
Μία Κυριακή τοῦ 1905, ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς Πανορμίτου Σύμης, Ἰγνάτιος ᾿Αστυπαλίτης, συζητοῦσε μέ τό Γιώργη Τζινιέρη κι ἄλλους ἐργάτες για το καμπαναριό τῆς μονῆς, ποὺ ἄρχισε τότε να χτίζεται. Ἦταν ἀνάγκη να μεταφερθοῦν σύντομα τά ὑλικά καί οἱ πέτρες γιά τή βάση τοῦ καμπαναριοῦ. Στο νταμάρι, στον κάβο, εἶχε λατομηθεῖ ἀρκετή ποσότητα ἀπό μεγάλες, τετράγωνες, πελεκητές πέτρες καί μακριές, πλατειές πλάκες. Τά ζῶα ὅμως πού τίς κουβαλοῦσαν ἦταν λιγοστά, κι αὐτά γέρικα καί ἀνίκανα γιά τέτοια δουλειά.
– Ἔτσι πού πᾶμε, εἶπε ὁ Τζινιέρης, δέν θά τό ‘χουμε ἕτοιμο στη χάρη του.
– Πρέπει νά ἐξασφαλίσουμε μερικά κυπρέικα μουλάρια, εἶπε ὁ ἡγούμενος. Αὐτά εἶναι ταμάχικα καί γερά ζῶα.
Ὁ ἀρχιεργάτης σκέφθηκε ἄλλη λύση:
– Νά κόψουμε πεῦκα καί νά φτιάξουμε σάλι, πρότεινε. Τό σάλι θά σηκώνει δέκα φορτώματα.
Μ’ αὐτές τίς σκέψεις χώρισαν. Εἶχε πιά βραδυάσει. Ὁ π. Ἰγνάτιος ἔκανε ἕναν ἔλεγχο στίς πόρτες τῆς μονῆς καί πῆγε νὰ ἡσυχάσει.
Τή νύχτα ἔπιασε φουρτούνα. Τό μπουγάζι τῆς Ρόδου κατέβαζε ἄγρια κύματα καί ἡ βροχή ἔπεφτε με τό τουλούμι. Ἐνῶ ἡ ἀνεμοθύελλα μαινόταν, ἀμέτρητοι κεραυνοί ἔσκιζαν κάθε τόσο το σκοτάδι.
Μέσα σ’ αὐτή τήν κόλαση, μιά τούρκικη μπρατσέρα, φορτωμένη ἀπό τήν Κύπρο, χαροπάλευε στ’ ἀνοιχτά τῆς Σύμης. Ὁ πλοίαρχος Οσμάν, δεμένος στο τιμόνι, εἶχε καρφώσει το μάτι στο φανάρι τοῦ Πανορμίτη κι ἀγωνιζόταν νά ποδίσει στο λιμάνι του.
Ξαφνικά, ἀπό μιά στραβοτιμονιά τοῦ Ὀσμάν, τό φορτίο μπατάρισε στή μιά πάντα καί τό καΐκι ἔγειρε ἐπικίνδυνα. Μιά ἀστραπή φώτισε το σκοτάδι, κι ὁ πλοίαρχος, ἀντικρύζοντας το λιμάνι τοῦ Πανορμίτη, ἄρχισε νά τόν καλεῖ σέ βοήθεια:
– Γκέλ Μουχάλ! Γκέλ Μουχάλ Σουμπεκινλί! (Ελα, τρέξε Πανορμίτη).
Το πρωί τῆς Δευτέρας ὁ ἡγούμενος Ἰγνάτιος ὑποδεχόταν στήν αἴθουσα ὑποδοχῆς τόν Ὀσμάν καί τούς θαλασσοδαρμένους ναῦτες του.
– Μεγάλη φουρτούνα, καπετάνιο. Πῶς τά καταφέρατε;
– Κινδυνέψαμε, πάτερ, καί βασανίσαμε καί τό φορτίο μας.
– Τί φορτίο ἔχετε;
– Μουλάρια κυπρέϊκα, ἀπάντησε ὁ Ὀσμάν, κι ἔβγαλε το πουγγί του, ἕτοιμος να τ’ ἀδειάσει στό τραπέζι γιά τή χάρη τοῦ ἀρχαγγέλου.
Ὁ ἡγούμενος, βαθιά ἱκανοποιημένος, χτύπησε τόν Τοῦρκο στόν ὦμο καί τοῦ εἶπε:
– Πόσα μουλάρια εἶναι τό φορτίο σου, καπετάνιο;
– Ἑξήντα, πάτερ, καί πέντε τῆς κουβέρτας δικά μου. Ὅλ’ αὐτά ἀνήκουν ἀπό σήμερα στον Ταξιάρχη.
Τότε ὁ ἡγούμενος γύρισε πρός τή μεγάλη χρυσοκέντητη εἰκόνα τοῦ Πανορμίτη, πού στόλιζε τὴν αἴθουσα, καί ψιθύρισε συγκινημένος:
– Μέγας εἶσαι, Πανορμίτη μου!
Πηγή: «Ἐμφανίσεις καὶ Θαύματα τῶν Ἀγγέλων», ἐκδ. Ἱερὰ Μονὴ Παρακλήτου, σελ. 245-246
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου