας δὲν µιλοῦσε. Ἦταν ἀπορροφηµένος στὸ κοµποσχοίνι του καὶ εἶχε κλείσει τὰ µάτια. Λίγο πρὶν φθάσουµε στὸ Χαρίσειο ἄνοιξε τὰ µάτια του. Τότε βρῆκα τὴν εὐκαιρία καὶ τὸν ρώτησα.

-Γέροντα ποιοὺς περιµένουµε  νὰ ἔρθουν;

-Πρῶτα κόρη µου θὰ ἔρθουν δύο µοναχοὶ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολὴ τῆς Ἰνδίας. Ὅταν ἔρχονται στὴν Ἑλλάδα µὲ ἐπισκέπτονται. Εἶχαν ἔρθει ἀρκετὲς φορὲς καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὴν καλύβη µου στὰ Καυσοκαλύβια ἀλλὰ καὶ ἐδῶ στὸ Χαρίσειο. Μετὰ θὰ ἔρθει ἡ Φωτεινή, γιὰ τὴν ὁποία σοῦ εἶχα µιλήσει πρὶν ἀπὸ πολὺ καιρό. Τὴν Τουρκάλα τὴ γιατρὸ ποὺ βαπτίσθηκε ὀρθόδοξη.

-Ἄ, µάλιστα ἦρθε ἡ ὥρα νὰ γνωρίσουµε τὴ Φωτεινὴ γέροντα.

-Ναὶ κόρη µου ἡ Παναγία µᾶς τὴ στέλνει.

Ὅταν πήγαµε στὸ Χαρίσειο περίµενε κόσµος στὸ σαλόνι καὶ ἔξω ἀπὸ τὸ δωµάτιο τοῦ γέροντα ποὺ ἦταν κλειστό. Ἂν καὶ τὸ προσωπικό τοῦ νοσοκοµείου τοὺς εἶχε ἐνηµερώσει πὼς ὁ γέροντας ἔφυγε ἀπὸ τὸ γηροκοµεῖο ἐκεῖνοι περίµεναν, λὲς καὶ κάποια φωνὴ ἐσωτερικά τούς ψιθύριζε πὼς ὁ γέροντας θὰ ἐπέστρεφε γιὰ νὰ τοὺς δεῖ. Μεταξὺ τῶν συγκεντρωθέντων ἦταν καὶ οἱ δύο µοναχοὶ ἀπὸ τὴν ἱεραποστολὴ τῆς Ἰνδίας, οἱ ὁποῖοι χάρηκαν πολὺ µόλις εἶδαν τὸν γέροντα. Φοβήθηκαν ὅτι δὲν θὰ τὸν ἔβλεπαν, ἐπειδὴ τοὺς εἶπαν ὅτι δὲν µένει πλέον στὸ Χαρίσειο. Τοὺς δέχθηκε ὁ γέροντας πρώτους καὶ στὴ συνέχεια ἀκολούθησαν καὶ οἱ ὑπόλοιποι. Κρατοῦσα µία σειρὰ καὶ στεκόµουν δίπλα στὸ γέροντα γιὰ νὰ τοῦ µιλάω, ἐπειδὴ εἶχε πρόβληµα µὲ τὰ αὐτιά του καὶ δὲν ἄκουγε καλά. Καὶ ὄχι µόνο δὲν ἄκουγε καλὰ ἀλλὰ λόγω τοῦ γλαυκώµατος ποὺ εἶχε ἔβλεπε πολὺ λίγο.

Πρὶν µποῦν τὰ τελευταῖα ἄτοµα κοίταξα γιὰ νὰ δῶ πόσοι ἀκόµη περίµεναν. Εἶδα τότε ἕναν ἄνδρα γύρω στὰ σαράντα (40) ποὺ καθόταν στὴ σκάλα καὶ τὸν ρώτησα ἐὰν περίµενε νὰ µιλήσει καὶ νὰ δεῖ τὸν γέροντα. Ἐκεῖνος τότε ξαφνιάστηκε καὶ εἶπε:

-Σκέφτοµαι, ἀλλὰ δὲν ξέρω ἂν βρίσκοµαι ἐδῶ γιὰ νὰ δῶ, τό συγκεκριµένο γέροντα.

-Τί ἐννοεῖτε; Περιµένετε γιὰ τὸν γέροντα Βασίλειο ἢ κάποιον ἄλλον τρόφιµο τοῦ γηροκοµείου;

-Θὰ σᾶς πῶ τί µοῦ συνέβη. Εἶµαι ταξιτζής, τὸ ὄνοµά µου εἶναι Εὐστράτιος. Ἤµουν στὸ ἀεροδρόµιο στὴν πιάτσα τῶν ταξί. Μὲ τὴν πτήση ἀπὸ τὴ Γερµανία ἦρθε µία κοπέλα καὶ µπῆκε στὸ ταξί. Τὴν ρώτησα ποὺ θὰ πᾶµε γιατί δὲν κατάλαβα ἐξ ἀρχῆς ὅτι ἦταν ξένη. Καὶ ἐκείνη µὲ ρώτησε ἂν µιλῶ ἀγγλικά. Τῆς ἀπάντησα ὄχι. Στὴ συνέχεια µὲ ρώτησε ἂν µιλῶ γερµανικά. Ἔκανα λίγα χρόνια στὴ Γερµανία καὶ εἶχα µάθει λίγο νὰ µιλῶ τά γερµανικά. «Δὲν ξέρω ποὺ θὰ πάω. Ἦρθα στὴ Θεσσαλονίκη γιὰ νὰ δῶ ἕναν παππούλη µοναχό. Ξαφνιάστηκα.  Προκειµένου νὰ τὴν ἐξυπηρετήσω ρώτησα ἀπὸ τὸν ἀσύρµατο συναδέλφους µου ἂν γνωρίζουν κανένα γέροντα µοναχό. Ἄλλος ἔλεγε πὼς ἔχει κάποιον στὸ Πανόραµα, ἄλλος στὴν Ἐξοχή, ἄλλος στὸ Κέντρο. Κάποιος ἐκ τῶν συναδέλφων  µου εἶπε πὼς εἶχε ἀκούσει γιὰ κάποιον Ἁγιορείτη γέροντα µοναχό, ποὺ µένει στὸ Χαρίσειο καὶ τὸν ἐπισκέπτονται πολλοὶ ἀπὸ ὅλη τὴ Βόρεια Ἑλλάδα. Ἔτσι βρέθηκα ἐδῶ.

Τότε αὐθόρµητα τοῦ εἶπα. «Ἐδῶ εἶναι ὁ γέροντας ποὺ ψάχνεις. Σᾶς περιµένει. Πήγαινε φέρε καί τὴ Φωτεινὴ». Ὅταν τοῦ εἶπα τὸ ὄνοµα τῆς κοπέλας ἐκεῖνος ἐξεπλάγην. Δέν µίλησε, ὅµως, καί τρέχοντας πῆγε καὶ φώναξε τὴν κοπέλα. Μόλις µπῆκε µέσα στὸ γέροντα καὶ τὸν εἶδε φώναξε:

-Νάτος ὁ παππούλης. Αὐτὸς εἶναι, µοῦ τὸν ἔδειξε ἡ Παναγία, ὅταν φανερώθηκε µπροστά µου καὶ µοῦ εἶπε νὰ ἔρθω στὴν Ἑλλάδα, στὴ Θεσσαλονίκη νὰ τὸν βρῶ. Ὅταν µάλιστα τὴ ρώτησα ποῦ θὰ τὸν βρῶ, ἀφοῦ δὲν ξέρω κανέναν Ἐκείνη µοῦ τὸν παρουσίασε, ὅπως τὸν βλέπω τώρα καὶ µοῦ εἶπε  «µὴ στεναχωριέσαι θὰ τὰ τακτοποιήσω ὅλα».

Ὁ ταξιτζὴς ποὺ ἔκανε καὶ χρέη διερµηνέα τὰ εἶχε παντελῶς χαµένα. Καθίσανε ἀρκετὴ ὥρα. Ὁ γέροντας τῆς ἔπιανε τὰ χέρια  ἦταν πολὺ χαρούµενος καὶ τοὺς δώσαµε τὰ τηλέφωνα, τὴ διεύθυνση. Τοὺς καλέσαµε νὰ ἔρχονται νὰ βλέπουν τὸν γέροντα, στά Πεῦκα (Ρεντζίκι)!

Ἡ Φωτεινὴ ἦταν γιατρός. Ἦταν παντρεµένη, χωρισµένη µὲ µία κόρη καὶ ἡ ζωὴ της ἦταν πάρα πολὺ δύσκολη. Μιὰ βραδιὰ στὸν ὕπνο της εἶδε τὴν Παναγία καὶ τῆς εἶπε: «Νὰ ἔλθεις στὸν Υἱό µου καὶ θὰ σὲ κάνει καλά»! Δὲν ἔδωσε σηµασία γιατί δὲν κατάλαβε τίποτε. Γιὰ δεύτερη φορὰ ἔγινε τὸ ἴδιο, ἀλλὰ καὶ πάλι τὸ προσπέρασε. Τὴν τρίτη φορὰ πού τῆς παρουσιάστηκε ἡ Παναγία τῆς εἶπε: «Γιατί δὲν ἀκοῦς; Πήγαινε σὲ ἕνα ἱερέα ὀρθόδοξο καὶ θὰ σὲ βοηθήσει σὲ ὅτι χρειάζεσαι. Ἀµέσως κατάλαβε ὅτι ἀφοροῦσε τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ πρόσκληση τῆς Παναγίας, τῆς γυναίκας µὲ τὰ µαῦρα, ὅπως ἔλεγε. Πῆγε σὲ Ὀρθόδοξο ἱερέα καὶ συζήτησε µαζί του, ὅλα αὐτὰ ποὺ τῆς συνέβαιναν. Ἐκεῖνος τὴ διαβεβαίωσε ὅτι ἡ Παναγία µας τὴν κάλεσε. Ἐκεῖνο τὸ διάστηµα ἡ Φωτεινὴ (Ἀµινέ τότε) εἶχε πάρα πολλὰ σοβαρὰ προβλήµατα, πού εἶχαν προκληθεῖ ἀπό τό διαζύγιο, γεγονὸς ποὺ τὴν ὁδήγησαν σὲ βαθιά ἀπόγνωση. Κατηχήθηκε καὶ ἐν συνεχεία βαπτίσθηκε. Τὸ ὄνοµα ποὺ ἔλαβε ὅπως τῆς εἶπε ὁ γέροντας Βασίλειος, πάλι ἡ Παναγία τῆς τὸ ἔδωσε, γιατί θὰ φώτιζε κάποια µέρα πεπλανηµένα ἔθνη.

Στὴ Θεσσαλονίκη ἡ Φωτεινὴ ἔµεινε ἔξι µῆνες περίπου. Τὴ φιλοξένησε στὸ σπίτι του ὁ ταξιτζὴς ὁ Εὐστράτιος. Σχεδὸν σὲ καθηµερινὴ βάση πήγαινε στὰ Πεῦκα (Ρεντζίκι) καὶ συναντοῦσε τὸν γέροντα. Ὁ Εὐστράτιος ἐκτελοῦσε πάντοτε χρέη διερµηνέα.

Μάλιστα ὁ γέροντας τῆς εἶχε δώσει µία προσευχή νά µάθει νά λέγει στά ἑλληνικά. Ἡ Φωτεινή ἔµαθε νά τήν ἀπαγγέλλει καί χαιρόταν ὅταν τήν ἔλεγε στίς συναντήσεις µας.

«Εἰπὲ µε Κύριε τί ὑστερῶ; Διέταξόν µε Κύριε, ἐξάγαγέ µε ἐκ τῆς στεναχωρίας ταύτης καὶ δίδαξέ µοι τί ποιεῖ καὶ λέγει. Ἀδύνατη εἰµὶ Κύριε, σὲ παρακαλῶ βοήθησὸν µοι. Ναὶ Κύριε, καὶ τὰς ἐντολάς σου λαλήσω, γραπτῶς καὶ διὰ λόγου, ὅπως Σὺ θέλεις Κύριε. Δὸς µοι χάριν Κύριε, βοήθησόν µοι, ἵνα λαλήσω τὰ Σὰ θελήµατα, ἃ Σὺ διδάξεις µε Κύριε. Μὴν ἐγκαταλείπεις µε Κύριε τὸν ἁµαρτωλὸν ἀλλὰ βοήθησον µοι ἵνα γνῶ τί ὑστερῶ, ἵνα διορθώσω τὰ σφάλµατά µου, γιὰ νὰ µπορέσω νὰ διδάξω τὸ ποίµνιόν Σου. Ναὶ ἀσπάζοµαί Σε Κύριε. Ὅτι λαλεῖς µε Κύριε θὰ πράξω ταῦτα. Ἐγὼ δούλη Σου εἰµί. Πάντα προστάξεις µε κι ἐγὼ διδάξω. Φώτισον τοὺς ὀφθαλµούς µου, µὴν ἀποµακρυνθεῖς Κύριε, ἀπ’ ἐµοῦ, ἐλεησὸν µε καὶ βοήθησὸν µοι οὐ ἀµελήσω. Παράβλεψον τὰ ἀνοµήµατά µου, δεῖξον κἀµὲ Κύριε, ὡς ἕν τῶν µαθητῶν σου, ἵνα ποιήσω τοιαῦτα, ἃ αὐτοὶ ἐποίησαν, ὡς καὶ µαρτύρια ὑποστῶ Κύριε διὰ τὸ ὄνοµά Σου τὸ Ἅγιον. Ναὶ Κύριε, ὡς Σὺ εἶπας τοιαῦτα πράξω, διδάξω τὰ πάντα.  Ἐγὼ ποιήσω ἅπαντα ἃ Σὺ λέγεις. Βοήθησόν µοι ἵνα τί ὑστερῶ, χάρισόν µοι τὴν ὑγείαν τῆς ψυχῆς τε καὶ τοῦ σώµατος, φώτισόν µοι ὅτι ἐγώ δοῦλος εἰµί. Σὺ εἶπας εἰς ἐµὲ κἀγώ µαρτυρήσω ὑπέρ Σου. Συγχώρησόν µοι, φώτισόν µοι, δὸς µοι Κύριε τοῦ ὁρᾶν τὰ πταίσµατά µου. Σὺ φυλάξεις µε, Σὺ φροντιεῖς µε Κύριε, Σὺ διδάξεις µε. Ναὶ Κύριε εὐχαριστῶσι, ἀνταπωδώσω τὰ πάντα ἃ ἀνταπέδωκας ἡµῖν. Διὰ προσευχῶν τῆς Ὑπεραγίας ἡµῶν Θεοτόκου καὶ Μητρός Σου καὶ µητρὸς ἡµῶν. Ἀµὴν»

Μία ἡµέρα, γύρω στὶς δέκα τὸ πρωὶ  χτύπησε τὸ κουδούνι. Ἦταν ἡ Φωτεινή. Εἶχε µάθει λίγες λέξεις στὰ ἑλληνικὰ καὶ εἶπε στὴν Καλλιόπη, πὼς ἤθελε νὰ δεῖ τὸν γέροντα. Ἐκείνη τῆς ἀπάντησε πὼς ὁ γέροντας ξεκουράζεται. Ἐπίσης, συµπλήρωσε πὼς δὲν θὰ µποροῦσε νὰ συνεννοηθεῖ, ἀφοῦ ὁ γέροντας δὲν µιλᾶ ἄλλη γλώσσα ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἑλληνική. Ἐκείνη τὴ στιγµὴ ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ γέροντα ἀπὸ τὸ δωµάτιό του.

-Κόρη µου ἄσε τὴ Φωτεινὴ νὰ ἔρθει. (Ὁ γέροντας, ὅπως γνωρίζουµε δὲν ἄκουγε καλά καί ἦταν ἀδύνατο νά µᾶς ἀκούσει, ἀφοῦ µιλούσαµε ψιθυριστά)!

Ἡ Καλλιόπη ὁδήγησε τὴ Φωτεινὴ στὸν γέροντα καὶ συνέχισε νὰ κάνει τὶς δουλειὲς τοῦ σπιτιοῦ. Γράφει στὶς σηµειώσεις της: «Ἔβλεπα τὴν ὥρα ποὺ περνοῦσε κι ἄρχισα νὰ ἀνησυχῶ γιατί σκεφτόµουν ὅτι, καὶ νὰ λένε κάτι εἶναι ἀδύνατον νὰ συνεννοηθοῦν. Ἔπειτα ἀπὸ δύο ὧρες βγῆκε ἡ Φωτεινὴ καὶ µοῦ εἶπε θυµωµένα:

-Ἐσὺ ὄχι καλὴ γυναίκα. Λὲς ψέµατα. Ὁ γέροντας µιλάει πολύ καλά τουρκικά. Μίλησα πολλὰ µὲ γέροντα, τοῦ εἶπα ὅλα.

Ἔµεινα στὴν κυριολεξία ἄφωνη. Δὲν ἤξερα τί νὰ πῶ. Μόλις ἔφυγε ἡ Φωτεινὴ πῆγα τρέχοντας σχεδὸν στὸ γέροντα καὶ ἀφοῦ τοῦ λέω τί µοῦ εἶπε φεύγοντας ἡ Φωτεινὴ τὸν ρώτησα:

-Γέροντα µιλᾶς τουρκικά;

Μὲ κοροϊδεύεις κόρη µου; Ἀπὸ ποῦ νὰ µάθω νὰ µιλάω τουρκικά; ἀπάντησε ἐκεῖνος χαµογελώντας.

Μετὰ τὴ δίωρη αὐτὴ συνάντηση ἡ Φωτεινὴ ἐπέστρεψε στὴ Γερµανία. Ἦρθε µᾶς χαιρέτισε ὅλους. Στὴ συνέχεια πῆγε στὴν πατρίδα της τὴν Τουρκία. Μᾶς ἔγραψε µέσω τοῦ Εὐστρατίου πὼς καὶ ὁ ἀδελφός της βαπτίσθηκε χριστιανὸς ὀρθόδοξος. Οἱ γονεῖς τους, ποὺ ἦταν µουσουλµάνοι, ὅµως, θύµωσαν καὶ τὸν ἀνάγκασαν νὰ νυµφευθεῖ µὲ τὸ ζόρι µία µουσουλµάνα. Τὸν βάπτισαν Μιχαὴλ ἀλλὰ δὲν ἤθελε νὰ ἀντισταθεῖ στοὺς γονεῖς του καί µετεστράφη καί πάλι σέ µουσουλµάνο. Ἔλεγε στήν  ἀδελφή του ὅτι κρυφά πιστεύει στόν Χριστό καί ἐπισκέπτεται Ὀρθοδόξους ναούς.  Στεναχωρήθηκε  πολὺ ἡ Φωτεινή, ὅπως κι ὅλοι αὐτοὶ ποὺ τὴν γνώρισαν τὸ ἑξάµηνο ποὺ ἔµεινε στὴ Θεσσαλονίκη. Ἴσως αὐτὸς ἦταν καὶ ὁ λόγος ποὺ πῆγε έσπευσµένως στὴν Τουρκία. Γιὰ ἀρκετὸ καιρὸ µαθαίναµε νέα της µέσω τοῦ Εὐστρατίου ἀλλὰ µετὰ χάσαµε τὴν ἐπαφή. Ἔπαψε νά ἀπαντᾶ στά τηλέφωνα πού τῆς κάναµε κι ἐµεῖς καί ὁ Εὐστράτιος. Ὁ Γέροντας Βασίλειος ὅµως δὲν ἔχασε ποτὲ τὴν ἐπαφὴ ποὺ εἶχε µὲ τὴ Φωτεινή. Μία φορὰ συνέλαβε τὸ λογισµό µου καὶ εἶπε:

-Τώρα Καλλιόπη ἡ Φωτεινὴ βρίσκεται στὰ παράλια τῆς Τουρκίας καὶ δουλεύει ἐκεῖ ὡς γιατρός. Ἡ κύρια, ὅµως, ἐργασία της εἶναι ἡ κατήχηση καί ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου. Σὲ αἴθουσα ξενοδοχείου τῆς Ἀττάλειας βλέπω νά µαζεύονται πολλοὶ Τοῦρκοι καὶ νά τὴν ἀκοῦν µὲ ἐνδιαφέρον. Ἀρκετοὶ ἐξ αὐτῶν ἔχουν βαπτισθεῖ  χριστιανοί. Ὅταν ὅµως µάθουν οἱ δικοί της τήν ὅλη δραστηριότητά της καί ὅτι ἄλλαξε καί ἀσπάστηκε τήν ὀρθόδοξη πίστη ἡ Φωτεινή θὰ µαρτυρήσει. Θὰ τὴν σκοτώσουν οἱ ἴδιοι οἱ συγγενεῖς της.

-Ἐδῶ καὶ περίπου 10 χρόνια δὲν ὑπῆρξε καµία ἐπαφή µέ τή Φωτεινή. Ἀπὸ τὰ λεγόµενα τοῦ γέροντα ὅτι θὰ γίνει µάρτυς, θὰ µαρτυρήσει γιὰ τὸν Κύριό µας Ἰησοῦ Χριστό, φοβᾶµαι ὅτι αὐτὸ ἔχει ἤδη γίνει. Ὅπως ἡ Ἁγία Φωτεινὴ ἡ Ἰσαπόστολος ἔτσι καὶ αὐτὴ θὰ γίνει Ἀπόστολος καὶ θὰ φωτίσει πεπλανηµένα ἔθνη καὶ θὰ µαρτυρήσει γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἔλεγε ὁ γέροντας.

Πηγή: “Γέρων Βασίλειος Καυσοκαλυβίτης, Νουθεσίες – Διδαχές”, Διονύσιος Μακρής, ἐκδ. Ἀγαθὸς Λόγος, τόμ. Β’, σελ. 61-69

Συντάκτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου