
«Το 1950 ἀρρώστησα πολύ βαριά ἀπό τήν καρδιά μου. Τα πάντα τρεμόσβηναν μπροστά στα μάτια μου· δέν ὑπῆρχε πλέον ἐλπίδα ζωῆς γιὰ μένα. Σύμπτωση, ἔρχεται μιά γνωστή κυρία νά μέ δεῖ καί μοῦ λέει: «Τάξου, παιδί μου, στήν Παναγία τήν Προυσιώτισσα καί θά σε κάνει καλά· εἶναι τόσο θαυματουργή πού δέν μπορῶ νά σοῦ περιγράψω!».
᾿Από ‘κείνη τή στιγμή μιά ἐλπίδα ζωῆς ἔνιωσα μέσα μου κι ἄρχισα να παρακαλῶ τή χάρη Της μέρα καί νύχτα συνέχεια ἐπί ἑπτά χρόνια νά με βοηθήσει νά κατορθώσω νά ‘ρθω να Τήν προσκυνήσω. Τό 1957 γνώρισα τόν ἐφημέριο τοῦ ῾Αγ. Δημητρίου Νέας Ελβετίας πάτερ Σπυρίδωνα κι ὅταν τοῦ ἀνάφερα την περίπτωσή μου μοῦ εἶπε· – Ἐγώ θὰ σοῦ ὑποδείξω καί θά σε διευκολύνω νὰ πᾶς στήν Παναγία. Μοῦ ἔδωσε 2 γράμματα· ἕνα πρός τόν Γρηγόριο Πέξα, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀγωγιάτης – συγκοινωνία τότε δέν ὑπῆρχε – κάτοικο Γάβρου καί μοῦ εἶπε: «Θὰ πᾶς στο Γάβρο μέσω Καρπενησίου, θα δώσεις αὐτό τό γράμμα στο Γρηγόρη καί θά σε πάει στήν Παναγία». Ὁ ἀγωγιάτης ὅταν μέ εἶδε φοβήθηκε τα χάλια μου καί πὴρε μαζί του σχοινί γιά νά μέ δέσει ἐπάνω στο ζῶο ἄν χρειαστεί. Το δεύτερο γράμμα ἦταν γιά τόν Ἡγούμενο Γερμανό. Μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ ἔφθασα στη χάρη Της.
Ὅταν στάθηκα μπροστά στήν Ἱερή Εἰκόνα νά προσευχηθῶ καί νά προσκυνήσω ἕνα ἀνεξήγητο ρίγος διαπέρασε τό σῶμα μου ὁλόκληρο· σα να ἠλεκτριζόμουν πάνω στή γῆ πού πατοῦσα. Ἐγώ εἶχα τάξει νά ξενυχτίσω μπροστά στη χάρη Της ὅλη τή νύχτα γοναστιστή. Μοῦ ἔφεραν ἀντίρρηση διότι τήν Ἐκκλησία τή νύχτα τήν κλείδωναν κατά την τάξη. Σύμπτωση ἦταν στο Μοναστήρι ὁ Σεβασμιότατος Χριστόφορος καί ἀντελήφθηκε το περιστατικό ὅταν ἐγώ ἔκλαψα καί εἶπα: – δέν εἶμαι κακός ἄνθρωπος, κλειδώστε με μέσα, μή φοβάστε ὅτι θά κλέψω – διότι ὑπῆρχαν πολλά τάματα. Ἔδωσε ἐντολή να μείνομε στήν ἐκκλησία κατ’ ἐξαίρεση ἐγώ καί ἡ κοπέλα πού μέ συνόδευε. Διαβάζαμε συνέχεια μπροστά στήν Ἱερή Εἰκόνα προσευχές. Κατά τή 1:30 μετά τά μεσάνυχτα ἀκοῦμε τήν πόρτα τῆς Ἐκκλησίας καί ἀνοίγει. Λέω ἐγώ στή σύντροφό μου: «Μή κινηθεῖς ἀπό τή θέση σου· ἔχουν ἔννοια τί κάνουμε κι ἦρθαν νὰ δοῦν, νά διαπιστώσουν ὅτι προσευχόμαστε».
Ἔρχεται μέσα μιά κυρία μεσήλιξ, μελαχρινή, ψηλή. Φθάνει στο πλευρό μου βγάζει τίς παντόφλες της κάνει τρεῖς μετάνοιες καί προσκυνᾶ τὴν ῾Αγία Εἰκόνα τῆς Παναγίας.
Ἐγώ τῆς λέω: «Ἐλᾶτε ἐδῶ κοντά μας πού ἔχουμε κουβέρτα μήν πατᾶτε στα μάρμαρα· δέν εἴμαστε ἐμεῖς καλύτερες» (νόμισα πώς ἦταν ἡ Νεωκόρος). Δέν μοῦ ἀπάντησε, τή μιλιά της δέν τήν ἄκουσα, μόνο μοῦ ὑπέδειξε μέ νόημα να σιωπήσω καί νά συνεχίσω να διαβάζω τήν Παράκληση.
Κατόπιν πηγαίνει στό Ἱερό Βῆμα, παίρνει τό ροΐ καί κατεβάζει τήν κανδήλα καί τήν ἀνάβει, διότι το λάδι εἶχε κατεβεῖ, καί παίρνει πάλι τό ροΐ καί πάει στο Ἱερό Βῆμα. Ἐμεῖς περιμέναμε να βγεῖ ἀλλά ἡ ὥρα περνοῦσε καί λέγαμε μεταξύ μας· Φαίνεται ὅτι ἔχει μέσα κάτι πρόχειρο καί κοιμᾶται. Τί νά κάνουμε! Πῶς νά διαβάζουμε, θά τήν ἐνοχλοῦμε – γιατί διαβάζαμε δυνατά γιά να μή κοιμηθοῦμε. Παίρνουμε το θάρρος μέ ἕνα κεράκι καί με μεγάλη δειλία να κοιτάξουμε μέσα στο Ἱερό τῆς Ἐκκλησίας τί γίνεται! ᾿Αλλά δέν ὑπῆρχε τίποτα! Τότε καταλάβαμε πώς ἦταν ἡ Μεγαλόχαρη Παναγία! Τρέμαμε κι οἱ δυό σάν τῆς καλαμιᾶς το φύλλο μέχρι το πρωΐ πού ξημέρωσε. Καί νά λέμε: – Ποῦ να ξέραμε! Τίς παντόφλες της πού ἄφησε δίπλα μας να πάρουμε καί νά ἀσπαστοῦμε οἱ ἀνάξιες! ᾿Από τότε μέχρι σήμερα πού περιγράφω τό περιστατικό μου, ὑπάρχω στή ζωή μέ τήν χάρη τῆς Παναγίας… Προσκυνῶ τή χάρη Της εὐλαβικά ἡ ἐλαχίστη Ἑλένη Δαλακάκη».
Πηγή: «Ἱερὴ Διήγηση Παναγίας Προυσιώτισσας», Ἔκδοση Ἱερῆς Μονῆς Προυσοῦ, 1985, σέλ.63-65
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου