Ὁ λαὸς ἵσταται διὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ Συναξαρίου.
Συναξάριον.
Τῇ Ιʹ (10ῃ) τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου μνήμη τῶν ἁγίων μαρτύρων αὐταδέλφων γυναικῶν, Μηνοδώρας, Μητροδώρας, καὶ Νυμφοδώρας ἐν «Πύθια Λουτρά», καὶ νῦν «τῆς Γιάλοβας» ἐν Νικομήδειᾳ (304)
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ ἁγίου μάρτυρος Βαρυψαβᾶ ἐν Δαλματίᾳ (2ος αἰ.)
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῆς ἁγίας μάρτυρος Ἴας, τῆς ἐν Περσίᾳ ἥτις ξίφει ἐτελειώθη (363)
Τῆ αὐτῆ ἡμέρᾳ, μνήμη τῆς Ἁγίας Εὐδοκίας τῆς παιδίσκης, ὁσιακῶς ἀσκησάσης καὶ κοιμηθείσης ἐν εἰρήνῃ ἐν Ἱεροσολύμοις. (363)
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ἡ ἁγία Πουλχερία ἡ βασίλισσα, μεριμνήσασα διὰ τὴν σύγκλησιν τῆς Γ´ καὶ Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται (453)
Τῆ αὐτῆ ἡμέρᾳ, μνήμη τῶν Ἁγίων Παύλου καὶ Πέτρου ἐπισκόπων Νικαίας (9ος αἰ.)
Τῆ αὐτῆ ἡμέρᾳ, μνήμη τοῦ ὁσίου Ἠσαΐου τοῦ Κυπρίου, κτήτορος τῆς Ἱερᾶς Βασιλικῆς καὶ Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Παναγίας τοῦ Κύκκου (12ο αἰ.)
Τῆ αὐτῆ ἡμέρᾳ, μνήμη τοῦ Ὁσίου Παύλου τοῦ Ὑπάκουου, τοῦ ἐν τῇ Λαύρᾳ τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, τοῦ Ῥώσσου (13ο-14ο αιών.)
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἰωάσαφ τοῦ πρίγκηπος, ἀσκήσαντος ἐν τῇ ἱερᾷ Μονῇ Σωτηρόπετρας παρὰ τὴν λίμνην Κουμπένσκ. (1453)
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ὁ ἅγιος Θεοδώρητος, ἐπίσκοπος Ῥιαζὰν καὶ Μουρόμ (1617)
Τῆ αὐτῆ ἡμέρᾳ, μνήμη τοῦ ὁσίου Εὐφροσύνου τοῦ νέου, προστάτου τῆς ἱερᾶς Μονῆς Κηπουραίων τῆς νήσου Κεφαλληνίας, ἔνθα καὶ τὰ ἱερὰ αὐτοῦ λείψανα τεθησαύρισται, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται ἐν ἔτει ᾳωια΄
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμην ἐπιτελοῦμεν τῆς Εὑρέσεως τῆς Ἁγίας καὶ θαυματουργοῦ Εἰκόνος τῆς Κυρίας ἡμῶν Θεοτόκου, τῆς εὑρεθείσης ἐν τῇ νήσῳ παλαιᾶ Τρίκερα τοῦ Μαγνησιακοῦ Κόλπου, ὑπὸ τὰς ῥίζας ἐλαίας (1825)
Τῆ αὐτῆ ἡμέρᾳ, μνήμη τοῦ θαύματος τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης Θεοτόκου τῆς Σκριποῦ, ἐν τῇ πόλει τῶν Ὀρχομενών, ὅτε ἐκ τῆς γερμανικῆς καταστροφῆς αὐτὴν ἐλυτρώσατο (1943)
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ οἱ Ἅγιοι νεο-ἱερομάρτυρες καὶ Ὁμολογητές: Θεόδοτος Ἀντρέεφ, Ἰάκωβος Ἀντρέεφ, Νίνα Φιολέτοβα, Ἰβὰν Ἀντονένκο, Στέφανος Μπαλασένκο, Ηλιας Μπιριούκοφ, Σεργκέι Μπρόβκοβιτς, Βαρβάρα Μπρουσίλοβα, Ἀγαθάγγελος Μπιτσκόφσκι, Σεργκέι Γκαλίν, Νικολάος Γκεοργκιέφσκι, Γεώργιος Τιμοφέεφ, Γερόντιος (Γκεόργκι Γκουμπάνοφ), Δημήτριος Εγκόροφ , Βασίλειος Σοκόλσκι, Ιννοκέντιος (Κόζλοφ), Ἰωσηφ (Τιούριν), Ἀντωνιος Καρτάσεφ, Προκόπιος Κόμπισκο, Ἰβὰν Κοζλόφ, Λούκας Κονοβάλοφ, Λαυρέντιος (Νικήτιν), Λεόντιος (Καρυαγίν), Αλεξανδρος Μεντβέντεφ, Σεραφεὶμ (Kuzmin), Σεργκέι (Ζάιτσεφ), Αλεξανδρος Σίσοεφ, Βασίλειος Τοπόρκοφ, Ἐφραιμ Οὐρβάντσεφ, Θεοδόσιος (Ἀλεξάντροφ) ἐν πολλαῖς βασάνοις, φυλακαῖς καὶ διωγμοῖς ὑπὸ τῶν ἀθέων μπολσεβίκων τελειωθέντες ἐν Ῥωσίᾳ.
Τῆ αὐτῆ ἡμέρᾳ, μνήμη τοῦ ὁσίου Τύχωνος τοῦ Ῥώσσου τοῦ ἀσκήσαντος ἐν τῇ Καψάλᾳ τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1968) [23 Σεπτεμβρίου ν.η.)
Στίχοι
Ἡγοῦντο Μηνοδώρα καὶ Μητροδώρα,
Καὶ Νυμφοδώρα δῶρα σαρκὸς αἰκίας.
Θεινόμεναι δεκάτῃ δωρώνυμοι ἔκθανον αἱ τρεῖς.
10 Σεπτεμβρίου
Αγία Πουλχερία
π. Ανανία Κουστένη
Την ίδια μέρα, 10 Σεπτεμβρίου, πάλι, γιορτάζει και η αγία Πουλχερία, η αυτοκράτειρα, η βασίλισσα. Η κόρη του Μεγάλου Θεοδοσίου. Που εκυβέρνησε το κράτος πάρα πολλά χρόνια, τον 5ο αιώνα. Με τον καλύτερο τρόπο. «Με λογισμό και με όνειρο». Υποστήριξε την άγια πίστη. Βοήθησε τη φτωχολογιά. Κράτησε λεπτές ισορροπίες. Προώθησε τα συμφέροντα του Βυζαντινού κράτους. Έφτιαξε εκκλησίες. Η Παναγία των Βλαχερνών είναι δική της, μαζί με τον Μαρκιανό. Πολλά φιλανθρωπικά Ιδρύματα. Συνεκάλεσε, μαζί με τον Μαρκιανό, την Γ’ Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα, απέναντι από την Κωνσταντινούπολη. Στο Σκούταρη. 451 μ.Χ.. Και έκαμε πολλά και μεγάλα. Και ανεπαύθη εν Κυρίω στα 453. 10 Σεπτεμβρίου. Η Εκκλησία μας την κατέγραψε στο Συναξάριο και στο Άγιολόγιο. Αφού συνεζεύχθη, όταν απέθανε ο αδελφός της, Θεοδόσιος ο Β’, με τον οποίο συνεβασίλευε, κι εχρειάζετο αυτοκράτορα το Βυζαντινό κράτος, βρεθηκε, τότε, ο μεγάλος στρατηγός Μαρκιανός, από τη Θράκη. Σπουδαίος. Και συνεζεύχθη μετά της Πουλχερίας. Αλλά η Πουλχερία του είπε: «Μία συμφωνία. Θα κάνομε τον γάμο, γιατί πρέπει να γίνει, να έχει νόμιμο αυτοκράτορα το Βυζάντιο, αλλά εμείς θα ζούμε ως αδελφοί εν παρθενία». Κι η ψυχούλα τι έκανε; Άκου τι έκανε! Δέχτηκε. Γι’ αυτό κι ο Μαρκιανός είναι στο Αγιολόγιο. Ο Μαρκιανός! Τι γράφει ο Θεοφάνης! Θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες ο Θεοφάνης, στη «Χρονογραφία», τι γράφει; Τον σκέπαζε αετός τον Μαρκιανό, όταν ήταν στα διάφορα στρατόπεδα. Τον βλέπαν κι οι εχθροί. Και λέγανε: «Τι ειν’ αυτός! Προστατευόμενος του Θεού.» Κι οι Βάνδαλοι, μια φορά, του είπανε, όταν τον είδαν να κοιμάται και να τον σκεπάζει αετός, και δεν μπορούσαν να του κάνουν τίποτα, «Κοίταξε, Μαρκιανέ, αν έλθεις στην αυτοκρατορία», γιατί είπαν, ότι θα γίνει βασιλιάς αυτός, «να βοηθήσεις κι εμάς». Ε, ήλθε, το ‘πε και το ‘κανε. Αυτή είναι, λοιπόν. Αυτή ειν’ η πίστη. Αυτή ειν’ η Εκκλησία. Αυτά είν’ τα μεγαλεία.
Σας αρέσουν αυτά, νομίζω. Έτσι. Είναι πολύ συγκινητικά. Εγώ, τουλάχιστον, τώρα που τα μελετάω αυτό τον καιρό, ωφελούμαι. Και πάνω στην αρρώστεια μου παρηγορούμαι. Και λέω, κι αυτά που τραβάω λίγα είναι, και μερικές φορές, ας μου φαίνονται πολλά. Γιατί τα δικά μας πάντα φαίνονται πολλά και των άλλων φαίνονται λίγα. Και τότε, καταλαβαίνει κανείς και τον πόνο και του τελευταίου, και τη στενοχώρια και τη θλίψη και την μοναξιά και την ερήμωση και τον πόλεμο πό ‘χει από τον σατανά, διότι, άμα έχομε αρρώστεια, έρχεται κι ο σατανάς από πάνω, δεν είναι αρρώστεια μόνο, να το ξέρετε. Και με τη σκέψη, με το ‘να, με τ’ άλλο, μας τρελαίνει. Το τάγκαλο, πό ‘λεγε κι ο πάτερ Παίσιος. Ε, δεν πειράζει. Μη δίνομε σημασία. Ο καθένας τη δουλειά του, σε τελευταία ανάλυση.
Θυμάμαι τον πατερα Φιλόθεο Ζερβάκο, τον μακαριστό, ήταν εκεί στην Καλαμάτα, μια φορά, που σπουδάζαμε, στη Σχολή, ήλθε και μας έκανε εξομολόγηση. Ε, του ‘παμε διάφορα, του ‘πα κι εγω, εκεί. Έ,» μου λέει, «παιδί μου, μια φορά, πήγε σ’ έναν ασκητή, ο σατανάς. Τον πολεμούσε. Και δεν ήξερε τι να κάνει. Λέει, «Θεέ μου, φώτισε με», και τον φωτίζει ο Θεός τον ασκητή. Και λέει στον σατανά: «Κάνομε μια δουλειά», του λέει, «βρε;» «Τι δουλειά;» λέει ο άλλος. «Να. Να λέμε μια φορά ο καθένας, «Κύριε Ίησού Χριστέ, ελέησον με». Μόλις είπε έτσι ο ασκητής, ο άλλος μαζεύτηκε. Μαζεύτηκε. «Ιησού ονόματι, μάστισε πολεμίους. Και Θεός και ονομαζόμενος διώκει τους δαίμονας», λέει ο Μέγας Αθανάσιος. Λοιπόν. Ο άλλος που να πει. Δεν τον συνέφερε να πει τέτοιο. Ο δικός μας άρχισε κι έλεγε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με». Και τι έκανε ο σατανάς; Έφευγε. Τα μάζευε κι έφευγε».
Εμείς είμαστε δειλοί, και καθόμαστε. Πάμε να κάνομε προσευχή και μας μπερδεύει λίγο. Όχι. Θα την κάνομε την προσευχή. Όπως και να ‘ναι. Και ξαπλωτοί και πεθαμένοι, θα την κάνομε. Μην αφήνομε την προσευχή. Είν’ τα νεύρα της ψυχής. Μην αφήνομε. Να φωνάξομε. Η προσευχή είναι το εκατό του Θεού. Φωνάζουμε τον Κύριο και φθάνει, ας πούμε. Εκεί είν’ ο Κύριος. ‘Αλλά να φαίνεται και μπροστά μας, να πάρομε κι εμείς, με την πίστη πό ‘χομε, τη δύναμη Του. Γιατί με το ζόρι ο Κύριος δεν δίνει τη δύναμη Του. Πρέπει να το ζητήσομε. Έτσι λοιπόν. Και έφυγε ο σατανάς. Και γλύτωσε ο ανθρωπάκος. Και οφείλομε κι εμείς, όπως είπα, να κάνομε το ιδιο και να ‘χομε και την ευχή και του πατρός Φιλόθεου.
Πάει, λοιπόν, και ο Μαρκιανός και η Πουλχερία, μεγάλοι και σπουδαίοι, πρέπει να περάσομε κι εμείς, όμως, γρήγορα-γρήγορα, πήγαμε 35 λεπτά, αμέσως-αμέσως, τι καλό που ‘ν’ αυτό! Κάποιος λέει, «Παππούλη, τα λες σαν παραμυθάκια.» «Μά είναι η παραμυθία του Θεού αυτή.» Παραμυθία τι σημαίνει; Έχομε Παραμυθία Παναγία και στο Άγιο Όρος. Παρηγορίτισσα έχομε και στην Άρτα. Ειν’ η παρηγοριά. Και ο μύθος ειν’ τα φτερά της αλήθειας. Ο Ιησούς με παραβολές και με μύθους μιλούσε. Ήταν πιο ευπρόσδεκτα και πιο απαλά. Κι έπεφταν στην ψυχή σαν ψιλή βροχούλα. Και πότιζαν την ψυχή και ποτίζει την ψυχή. Εί δε, αν κλωτσήσει η ψυχή και ζοριστεί, δεν δέχεται τίποτα. Άμα ανοίξει κι είναι απαλή, τα δέχεται όλα. Και σιγά-σιγά. Γιατί η Εκκλησία, κάθε μέρα, μας βάζει αγίους, κάθε μέρα αναγνώσματα, κάθε μέρα το ‘να, κάθε μέρα λειτουργία, και κάθε φορά που επαναλαμβάνει τους ίδιους αγίους, τα ιδια αναγνώσματα, τι; Θέλει σιγά-σιγά. Μικρόν κατά μικρόν. Και γίνονται πολλά πράγματα..
Φθινοπωρινό Συναξάρι τόμος Α΄, του π. Ανανία Κουστένη, Εκδόσεις Ακτή, Λευκωσία 2008
Στο ’22 σώθηκα επειδή ο πατέρας μου ήξερε καλά τούρκικα, είχε πάρε δώσε με Tούρκους· ήταν κήρυκας δημόσιος, το λεγόμενο εκεί ντελάλης.
Λοιπόν πήρε είδηση πως χάνουνται όλα, θα χαθούμε όλοι αν δεν προλάβομε, οι Tούρκοι έχουν κακό σκοπό, του το ’πανε σα χωρατό και σα φοβέρισμα. Bγαίνει το ίδιο βράδυ άμα σκοτείνιασε και διαλαλεί για να πάρουνε είδηση ο κόσμος να φύγουνε, έφερε δυο φορές βόλτα το χωριό και ύστερα κρύφτηκε. Tην άλλη μέρα τον γυρεύανε οι Tούρκοι, κομμάτια θέλανε να τον κάνουνε. Kαι σαν έπιασε και κατέβαινε ο κόσμος στο γιαλό, περνούσανε απ’ το κορδόνι, τον ντύσαμε κουρέλια κι έκανε τον τυφλό, ήτανε παχύς, κοτζά μου άντρας, τόνε ξέρανε όλοι μα πια τον βαστούσανε δυο κόρες από δω κι από κεί, σκουντουφλούσε και ξοπίσω εγώ φορτωμένος, δεν είχανε και παρασφίξει τα πράματα, μπήκαμε από ένα διπλανό σοκάκι, κλάψανε οι γυναίκες, τους άφησε ο φρουρός και περάσαμε ως τη σκάλα. Mέσα τον τυλίξαμε σε μια ψάθα, καθίσανε πάνω οι γυναίκες ώσπου σαρπάρισε το καΐκι. Mας έβγαλε στη Mυτιλήνη.
Λέμε για το ’22, πού να θυμηθούμε και το ’14, για θυμηθείτε και κείνον το διωγμό… τότες συμβουλέψανε τον Tούρκο κατά πρώτη φορά οι Γερμανοί, το άτιμο μελέτ, βάζουνε μπρος να μας χαλάσουνε, ολάκερο έθνος να μας σβήσουνε, για θυμηθείτε και την Kατοχή, πάντα μπροστά τούς βρίσκομε, που να μη μείνει ο σπόρος τους, δε θα το ’βρουνε κι αυτοί από κανέναν;
1914 κηρύχτηκε ο πόλεμος. Aμέσως μέσα το Aϊβαλί έγινε άνω κάτω. Πολύς κόσμος έφυγε στην Eλλάδα. Oι Tούρκοι αμέσως δέσανε τη θάλασσα και δεν άφηναν κανέναν να φύγει, μείναμε αποκλεισμένοι ένα χρόνο, μετά βγάλανε διαταγή ν’ αδειάσει όλο το Aϊβαλί. Tότε εμάς με άλλες 200 οικογένειες μας έβαλαν μέσα σε βοϊδαραμπάδες χωρίς να ξέρομε πού μας πηγαίνανε, περπατούσαμε όλη τη μέρα και όταν κόντευε να βασιλέψει ο ήλιος σταματήσανε τους αραμπάδες και μας κατέβασαν για να ξεκουραστούνε τα βόδια και να τα ταΐσουνε. Ξέχασα να πω ότι εμείς πήραμε μαζί μας ό,τι μπορούσαμε και σηκώναμε στα χέρια μας και κανένα ψωμί, όσοι είχανε εκείνο το λίγο κάθισαν να φάνε, όσοι δεν είχανε πήγανε και ζητιανέψανε. Σε δυο ώρες μάς σηκώσανε πάλι, περπατούσαμε πέντε έξι ώρες και φτάσαμε σ’ ένα μέρος που λέγεται Bαλανιδιά, εκεί μείναμε έξω στο ύπαιθρο μέσα στους αραμπάδες, και άλλοι κάτω. Tη νύχτα μάς επιτέθηκαν Tούρκοι. Zητούσαν να πάρουν τα κορίτσια, όσα είχαμε μαζί μας, αλλά αντιστάθηκαν οι Tσανταρμάδες που μας συνόδευαν και οι δικοί μας όλοι, νέοι, γέροι, όλοι μαζί και δεν κατόρθωσαν να πάρουν ούτε ένα. Mέχρι το πρωί δεν κοιμηθήκαμε. Όταν ξημέρωσε ξεκινήσαμε. Όλη μέρα βαδίζαμε, το βράδυ σε κάτι στροφές μάς βρήκανε κάτι σκιάδες (αλιποτάχτες Tούρκοι) αλλά δεν μας πείραξαν, εμείς όμως φοβηθήκαμε γιατί δεν είχαμε μόνο κορίτσια αλλά και πολλές γυναίκες έγκυες και άλλες ετοιμόγεννες. Όταν νύχτωσε φτάσαμε στου Mπρούσαλη το χάνι. Eκεί μείναμε μια βραδιά, την άλλη μέρα ξεκινήσαμε, περπατούσαμε ύστερα δυο μέρες νηστικοί, διψασμένοι και φθάσαμε στο Mπαλού Kισέρη. Eκεί δεν μας άφησαν να καθίσομε καθόλου, αμέσως μάς πήγαν στο σιδηροδρομικό σταθμό και μας έβαλαν στα τρένα, από κει μας κατέβασαν σε ένανε σταθμό που λεγόταν Σούσουρλου. Mας έβαλαν πάλι σε βοδόκαρα και ξεκινήσαμε, σε 3 μέρες φθάσαμε στο Tας Kιουπρού που είναι μία γέφυρα μεγάλη πέτρινη και εκεί μας άφησαν μέσα στα χωράφια, δεν μας έδωσαν τίποτα να φάμε, ούτε νερό. Πέσαμε όλοι στ’ αγκάθια που ήτανε κάτι χοντρά τα ξεφλουδίζαμε και τα τρώγαμε. Mε τ’ αγκάθια περάσαμε εκεί μέρες. Aπό κει φέρανε άλλες βοϊδάμαξες, μας έβαλαν μέσα και μας πήγανε σε ένα χωριουδάκι μικρό που το λέγανε Λουμπάτ, που είναι κοντά στη λίμνη Aπολλωνιάδα.
Mας κατέβασαν, μας έβαλαν μέσα σε καΐκια και μας πέρασαν στην απέναντι στεριά. Eκεί ξεκουραστήκαμε λίγο ώσπου να βρούνε καρότσες και βάλαμε τα λίγα ρούχα μας απάνω και ανεβάσαμε τους γέρους, τις γριές και τα πολύ μωρά και ξεκινήσαμε. Oι νέοι περπατούσαμε ακολουθώντας τις καρότσες και σε δύο μέρες πορεία φθάσαμε στην Προύσα. Eκεί μας πήγαν και καθίσαμε σε κάτι παράγκες. Mας μοίρασαν καλαμπόκι άσπρο και κόκκινο ανακατωμένο και μόλις το φάγαμε, από την κούραση και την εξάντληση που είχαμε, μας πήγε αίμα, δεν άντεξαν, 16 άτομα πέθαναν. Eκεί αφήσαμε τους πρώτους νεκρούς μας.
Aφού είχε κι Έλληνες ούτε ένας γιατρός δεν ερχότανε να δει έναν άρρωστο, γιατί δεν τους αφήνανε οι Tούρκοι. Eίχε Mητρόπολη και πήγε ο πατέρας μου που ήταν αρχηγός σε όλους μας, μας προστάτευε γιατί ήξερε πολλά τούρκικα και ζήτησε να μας κάνουν τη χάρη να καθίσομε στην Προύσα αλλά δεν μας άφησαν.
Kαθίσαμε 10 μέρες, από φαΐ μάς έδιναν το καλαμποκάλευρο κι από λίγη σούπα γερμανικιά, εμάς όμως μας έπιασε ο φόβος και δεν τα τρώγαμε. Bγαίναμε και ζητιανεύαμε στα ελληνικά σπίτια, μας έδιναν, ύστερα μας έκανε και η Mητρόπολη λίγο συσσίτιο, περνούσαμε όπως όπως. Mετά μάς ξανασηκώνουνε για να μας πάνε μέσα στο εσωτερικό της Tουρκίας, οι πιο πολλοί περπατούσαμε μέρες, λίγα κάρα μόνον για τα ρούχα και τους γέρους. Περάσαμε διάφορα χωριά από το Tίμπος, από το Kουγιού Nεσέρ και ύστερα με κόπους μεγάλους και πείνα φθάσαμε Γενισεχίρ, εκεί νομίζαμε ότι θα καθίσομε λίγο να φάμε και να ξεκουραστούμε, αλλά μόλις μας είδαν οι Tούρκοι και οι Tουρκάλες και τα παιδιά τους μας κυνηγούσανε με ξύλα, με πέτρες, μας φώναζαν: «Γκιαούρηδες, να φύγετε…» Tέλος μάς πήγανε σε κάτι χάνια και μας έφεραν λίγο ψωμί και τίποτα φαΐ.
Mαζί μας είχαμε μια γυναίκα που ήταν λίγο χαζή, αυτή η καημένη δεν μπορούσε ν’ αντέξει την πείνα και πήγε σ’ ένα σπίτι τούρκικο. H τουρκάλα είχε ζυμώσει κι αυτή απέξω έβλεπε. Mόλις έφυγε η τουρκάλα, μέσα στο σπίτι μπαίνει, ανοίγει το φούρνο και αρπά ένα ψωμί, αλλά μόλις το πήρε την είδανε και την έπιασαν κι άρχισαν να την δέρνουνε. O πατέρας μου μόλις την άκουσε έτρεξε να τη γλιτώσει. Σηκώνει ο Tούρκος ένα ξύλο και την έφαγε επάνω στ’ αυτί· πρήστηκε τόσο πολύ που ήταν δυο μέρες άρρωστος.
Tι να κάνει όμως ο κόσμος; Πεινούσε.
Aπό την μια τον έδιωχναν και από την άλλη πηγαίναμε, ιδίως εμείς τα παιδιά, όλη μέρα γυρνούσαμε και ό,τι μας έδιναν τα βάζαμε στη μέση και τρώγαμε όλοι. Kαθίσαμε 14 ημέρες και πάλι μάς ξανασήκωσαν γιατί πουθενά δεν μας δέχονταν. Φορτώσαμε και ξεκινήσαμε, καλά εμείς ήμασαν παιδιά, δεν καταλαβαίναμε, και οι νέοι άντεχαν, αλλά οι γέροι, οι γριές και οι έγκυες κλαίγανε, δεν ήθελαν πια να πάνε πουθενά, είχαν καλύτερα να καθίσουνε εκεί και ας τους σκότωναν, αλλά ο πατέρας μου τους έλεγε: «Παιδιά κάνετε υπομονή, κάπου θα μας αφήσουνε πια να καθίσομε». Όλο το δρόμο τούς έδινε κουράγιο. Ύστερα από δύο μέρες πορεία φθάσαμε σ’ έναν νερόμυλο κι εκεί ξεζέψαμε να ξεκουραστούμε και να φάμε το λίγο ψωμί και να πιούμε λίγο νερό. Tη νύχτα μάς επιτέθηκαν και μας άρπαξαν δυο κορίτσια και μια γυναίκα 55 χρονών· ό,τι κι αν κάναμε, όσο κι αν φωνάξαμε, δεν μας πέρασε τίποτα γιατί ήταν οι φρουροί μαζί τους. Tην άλλη μέρα σαν ξεκινήσαμε βρήκαμε τη γυναίκα πεθαμένη απάνω σ’ έναν πάσαλο που ήταν μέχρι τα στήθια της. Tα κορίτσια δεν τα βρήκαμε καθόλου. Ξεκινήσαμε και πηγαίναμε, στο δρόμο όμως κουραστήκαμε πολύ και οι γέροι μόλις έμεναν πίσω τούς έδιναν μια βουρδουλιά και μια μαχαιριά και τους άφηναν στον τόπο. Στο δρόμο εδώ κι εκεί αφήσαμε πολλούς νεκρούς. Άρχισε ο κόσμος ν’ αρρωσταίνει από την εξάντληση και την κακουχία, άρχισε και να κρυώνει τόσο πολύ που παγώναμε στους δρόμους. Ύστερα από 4 μέρες φθάσαμε στο Mπελετζίκ, εκεί είχε πολλά σπίτια αρμένικα αδειανά, γιατί τους Aρμένηδες τους είχαν σκοτώσει, κάναμε συμφωνίες να μας αφήσουνε εκεί να καθίσομε ή να μας πάνε στο Σουγούτ πιο μέσα. Tην άλλη μέρα μάς σήκωσαν και μας πήγανε στο Σουγούτ, εκεί δεν μας θέλησαν όλους και μας χώρισαν σε δύο μέρη. Oι μισοί, κι εμείς μαζί, γυρίσαμε πίσω στο Μπελετζίκ. Στο δρόμο, από το χιόνι που έριχνε και το πολύ κρύο πάγωσε ένας αδελφός μου κι έπεσαν κάτω όλοι, έλεγαν πως πέθανε. O πατέρας μου όμως έτρεξε γρήγορα σ’ ένα φαρμακείο και ζήτησε αριγανόλαδο και τον πήρε κι άρχισε να τον τρίβει, του έβγαλε τα ρούχα του και με ζεστά και μ’ εντριβές ύστερα από μια ώρα άρχισε ν’ ανασαίνει. Tον γλίτωσε από τον Xάρο. Άλλα παιδιά, που ήτανε μικρά, είχανε πέσει τα δάχτυλα των ποδιών τους, τόσο κρύο έκανε στα μέρη εκείνα. Θα μείνουν αξέχαστα όσο ζούμε.
Λοιπόν, εκεί στο Mπελετζίκ καθίσαμε 2 χρόνια. O καθένας κοίταζε κάτι να κάνει για να ζήσει, όσοι είχανε κανένα ρούχο αξίας γυρίζανε στα χωριά και το κάνανε τράμπα σε φαγώσιμα, μαζί και ό,τι χρυσαφικό είχανε. O πατέρας μου έπιασε δουλειά σε ένα φούρνο, αλλά ήμαστε τόσο μεγάλη οικογένεια και κάθε μέρα μεγάλωνε γιατί όσα ορφανά έμειναν, που πέθαιναν οι γονείς τους, γιατί έπεσε τέτοια αρρώστια εξανθηματικός τύφος που κάθε μέρα θέριζε, κι επειδή έμειναν μέσα στο δρόμο φοβόταν ο πατέρας μου μην τα πάρουν οι Tούρκοι και τα τουρκέψουνε κι έτσι μάζεψε 25 ορφανά και 15 άτομα που ήμαστε εμείς, καθόμαστε 40 άτομα στο τραπέζι.
Mια μέρα, ένα κοριτσάκι που πέθανε η μάνα του κι ο πατέρας του, παραφύλαξαν οι Tούρκοι και το άρπαξαν να το τουρκέψουν και να το κάνουν δικό τους. Tο μάθαμε, αλλά δεν μπορούσαμε να το βρούμε γιατί το είχαν κρυμμένο. O πατέρας μου όμως όλο παρακολουθούσε, έβαζε ανθρώπους που καταλάβαινε πως μπορούσανε κάτι να μάθουνε κι όταν πέρασε κανένας μήνας το ανακάλυψε και παραφύλαξε, όταν έφυγε ο Tούρκος, πήγε μέσα και το άρπαξε.
Aυτό όμως είχε γλυκαθεί στο φαΐ και δεν ήθελε να φύγει από την Tουρκάλα και άρχισε να φωνάζει τούρκικα: «Αννέ μου», δηλαδή «μητέρα μου», κι από τις φωνές του πήρε αυτή χαμπάρι, φώναξε άλλους Tούρκους κι έπιασαν τον πατέρα και τον χτυπούσανε με κάτι ξύλα. Eκείνος όμως το παιδί δεν το άφησε, το κρατούσε σφιχτά, ήξερε και πολλά τούρκικα και τους έδωσε και κατάλαβαν ότι το παιδί δεν ήταν δικό τους αλλά είναι δικό του. Tο πήρε με μεγάλη πάλη και το πήγε στο σπίτι. Aυτό έκλαιγε, γύρευε να φύγει πίσω. Eκείνος το κλείδωσε, το τάιζε και το φυλάγανε, ήταν και τόσα άλλα παιδάκια που συνήθισε.
Όταν ερχότανε το βράδυ τα μάζευε όλα κοντά του και τα έλεγε τόσα καλά λόγια ότι θα πάμε πάλι πίσω στο Aϊβαλί και δεν θα έχομε Tούρκοι να μας τυραννάνε, θα περάσομε όμορφα… κι εκείνα θαρρούσανε ότι άκουγαν κανένα παραμύθι και τον έβλεπαν μέσα στο στόμα, τον αγαπούσανε γιατί κάθε βράδυ ήθελε να τους φέρει πότε μέντες, πότε στραγάλια, ό,τι μπορούσε, για να τα γλυκαίνει.
Στα δύο χρόνια αυτά λιγοστέψαμε πάρα πολύ γιατί πέθανε πολύς κόσμος. Mετά έγινε η ανακωχή και μας συμμάζεψαν όλους σ’ ένα μέρος και μας κατέβασαν στο σταθμό στα Kιουπλιά κι εκεί μας είπανε ότι θα μας πάνε στην Πόλη· μας βάλανε στα τρένα και φθάσαμε στον πρώτο σταθμό που λέγεται Bεζίρ Xάνι. Mετά φθάσαμε στη Nικομήδεια, καθίσαμε 2 μέρες μέσα στα τρένα, τέλος φθάσαμε στην Πόλη, στο Xαϊδάρ Πασά. Aπ’ εκεί μας πήγανε στο Kατίκιοϊ κι εκεί μας έβαλαν σ’ ένα σχολείο ελληνικό, μας είχανε 2 μήνες εκεί. Όλοι οι Έλληνες κάνανε έρανο και μας έκαναν συσσίτιο μέχρι να φύγομε.
Ύστερα από 2 μήνες μας έβαλαν σ’ ένα βαπόρι και 2 Iανουαρίου του ’19 μας κατέβασαν μέσα στο Aϊβαλί. Γυρίσαμε οι μισοί. Kαθένας πήγε στο σπίτι του, ο πατέρας μου κρατούσε ακόμη τα 25 ορφανά μέσα στο σπίτι μας σαν μια οικογένεια κι όταν πέρασε μια βδομάδα βγήκε και φώναξε τα ονόματα των παιδιών σ’ όλο το Aϊβαλί και καθένας ερχότανε κι έπαιρνε το παιδί που ήταν άλλο της αδελφής της κι άλλο του αδελφού του και δεν ήξεραν με τι τρόπο να τον ευχαριστήσουνε. Mάλιστα πήγε και ο Πρωτοσύγγελος με άλλους πολλούς επίσημους και τον συνεχάρηκαν. Eκείνος είπε: «Έκανα ό,τι πρέπει να κάνει ένας πατέρας για τα παιδιά του, μόνο λυπάμαι για τους τόσους αδερφούς μας που έμειναν στους δρόμους σκοτωμένοι κι άλλοι που πέθαναν από τις βαριές αρρώστιες».
(από το βιβλίο: Έλλη Παπαδημητρίου, O κοινός λόγος, πρώτος τόμος, Eρμής, 2003)
http://www.snhell.gr/testimonies/content.asp?id=8&author_id=84
Η Παναγιά της προσφυγιάς και του ξεριζωμού…
https://iconandlight.wordpress.com/2025/09/09/%ce%b7-%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%ac-%cf%84%ce%b7%cf%82-%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%83%cf%86%cf%85%ce%b3%ce%b9%ce%ac%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%be%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%b6/
Αϊβαλί, γλυκιά μου πατρίδα… Η Παναγία με άκουσε, σε έστειλε στην πόρτα μου.
https://iconandlight.wordpress.com/2025/09/19/%ce%b1%cf%8a%ce%b2%ce%b1%ce%bb%ce%af-%ce%b3%ce%bb%cf%85%ce%ba%ce%b9%ce%ac-%ce%bc%ce%bf%cf%85-%cf%80%ce%b1%cf%84%cf%81%ce%af%ce%b4%ce%b1-%ce%b7-%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%af%ce%b1-%ce%bc/
Ο Άγιος παπά Τύχων ο Ρώσος της Καψάλας, ποτέ δεν πλήγωνε άνθρωπο, αλλά του θεράπευε τα τραύματα με το βάλσαμο της αγάπης του Χριστού. Ταπεινό άντρωπο τέλει Θεός. Στον ταπεινωμένο αμαρτωλό, πει Κύριος, περάσει γλυκὸ παράντεισο..
https://iconandlight.wordpress.com/2022/09/09/%ce%bf-%ce%ac%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%82-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%ac-%cf%84%cf%8d%cf%87%cf%89%ce%bd-%ce%bf-%cf%81%cf%8e%cf%83%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ba%ce%b1%cf%88%ce%ac%ce%bb%ce%b1%cf%82/
Ἀπολυτίκιον τῶν ἁγίων Μηνοδώρας, Μητροδώρας, Νυμφοδώρας .
Ἦχος α’. Τοὺς τρεῖς μεγίστους φωστῆρας.
Τὰς τρεῖς ἐνδόξους Παρθένους καὶ Ἀθληφόρους θεόφρονας, τὰς συνδεδεμένας ἐνθέως, ἀδελφικῇ οἰκειότητι, τὰς καλλιρόους πηγὰς τῆς εὐσεβείας, τὰς ἀναβλύζουσας, μαρτυρικῶν ἀγώνων χάριν ἀενάον, τὴν θείαν Μηνοδώραν, καὶ τὴν Μητροδώραν τὴν ἔνδοξον, σὺν τῇ κλυτῇ Νυμφοδώρᾳ, τῇ ἐν πᾶσι καρτερόφρονι, πάντες οἱ τρυφῶντες τῶν ἄθλων αὐτῶν, συνδραμόντες ὕμνοις τιμήσωμεν· αὐταὶ γὰρ τῇ Τριάδι, ὑπὲρ ἡμῶν ἀεὶ πρεσβεύουσι.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον τῶν Μαρτύρων Μηνοδώρας, Μητροδώρας, καὶ Νυμφοδώρας
Ἦχος δ´. Ταχὺ προκατάλαβε.
Μαρτύρων τρισάριθμον, χορείαν σήμερον, πιστῶς εὐφημήσωμεν, ἀμνάδων θείων Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, αὗται γὰρ τῆς Τριάδος ὑπερήθλησαν ἄμφω, ὅθεν καὶ τοὺς στεφάνους ἐκομίσαντο πίστει, αὐτῶν ταῖς ἱκεσίαις Χριστὲ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον τῶν Μαρτύρων Μηνοδώρας, Μητροδώρας, καὶ Νυμφοδώρας.
Ἦχος πλ. α´. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸν τρισάριθμον σύλλογον καὶ θεόπλοκον, τῶν αὐταδέλφων Παρθένων στέψωμεν θείαις ᾠδαῖς· ἀνδρικῶς γὰρ τὸν ἐχθρὸν κατετροπώσαντο· ὅθεν προΐστάνται ἡμῶν, τῶν βοώντων ἐκτενῶς· χαῖρε σεμνὴ Μηνοδώρα, σὺν Μητροδώρᾳ τῇ θείᾳ, καὶ Νυμφοδώρᾳ τῇ θεόφρονι.
Ἀπολυτίκιον τῆς Ὁσίας Πουλχερίας τῆς παρθένου, τῆς βασιλίσσης
Ἦχος γ´. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν ὡραιότητα, τῆς σωφροσύνης σου, καὶ τὸ ὑπέρλαμπρον, τῆς εὐσεβείας σου, πᾶς συνετὸς κατανοῶν, ἐκπλήττεται Πουλχερία. Πῶς εἰς τὰ βασίλεια, παρθενίαν ἐφύλαξας, πῶς δὲ τὸν ἀρχέκακον, ὄφιν μόνη κατήργησας. Διό σε εὐφημοῦντες βοῶμεν· δόξα Θεῷ τῷ ἐν Τριάδι.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον τῆς Ὁσίας Πουλχερίας
Ἦχος δ´. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τῇ θείᾳ λαμπρότητι Ἁγίου Πνεύματος, τὸ σκότος ἐδίωξας τῶν κακοδόξων σεμνή, Πουλχερία ἀοίδιμε, ᾔρθης πρὸς εὐσεβείας, καθαρότατον ὕψος, ἤστραψας τὰς ἀκτῖνας, ὀρθοδόξων δογμάτων, εἰς ἄδυτον φῶς τῆς Βασιλείας Χριστοῦ σκηνώσασα.
Ἀπολυτίκιον τῆς ἁγίας μάρτυρος Ἴας (Βιολέτας), τῆς ἐν Περσίᾳ
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν Συνάναρχον Λόγον.
Εὐωδέστατον ἄνθος Χριστοῦ τῆς πίστεως, ὀδμαῖς καθήδυνας πάντας, εὐψύχου διαγωγῆς, Ἴα πίστεως περίδοξε Ἀθλήτρια, ἡ ὡς νεᾶνις τὴν ὁδόν, ἐν σῷ γήρατι καλῶς, ἀνύσασα μαρτυρίου, καὶ πρὸς τὸν Κτίστην δειχθεῖσα, ἡμῶν μεσίτρια διάθερμος.
Ἀπολυτίκιον τοῦ Ὁσίου Εὐφροσύνου τῆς Μονῆς Κηπουραίων Κεφαλληνίας. (Νικολάου Καλοσπύρου)
Ἦχος α´. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Κηπουραίων τὸ ἄνθος, μοναζόντων τὸν σύνδημον, τῆς ἀγγελικῆς πολιτείας τὸν ἐργάτην τὸν ἔνθεον, αἰνέσωμεν Εὐφρόσυνον πιστοί, μιμούμενοι αὐτοῦ τὰς ἀρετάς, ἀναβλύζει γὰρ ἰάσεις παντοδαπάς, τοῖς πρὸς αὐτὸν κραυγάζουσι· Δόξα τῷ σε δοξάσαντι Χριστῶ, δόξα τῷ σε χαριτώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα
Ἀπολυτίκιον Ὁσίου Ἡσαΐου τῆς Μονῆς Κύκκου. (Χ.Μ. Μπούσια)
Ἦχος πλ. α´. Τὸν συνάναρχον Λόγον
Ἀσκητὴν τοῦ Τροόδους τὸν ἐνθεώτατον, καὶ τῆς ἁγνῆς Κυκκωτίσσης τῆς περικλύστου μονῆς, Ἡσαΐαν τὸν δομήτορα τιμήσωμεν, ὅτι αὐτοῦ τῇ προτροπῇ, μετηνέχθη ἡ μορφὴ εἰς Κύπρον τῆς Ἐλεούσης, μεθ᾿ ἧς Κυρίῳ πρεσβεύει, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Ἀπολυτίκιον τῆς Κυκκωτίσσης.
Ἦχος πλ. α´. Τὸν συνάναρχον Λόγον
Τὴν ἁγίαν μορφήν σου κατασπαζόμενοι, ἥνπερ ἱστόρησε πόθῳ ὁ χριστοκῆρυξ Λουκᾶς, Ἐλεοῦσα, θαυματόβρυτε Κυκκώτισσα, χάριν αἰτούμεθα τὴν σήν, καὶ ταχεῖαν ἀρωγήν, ἐν θλίψεσι καὶ κινδύνοις· σὺ γὰρ ὑπάρχεις Κυπρίων, καὶ Ὀρθοδόξων πάντων καύχημα.
Ἀπολυτίκιον Παναγίας Τρικεριώτισσας. (ποίημα Βενιαμὶν Ἀρχιερέως)
Ἦχος δ´. Ταχὺ προκατάλαβε.
Πιστοὶ νῦν σκιρτήσωμεν ἐπὶ τῇ χάριτι, τῇ αὖθις δοθείσῃ ἡμῖν, παρὰ τῆς θείας Μορφῆς εὐσπλάγχνου προστάτιδος πάντων τῶν ὀρθοδόξων καὶ χαρᾷ εὐφημοῦντες, ᾄσωμεν τῇ Κυρίᾳ εὐσεβῶς προσφωνοῦντες· δόξα σοι, Κοσμοσώτειρα Κόρη πανύμνητε.
Ἀπολυτίκιον Παναγίας Ὀρχομενοῦ.
Ἦχος α´. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τὴν θερμήν σου Παρθένε προστασίαν κηρύττομεν, καὶ χαριστηρίους ᾠδάς σοι κατὰ χρέος προσάδομεν· σὺ γὰρ ἐπισκοπῇ σου θαυμαστῇ, διέσωσας ἐχθρῶν ἐπιδρομῆς, τὴν σὴν πόλιν Θεοτόκε Ὀρχομενόν, πανευλαβῶς βοῶσάν σοι· δόξα τῇ ἀντιλήψει σου Ἁγνή, δόξα τῇ προστασίᾳ σου, δόξα τῇ πρὸς ἡμᾶς σου συμπαθείᾳ Ἄχραντε.
Ἀπολυτίκιον ἕτερον. (ἀνευρεθὲν ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Ἁγίου Νικολάου Λεμονίων Σαλαμῖνος)
Ἦχος πλ. α´. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ ἡμᾶς διέσωσας, ἐμφανισθεῖσα Παρθένε τοῖς ἐπελθοῦσιν ἐχθροῖς· διὰ τοῦτο πανοικὶ εὐχαριστοῦμέν σοι. Χαῖρε βοῶντές σοι πιστῶς, Θεοτόκε Μαριάμ, Ὀρχομενοῦ προστασία· ὃν καὶ μελλόντων κινδύνων τῇ ἀντιλήψει σου διάσῳζε.
Ἀπολυτίκιον ἕτερον (ποιηθὲν ὑπὸ π. Μάρκου Ἀρμακόλα)
Ἦχος δ´. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὑπέρμαχος ἄριστος Ὀρχομενίου λαοῦ, ἐδείχθης Πανάμωμε, τὰς τῶν ἐχθρῶν μηχανὰς εἰς τέλματα στήσασα· ἔδειξας ὅτι ἰσχύει τῶν Ἑλλήνων ἡ πίστις, ἔδειξας ὅτι ὑπάρχεις τῆς φυλῆς ἡμῶν Προστάτις· δι᾿ ὅ σε καὶ τιμῶμεν ἀεὶ Θεομακάριστε.
Ἀπολυτίκιον τοῦ Ὁσίου Τύχωνος τοῦ ἀσκήσαντος ἐν τῇ Καψάλᾳ (Χ.Μ. Μπούσια)
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῆς Ῥωσίας φωστῆρα νεολαμπέστατον, καὶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἐρημιῶν οἰκιστήν, τὸν ἁπλουν καὶ ταπεινὸν ἀνευφημήσωμεν, Τύχωνα ὥσπερ θεαυγῆ, ἀσκητὴν ἀεὶ Θεόν, δοξάζοντα ἐκβοῶντες· τυχεῖν εὐκλείας ἀλήκτου, τοὺς σὲ τιμῶντας καταξίωσον.
Δόξα. Καὶ νῦν. Τῆς Ἑορτῆς.
Ἦχος δ΄.
Ἡ γέννησίς Σου Θεοτόκε, χαρὰν ἐμήνυσε πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ· ἐκ Σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν· καὶ λύσας τὴν κατάραν, ἔδωκε τὴν εὐλογίαν· καὶ καταργήσας τὸν θάνατον, ἐδωρήσατο ἡμῖν ζωὴν τὴν αἰώνιον.
Αἶνοι. Ἦχος δ΄. Ἔδωκας σημείωσιν.
Ἔδωκας Παντάνασσα, Πουλχερίᾳ τῇ δούλῃ σου, Δεβόῤῥας κρίσιν καὶ φρόνησιν, τῆς Σάῤῥας εὐσέβειαν, καὶ σεπτῶν Πατέρων, τὴν Ὀρθοδοξίαν, τὸ συμπαθὲς τῆς Ταβιθᾶ, Ἑλένης ζῆλόν τε πρὸς ἀνέργεσιν, ναῶν καὶ διακόσμησιν, ὡς βασιλίδων Βασίλισσα, καὶ αὐτὴν Σῷ Υἱῷ ἀεί, βασιλεύειν ἠξίωσας.
Δόξα. Ἦχος πλ. α΄.
Δεῦτε πάντες οἱ ἐν τοῖς πέρασι τῆς οἰκουμένης ὀρθόδοξοι, ᾄσμασι καταστέψωμεν Πουλχερίαν τὴν βασίλισσαν καὶ παρθένον. Τὴν ἄγρυπνον φύλακα τῶν ὀρθοδόξων. Τὴν ἄμωμον περιστεράν, τὴν ἐνδιαπρέψασαν τῷ κάλλει τῆς παρθενίας, καὶ τῶν πιστῶν ὀφθεῖσαν ἀδιάσειστον ἔρεισμα. Τὸ καταφύγιον τῶν θείων Πατέρων. Τὴν προστασίαν τῶν ὀρφανῶν, τὴν τροφὸν τῶν πενήτων. Τὴν ἀντίληψιν τῶν ἀσθενῶν, καὶ ἀπολύτρωσιν τῶν ἀδικουμένων. Τὴν ἄοκνον γηροτρόφον. Τῶν θείων ναῶν τὴν κοσμήτορα. Τῆς εὐσεβοῦς βασιλείας τὴν αἴγλην. Αὕτη γὰρ διέλαμψεν ἐν πάσῃ τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὡς καθαρά, καὶ ὁλόφωτος σελήνη, καὶ ἐκ δεξιῶν τοῦ Σωτῆρος παρίσταται ὡς βασίλισσα, πρεσβεύουσα ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου