
Κίνησε ὁ μπαρμπα-Δῆμος ἀπὸ τὸ χωράφι μὲ κάρο φορτωμένο τριφύλλι, γιὰ νὰ τὸ πάει στὴν ἀποθήκη τοῦ μεγάλου κτήματος, ἐκεῖ ποὺ σύναζε τούς καρπούς για τὰ ζῶα. Δὲν εἶχαν περάσει μήτε δέκα λεπτά καὶ τὸ ἄλογο εἶδε κάτι στὴν ἄκρη τοῦ ὄχθου καὶ φοβήθηκε.
Σήκωσε τὸ κεφάλι ψηλά κι ἀρχίνισε νὰ τρέχει με γρηγοράδα. Στὸ πρῶτο σταυροδρόμι τὸ ἄλογο ἄλλαξε κατεύθυνση καὶ πῆρε τὸν δημόσιο δρόμο. Ὁ μπαρμπα-Δῆμος τράβηξε το χαλινάρι. Τό ἄλογο, ὅμως, ἀντὶ νὰ ἐλαττώσει ταχύτητα, ἄρχισε νὰ τρέχει πιὸ γρήγορα. Στάθηκε ἀδύνατο νὰ τὸ κουμαντάρει ὁ ἀφέντης του. Τὸ φορτωμένο τριφύλλι ἄρχισε νὰ παλαντζάρει ἐπικίνδυνα καὶ νὰ σκορπίζεται δεξιὰ καὶ ἀριστερά. «Σσσιιιι, Μέλιο μου! Σσσιιιι!» φώναξε άπελπισμένος ὁ χωρικός, βλέποντας πὼς τὸ φορτίο τοῦ κάρου εἶχε λιγοστέψει ἐπικίνδυνα.
Ἐκείνη τὴν ὥρα πέρασε ἀπὸ δίπλα τους ἕνα αὐτοκίνητο. Ἀκούστηκε ἕνα φρενάρισμα μέχρις ὅτου νὰ σταματήσει στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου μερικά μέτρα μπροστά τους.
Βγήκανε τότε δύο ἄντρες κι ἕνας παπάς. Ὁ Μέλιος σταμάτησε ξαφνικά. Ὁ κληρικός ποὺ εἶχε πλησιάσει, ἔπιασε τὸ χαλινάρι κι ὁ Μέλιος ἔσκυψε τὸ κεφάλι. Ύστερα τὸν χάιδεψε, ἤσυχα, ἁπαλά. Ὁ Μέλιος ἔδειχνε εὐχαριστημένος καὶ προπαντὸς ἤρεμος.
Στὸ μεταξὺ ἔφτασαν καὶ οἱ δύο ἄντρες καὶ σὲ λίγα λεπτά μάζεψαν τὸ σκορπισμένο τριφύλλι.
Ὁ μπαρμπα-Δῆμος ποὺ δὲν πίστευε στὰ μάτια του, πλησίασε τὸν ἕναν ἀπὸ τοὺς δύο ποὺ ἦταν ὁ ὁδηγός τοῦ αὐτοκινήτου καὶ τὸν ἤξερε. «Πές μου, βρὲ Κώστα, ποιός εἶναι αὐτὸς ὁ παπάς ποὺ κρατᾶ τὸ ἄλογο;» τοῦ ‘πε στ’ αὐτί. «Ὁ Δεσπότης μας εἶναι, Δῆμο!» Ὁ Δῆμος κοίταγε μὲ μάτια ὀρθάνοιχτα τὸν συνομιλητή του. Ὁ Δεσπότης; συλλογιόταν. Ἄκου ὁ Δεσπότης! Κατέβηκε ἀπὸ τὸ αὐτοκίνητο μόνο γιὰ νὰ ἡμερέψει τὸ ζῶο καὶ νὰ βοηθήσει ἐμένα, ἕναν ἄγνωστο χωρικό! Ἔπιασε νὰ κλαίει ὁ Δῆμος. «Ἅγιος ἄνθρωπος εἶναι ὁ Δεσπότης μας ὁ Καλλίνικος, ἄγιος ἄνθρωπος!»
Πηγή: «Γεροντικὸ Σύγχρονων Ἁγίων», Συγγραφέας Νίκη Κατσιάπη, Ἐπιμέλεια Χριστιανικὴ Φοιτητικὴ Δράση, Ἐκδόσεις Ἔαρ, 2026, σέλ.456-457
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου