Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026

Οπτασία Κοσμά Μοναχού από το Συναξάρι της ημέρας.

 

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
Κατά τον δέκατο τρίτο χρόνο της βασιλείας του Ρωμανού του Λεκαπηνού, δηλαδή το έτος 932, βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη ένας άνθρωπος, ο πιο οικείος από τους υπηρέτες που παραστέκονταν στον βασιλικό κοιτώνα του αυτοκράτορα Αλεξάνδρου, ο οποίος είχε βασιλεύσει λίγο πριν από τον Ρωμανό. Ο Αλέξανδρος ήταν γιος του Βασιλείου του Μακεδόνα και αδελφός του Λέοντα του Σοφού.
Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος, του Θεού άνθρωπος, αφού άφησε τον κόσμο και τα του κόσμου, αγάπησε τον μοναχικό βίο. Και αφού έλαβε το αγγελικό σχήμα μετονομάστηκε σε Κοσμάς. Ύστερα έγινε και ηγούμενος του σεβασμίου μοναστηριού που βρισκόταν κοντά στον ποταμό Σαγγάριο.
Αφού πέρασαν μερικά χρόνια, ο όσιος Κοσμάς έπεσε σε βαριά και μακρόχρονη αρρώστια, που κράτησε πολύ. Όταν πέρασαν πέντε μήνες, συνήλθε κάπως από την ασθένεια, και σηκώθηκε λίγο από το κρεβάτι του, καθισμένος με τη βοήθεια των αδελφών που τον υπηρετούσαν. Τότε βγήκε έξω από τον εαυτό του και έμεινε σε έκσταση από την τρίτη ώρα της ημέρας (9 το πρωί) έως την ενάτη (3 το απόγευμα). Τα μάτια του ήταν ανοιχτά και στραμμένα στη στέγη του κελιού του, ενώ τα χείλη του κινούνταν, ψελλίζοντας άναρθρους και ακατανόητους λόγους.
Όταν ήρθε λίγο στον εαυτό του, είπε στους παρευρισκόμενους: «Δώστε μου τις δύο μερίδες του άρτου που μόλις πήρα από τον τίμιο Γέροντα». Και βάζοντας τα χέρια στον κόρφο του, έψαχνε να τα βρει. Μερικοί τότε από τους παρόντες, θεωρώντας ότι πρόκειται για θεία έκσταση, τον παρακαλούσαν να τους αποκαλύψει το μεγάλο μυστήριο: «Πες μας, Πάτερ· πες χωρίς να μας το κρύψεις, για τη μεγάλη ωφέλεια που θα λάβουμε. Πού ήσουν τόσες ώρες; Σε ποια θεωρία ανυψώθη ο νους σου; Με ποιον συνομιλούσες κινούμενος τα χείλη;».
Ο όσιος, βλέποντάς τους να τον παρακαλούν με θρήνους, είπε: «Σταματήστε, τέκνα μου, σταματήστε. Όταν ο Κύριος θελήσει και έρθω τελείως στον εαυτό μου, τότε βέβαια θα σας αποκαλύψω την παράκλησή σας».
Το επόμενο πρωί, όταν συγκεντρώθηκε όλη η αδελφότητα στο κελί του, άρχισε ο τίμιος Γέροντας να διηγείται την οπτασία:
«Πατέρες και αδελφοί, να κατανοήσω όλα όσα είδα λεπτομερώς και να τα διηγηθώ, είναι πέρα από κάθε νου και ανθρώπινη γλώσσα. Θα σας πω μόνο όσα θυμάμαι.
Ενώ καθόμουν στο κρεβάτι, στηριζόμενος από δύο αδελφούς, φάνηκε να βλέπω από τα αριστερά μου ένα πλήθος ανθρωπάκια με μελανιασμένα πρόσωπα. Δεν είχαν όλοι το ίδιο μαύρισμα· σε άλλους ήταν περισσότερο, σε άλλους λιγότερο. Άλλοι είχαν τα μάτια γυρισμένα ανάποδα, άλλοι μαύρα σαν το μολύβι, άλλοι αιματωμένα και αγριεμένα σαν φονιάδες. Άλλος είχε τα χείλη μαύρα και πρησμένα, άλλος μόνο το ένα, άλλος το πάνω, άλλος το κάτω.
Αυτά τα ανθρωπάρια πλησίασαν στο κρεβάτι μου και προσπαθούσαν να με πάρουν από εσάς. Στην αρχή σας έβλεπα όλους γύρω μου, και μου φαινόταν ότι δεν τα φοβόμουν. Ύστερα όμως, δεν ξέρω πώς, έμεινα μόνος, και τότε με κυρίεψαν. Άλλοι με τραβούσαν δεμένο μπροστά, άλλοι με έσπρωχναν πίσω, άλλοι με εμπόδιζαν, άλλοι με βασάνιζαν. Τελικά με έφεραν σε έναν βαθύτατο γκρεμό, πλάτος περίπου όσο η ρίψη μιας πέτρας, και βάθος που έφτανε ως τον τάραχο του Άδη. Με βία με κατέβασαν εκεί. Στη μία πλευρά του γκρεμού υπήρχε ένα μονοπάτι τόσο στενό, που μόλις χωρούσε το ίχνος ενός ποδιού. Με τραβούσαν με βία, ενώ εγώ προσπαθούσα να γέρνω δεξιά, φοβούμενος μην πέσω στο αχανές βάθος, όπου ακουγόταν ποταμός που έτρεχε με θόρυβο.
Περνώντας με τρόμο αυτό το στενό πέρασμα, βρήκαμε μια μεγάλη πόρτα μισάνοιχτη. Εκεί καθόταν ένας γιγαντιαίος άνδρας, μαύρος και φοβερός. Τα μάτια του γυρισμένα ανάποδα, μεγάλα και αιματώδη, έβγαζαν φλόγα· η μύτη του καπνό· η γλώσσα του κρεμόταν έξω μια πήχη· το δεξί του χέρι παγωμένο, το αριστερό παχύ σαν κολόνα και πολύ μακρύ. Με αυτό το χέρι έπιανε τους αμαρτωλούς και τους έριχνε στο άπειρο χάος, ενώ αυτοί φώναζαν «ουαί» και «οίμοι».
Όταν πλησιάσαμε, φώναξε με δυνατή φωνή: «Αυτός είναι φίλος μου!», και άπλωσε να με πιάσει. Τρόμαξα. Τότε φάνηκαν δύο άνδρες σεβάσμιοι, με άσπρα μαλλιά· μου φάνηκαν σαν ο Απόστολος Ανδρέας και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Μόλις τους είδε ο γίγαντας, φοβήθηκε και κρύφτηκε. Οι δύο αυτοί με πήραν με καλοσύνη και με πέρασαν σε άλλη πόρτα.
Βγήκαμε σε μια πεδιάδα με πανέμορφα χωράφια, κι έπειτα σε μια χλοερή κοιλάδα απερίγραπτης ωραιότητας, όπου καθόταν ένας τίμιος γέροντας περιτριγυρισμένος από πλήθος παιδιών σαν την άμμο της θάλασσας. Ρώτησα ποιος είναι· μου είπαν: «Ο Αβραάμ και αυτός είναι ο κόλπος του Αβραάμ». Τον προσκύνησα και τον ασπάστηκα.
Ύστερα φτάσαμε σε έναν τεράστιο ελαιώνα, με άπειρα δέντρα, και σε κάθε δέντρο μια σκηνή με κρεβάτι και άνθρωπο. Εκεί γνώρισα πολλούς που είχα γνωρίσει εν ζωή, λαϊκούς και μοναχούς. Όλοι είχαν πεθάνει. Οι συνοδοί μου είπαν: «Αυτός είναι ο τόπος με τις πολλές μονές, που δίνονται κατά την αξία και την αρετή».
Πέρα από τον ελαιώνα υπήρχε πόλη ανείπωτης ωραιότητας, με τείχη από δώδεκα σειρές πολύτιμων λίθων. Οι πύλες της ήταν στολισμένες με χρυσάφι και ασήμι· τα σπίτια, οι καθέδρες, οι τράπεζες, όλα λαμπρά· η πόλη γεμάτη φως και ευωδία. Στο άκρο της υπήρχαν θαυμαστά παλάτια με νυμφικό θάλαμο, όπου βρισκόταν μια μεγάλη μαρμάρινη τράπεζα γεμάτη συνδαιτημόνες. Δύο νέοι λαμπροί σαν αστραπή, που έμοιαζαν με αγγέλους, είπαν: «Ας καθίσει κι αυτός στην τράπεζα». Και με έβαλαν να καθίσω. Εκεί γνώρισα πολλούς φίλους μου από τη ζωή, λαϊκούς και μοναχούς.
Ύστερα από πολλές ώρες, οι δύο νέοι φάνηκαν ξανά και είπαν: «Επιστρέψτε τον πίσω, γιατί τα πνευματικά του τέκνα θρηνούν και ο βασιλεύς (ο Θεός) παρακινήθηκε από τους στεναγμούς τους. Ας μείνει ακόμα στη μοναχική ζωή. Αντί γι’ αυτόν, πάρτε τον μοναχό Αθανάσιο από το μοναστήρι του Τραϊανού».
Με πήραν λοιπόν από άλλο, συντομότερο δρόμο. Στη διαδρομή περάσαμε επτά λίμνες γεμάτες κολάσεις: άλλες με σκοτάδι, άλλες με φωτιά, άλλες με βρωμερή ομίχλη, άλλες με σκουλήκια, άλλες με διάφορα βάσανα. Όλες γεμάτες ανθρώπους που έκλαιγαν οικτρά.
Ύστερα συναντήσαμε ξανά τον Αβραάμ, τον προσκύνησα και μου έδωσε χρυσό ποτήρι με γλυκό κρασί και τρία κομμάτια ψωμί. Έφαγα το ένα βουτηγμένο στο κρασί, και τα άλλα δύο τα έβαλα στον κόρφο μου – αυτά που ζητούσα χθες από εσάς.
Καθώς επιστρέφαμε, περάσαμε ξανά μπροστά από τον φοβερό γίγαντα, που βρυχήθηκε: «Τώρα γλίτωσες από μένα· στο εξής όμως δεν θα πάψω να σου στήνω σκάνδαλα και κακά, σε σένα και στο μοναστήρι σου».
Αυτά θυμάμαι, πατέρες και αδελφοί, και σας τα αποκάλυψα. Πώς ξαναγύρισα στον εαυτό μου, δεν ξέρω».
Μετά από αυτά, στάλθηκε ένας αδελφός στο μοναστήρι του Τραϊανού, όπου βρήκε τον μοναχό Αθανάσιο νεκρό, όπως είχε αποκαλυφθεί στην οπτασία. Έμαθε ότι πέθανε χθες την ενάτη ώρα, την ίδια ώρα που ο όσιος Κοσμάς είδε την οπτασία και συνήλθε.
Ύστερα από λίγο καιρό, τα δύο μοναστήρια, του Κοσμά και του Τραϊανού, ενώθηκαν σε ένα, γιατί ήταν κοντά. Και έως σήμερα διοικούνται από έναν ηγούμενο. Ο όσιος Κοσμάς, ζώντας άλλα τριάντα χρόνια μετά την οπτασία, ηγούμενος και στα δύο μοναστήρια, τα προόδευσε πολύ, τόσο στην αρετή των μοναχών όσο και στα αναγκαία εισοδήματα, προς δόξαν του φιλανθρώπου Θεού. Αμήν. 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου