
Ο Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης τις τελευταίες ώρες της επίγειας ζωής του εξομολογούσε.
Στην κ. Γερασιμούλα που εξομολογούσε της λέει: Ήλθε ο όσιος Δαυΐδ! Μου είπε να κάνης την Παράκληση, γιατί χαίρεται όταν την λες. Και εκείνος θα σε βοηθήση και θα μου πη τι θέλει από εσένα και θα σου το πω εγώ…Όταν τελείωσε την παράκληση της είπε τι του είπε ο όσιος για την μετέπειτα ζωή της.’’ Αλλά μέχρι τελευταίας σου πνοής θα είναι δίπλα σου, και εγώ, όμως, θα είμαι δίπλα σου. “Θεός όπου βούλεται, νικάται φύσεως τάξις”. Όλα καλά θα πάνε, έτσι μου είπε να σου πω· και επειδή θα συμβή κάτι τώρα, δεν θα στεναχωρηθής ό,τι και να συμβή· μου το υπόσχεσαι;’’
Και στην συνέχεια, της λέει:
– Αύριο το πρωί εγώ δεν θα σηκωθώ να λειτουργήσω· θα χτυπάνε οι καμπάνες, και εγώ θα κοιμάμαι εδώ στο κρεββάτι.
‘Είδε’’ ότι έφτασαν οι πατέρες από την χειροτονία του π. Ιλαρίωνος.
– Παιδί μου, να τώρα έρχεται, άνοιξε την πόρτα, γιατί όπου να ‘ναι ανεβαίνουν τις σκάλες και έρχονται.
Και της λέει: Ψάλε το τροπάριο του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου.
Ψέλνωντας το απολυτίκιο του Αγίου ζαλίστηκε. Ευθύς με την αγία Κάρα του οσίου Δαυΐδ του διάβασαν ευχή, και με το που τελείωσε η ευχή άφησε μια απαλή αναπνοή και όπως είχε πη “σαν πουλάκι, παιδιά μου, θα φύγω”, έτσι κι έγινε. Εκοιμήθη ο πιό στοργικός πατέρας, αναπαύοντας ψυχές. Είχαν έλθει ο όσιος Δαυΐδ κι ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος και παρέλαβαν την αγία ψυχή του να την παρουσιάσουν στον Ουράνιο Πατέρα μας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου