
Ὁ π. Γερβάσιος Ραπτόπουλος (ὁ Ἅγιος τῶν φυλακῶν) στὴν Ἡμερίδα πρὸς τιμὴν τοῦ πατρὸς Ἰωάννου Καλαΐδη διηγεῖται:
«Ἀγαπητοὶ γιὰ νὰ ἀκούσετε αὐτὰ τὰ λόγια τὰ ὁποῖα θὰ εἰπωθοῦν γιὰ ἕναν σύγχρονο ἅγιο, ἕναν ἁπλὸ χωρικὸ ἀρχικά, στὸ μικρὸ χωριό της Σιντικῆς ποὺ λέγεται Καμαρωτὸ καὶ ὁ ὁποῖος ἀργότερα, ὅταν ἡ Ἐκκλησία τὸν ἔθεσε ἐπὶ τὴν λυχνίαν καὶ φάνηκε ἡ ἀρετή του καὶ ἡ ἁγιότητά του, τότε ὀμόρφυνε ὁ κόσμος. Γιατί τὸν κόσμο δὲν τὸν ὀμορφαίνουν οἱ ὡραῖες, οἱ καλλονές, οὔτε ἡ σοφία. Τὸν κόσμο τὸν ὀμορφαίνουν μόνον οἱ ἅγιοι καὶ παράδειγμα ἐπίκαιρο εἶναι ὁ πάτερ Ἰωάννης Καλαΐδης, ἕνας ἁπλὸς ἱερέας, δίχως πτυχία, δίχως περγαμηνές. Μὰ δὲν χρειάζονται ὅλα αὐτά. Δὲν εἶναι ἀπαραίτητα, θέλω νὰ πῶ, γιὰ νὰ ἀναδειχθεῖ ἕνας ἱερέας ἀντάξιος τῶν προσδοκιῶν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἀποδειχθεῖ ἕνα πρότυπο, ὑπόδειγμα ζωῆς ἐδῶ κάτω στὴν γῆ.
Τὸν γνώρισα στὸ Καμαρωτὸ τὸ 1969, ὅταν ὁ τότε Μητροπολίτης Σιδηροκάστρου, Ἰωάννης, μὲ ὅρισε, ὡς τακτικὸ ἱεροκήρυκα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, νὰ ἐπιλέξω εἴκοσι κληρικοὺς γιὰ νὰ καλύψουν ὅλα τὰ κενὰ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σιδηροκάστρου. Ἦρθαν κοντά μου, μὲ ἐπισκέφθηκαν ἄλλοι ἀπὸ μόνοι τους ἄλλοι γιατί ἐγώ τους ζήτησα, καὶ μιλήσαμε σχετικὰ γιὰ τὸ θέμα, μὲ 300 περίπου ὑποψηφίους. Ὅλοι ἦταν καλοί. Εἶχαν καλὴ προαίρεση, εἶχαν καλὴ διάθεση οἱ ἄνθρωποι, ἤθελαν νὰ γίνουν ἱερεῖς, ἀλλὰ βλέπετε, ὑπάρχουν κωλύματα τὰ ὁποῖα ὅσο καλὸς καὶ ἂν εἶσαι, ὅσο ἅγιος καὶ ἂν εἶσαι, δὲν μπορεῖς νὰ γίνεις κληρικός.
Ἀπὸ τοὺς 300, ὕστερα ἀπὸ αὐστηρὴ ἐξέταση, πληροφορίες τὶς ὁποῖες ἐπέλεξα ἀπὸ τὸν τόπο τῆς γεννήσεώς τους, καὶ χρειάστηκε νὰ ταξιδέψω σὲ μακρινὲς ἐπαρχίες, νά ‘ρθῶ σὲ ἐπικοινωνία μὲ τὸν λαὸ καὶ νὰ μὲ μιλήσουν γιὰ τὸν ὑποψήφιο ποὺ τοὺς πρότεινα τί γνώμη ἔχουν. Πολλοὶ οἱ ὑποψήφιοι. Ὅλοι καλοί, ὅπως εἶπα. Κι ἐγώ, ἀνεπηρέαστος ἄκουγα, ἔκρινα ταπεινά, ὅπως μποροῦσα νὰ κρίνω, μὲ συμφέροντα τὴν Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴ σωτηρία τῶν πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἐκείνους ποὺ ἔπρεπε καὶ μέσα ἀπὸ τοὺς 300 ἐπέλεξα, αὐτοὺς μπόρεσα νὰ ἐπιλέξω, περίπου εἴκοσι ὑποψηφίους. Καὶ ἀπὸ αὐτοὺς πάλι τὴν ἔσχατη στιγμή, ὅταν τοὺς ἔθεσα κάτω ἀπὸ τὸν Ἐσταυρωμένο μὲ τὴν προτροπή μου νὰ μὴν βλέπουν ἐμένα, ἀλλὰ νὰ βλέπουν κατάματα τὸν Σωτῆρα Χριστὸ Ἐσταυρωμένο, νὰ ἀπαντοῦν θετικὰ ἢ ἀρνητικὰ στὰ γνωστὰ ἐρωτήματα ποὺ τοὺς ἔκανα πάντοτε. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς φάνηκε εἰλικρινής, καὶ μπράβο του, ἀναγνώρισε τὸ λάθος καὶ ἀποχώρησε ἀπὸ τοὺς εἴκοσι.
Ἂν θέλουμε τώρα νὰ ἐπιλέξουμε τὸν καλύτερο, τὸν πρῶτο ὁ ὁποῖος μὲ πῆρε τὴν καρδιὰ καὶ τὸ μυαλὸ καὶ πῆρε μιὰ ἐξαιρετικὴ θέση μέσα στὴν καρδιά, αὐτὸς ἦταν ὁ πατὴρ Ἰωάννης, ὁ κύριος Ἰωάννης Καλαΐδης ὅταν τὸν ἐπισκέφθηκα στὸ γενέθλιο χωριό του, τὸ Καμαρωτό, καὶ στὴν συνέχεια στὸ κελλί μου ποὺ ἐρχόταν τακτικὰ καὶ μιλούσαμε.
Ἦταν ὁ ἄνθρωπος πού, μόνο ποὺ τὸν ἔβλεπες, ἀναπαυόσουν! Φαίνεται ἡ ἁγιότητα! Δὲν κρύβεται, ὅσο νὰ ὑποκριθοῦμε.
Μπορεῖ γιὰ λίγο. Ἀλλὰ τελικὰ ἀποδεικνύεται ὁ πραγματικὸς ἄνθρωπος. Ἔτσι καὶ ὁ πατὴρ Ἰωάννης, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ μέχρι τὴν τελευταία στιγμὴ πρὶν ἀπὸ τὴν χειροτονία του ἦταν ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος πῆρε μιὰ θέση ἰδιαίτερη μέσα στὴν καρδιά μου. Καὶ πιστεύω καὶ στὴν καρδιὰ τοῦ Χριστοῦ μας. Εἶχε μιὰ ἁπλότητα, μεγάλη ἁπλότητα, ἕνας χωρικός. Τίμιος, ἐργατικός, ἁγνός, ἄδολος, δὲν εἶχε δόλο, δὲν εἶχε πονηρία. Καὶ φαίνονται αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι. Μόνο ποὺ θὰ τοὺς δεῖς. Λίγο ἀπὸ τὰ μάτια, λίγο ἀπὸ τὸ πρόσωπο, λίγο ἀπὸ τὴν ὅλη ἐμφάνιση σὲ μιλοῦν ὅλα αὐτά. Ὁ Ἰωάννης ἦταν αὐτὸς ὁ ὁποῖος δὲν ἄφησε μέσα μου οὔτε τὴν παραμικρὴ ἀμφιβολία ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνει ἱερεύς. Καὶ ὅλα αὐτὰ γιατί ὁ Μητροπολίτης ὁ τότε, Ἰωάννης, ἀνέθεσε σὲ μένα νὰ ἐπιλέξω εἴκοσι κληρικοὺς ὄχι μονάχα ἀπὸ τὴν ἐπαρχία του Σιδηροκάστρου, ἀλλὰ ἀπὸ παντοῦ, ὅπου κι ἂν ἐκδήλωναν τὴν πρόθεσή τους νὰ γίνουν κληρικοί.
Ὁ π. Ἰωάννης φαινόταν, πῶς νὰ τὸ κάνουμε, τὸ χρυσάφι δὲν κρύβεται. Βάλτε το μέσα στὴν λάσπη, βάλτε το μέσα ὅπου θέλετε, εἶναι χρυσάφι. Κάτι θὰ μαρτυρήσει, κάτι θὰ ὑποπέσει στὴν ἀντίληψή μας, ὅποια κι ἂν εἶναι. Ὅση γνώση κι ἂν ἔχουμε, μικρή, μεγάλη ἢ μεγαλύτερη. Γνώρισα τὸν Ἰωάννη, τὸν εἶδα, τὸν μίλησα. Μιλήσαμε πολλὲς φορές. Ἦταν ἡ παρέα μου, ἡ συντροφιά μου. Χωρὶς νὰ θέλω, τὸν καλοῦσα κοντά μου γιὰ νὰ περάσουμε ὡραῖες στιγμές, ὄμορφες στιγμὲς καὶ ἦταν ὁ κύριος Ἰωάννης Καλαΐδης ἕνας ἀγρότης, ὁ ὁποῖος ἐργαζόταν μὲ ὅλη τὴν τιμιότητά του καὶ τὴν καθαρότητά του στὰ χωράφια τοῦ Καμαρωτοῦ. Δὲν εἶχα καμιὰ ἀμφιβολία. Εἶχα πάρει ὁριστικὴ ἀπόφαση χωρὶς νὰ τὴν ἀνακοινώνω, ὅτι ὁ Ἰωάννης εἶναι ὁ πρῶτος ἱερεὺς ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ χειροτονηθεῖ. Καὶ ἀκολουθοῦσαν οἱ ἄλλοι μὲ ἐπανειλημμένες συναντήσεις καὶ στὸ κελλί μου καὶ στὸ χωριό τους καὶ στὰ γύρω χωριά.
Ξέρετε, εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ ἐπιλέξεις γιὰ τὸ ἱερὸ θυσιαστήριο ἱερέα, ὄχι γιὰ βασιλιᾶ, ὄχι γιὰ πρωθυπουργό. Ἐκεῖ δὲν θέλει πολλὰ πράγματα, ἂς βγεῖ ὅποιος καὶ νὰ’ ναί. Ἄνθρωπος. Ἐδῶ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Πρέπει ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς νὰ ἔχει μέσα τὴν σπίθα, τὴν θεϊκὴ σπίθα.
Γιὰ ὅλους, καὶ γιὰ τοὺς εἴκοσι, εἶχα ἀμφιβολίες μέχρι τελευταία στιγμή. Ὅταν ὅμως πέρασαν κάτω ἀπὸ τὸν Ἐσταυρωμένο, τότε ἔληξε γιὰ πάντα ἡ κριτική, ἡ κρίσις. Αὐτοὶ ποὺ ἔμειναν, χειροτονήθηκαν.
Ἀλλὰ ὁ πατὴρ Ἰωάννης ἦταν ἐκεῖνος ὁ ἁπλοῦς, στὸν ὁποῖον ἀναπαυόμουν. Πήγαινα καὶ στὸ Νεοχώρι, ὅπου ἦταν τὰ περισσότερα χρόνια λειτουργὸς τοῦ ἁγίου θυσιαστηρίου. Ἐρχόταν καὶ σὲ μένα. Συναντιόμασταν. Μιλούσαμε. Ἦταν χαρὰ νὰ μιλᾶς μὲ ἕναν ἅγιο. Μὰ θὰ πεῖτε: «Ἦταν ἅγιος ἀπὸ τὴν ἀρχή»; Καὶ βέβαια ἦταν. Ἄλλο νὰ ἀποδειχθεῖ στὸ τέλος μὲ διάφορα ἐξωτερικὰ χαρίσματα. Ἦταν. Ἡ ἁγιότητα εἶναι μέσα στὴν καρδιὰ καὶ ἀκτινοβολεῖ στὸ πρόσωπο, στὴν ὁμιλία. Ὅταν μιλᾶς μὲ κάποιον, ὅσο κι ἂν κρύβεται, ξέρεις ὅτι εἶναι λίγο ὑποκριτὴς σὰν νὰ εἶναι ψεύτης, σὰν νὰ μὴν μιλάει τὴν ἀλήθεια. Ὅταν εἶναι ἅγιος, ἀνοίγουν τὰ μάτια σου, τὸν βλέπεις κατάματα, ἀναπαύεσαι καὶ θέλεις νὰ τὸν βλέπεις πάντα καὶ νὰ μιλᾶς πάντα. Κάτι μέσα σὲ τραβάει πρὸς τὰ ἐκεῖ.

Ὁ Ἰωάννης μὲ πῆρε τὴν καρδιὰ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ μέχρι τὴν τελευταία στιγμή. Ἔγινε ἱερέας, ἔδωσα τὴ συμμαρτυρία. Ἐγὼ ἤμουν ἐκεῖνος ποὺ ὁ Μητροπολίτης ὅρισε νὰ δίδω τὴ συμμαρτυρία ποιός θὰ γίνει ἱερεύς, ἢ μὲ ἔγγραφο τὸ ὁποῖο θὰ ἀποτελεῖ γιὰ μένα, γιὰ τὸν κάθε πνευματικό, ποὺ ἐπιλέγει κάποιον κληρικὸ γιὰ τὸ ἱερὸ θυσιαστήριο εἶναι ἕνα δύσκολο πρᾶγμα, χρειάζεται πολλὴ προσοχὴ καὶ πολλὴ προσευχή. Ὁ ἀλάνθαστος ὁδηγὸς γιὰ κάθε ὑψηλὸ καὶ ὡραῖο καὶ θεῖο εἶναι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Καὶ παρακαλοῦσα νά ΄ρθεῖ καὶ στὴν ἀθλιότητά μου, ὅπως τὴν πιστεύω. Ἐσεῖς λέτε γιὰ κάθε ἱερέα «ὁ ἅγιος». Καλὰ κάνετε καὶ μᾶς λέτε, νὰ μᾶς θυμίζετε ὅτι πρέπει νὰ γίνουμε ἅγιοι. Εἴμαστε – δὲν εἴμαστε, πρέπει νὰ γίνουμε ἅγιοι. Ἀλλὰ δὲν σημαίνει ὅτι καὶ εἴμαστε τὴν ὥρα ποὺ μᾶς τὸ λέτε.
Ὁ Ἰωάννης, ἡ καλή μου παρέα, ὁ ἄνθρωπός μου, ἡ ψυχὴ τῆς καρδιᾶς μου ἦταν γιὰ μένα ὅ,τι καλύτερο. Στὸν Δεσπότη κατέθεσα τὴν καλύτερη μαρτυρία. Καὶ ὁ Δεσπότης δὲν εἶχε διαφορετικὴ γνώμη, γιατί ὅσο κι ἂν ἐγὼ ἐρευνοῦσα ρωτῶντας ἀνθρώπους ποὺ τὸν γνώριζαν νὰ μὲ ποῦν τὸν χαρακτῆρα του, τὴν ζωή του, καὶ ὁ Δεσπότης μὲ τὸ βλέμμα του – ἐπίσκοπος εἶναι, ἔχει Πνεῦμα Ἅγιο – ἀναπαύτηκε στὸν π. Ἰωάννη. Ἔτσι λοιπὸν ἦρθε ἡ ὥρα ποὺ τὸν χειροτόνησε μὲ χαρά, μὲ ἀναπαυμένη ψυχὴ καὶ ὁ κύριος Ἰωάννης Καλαΐδης εἶναι ὁ πάτερ Ἰωάννης Καλαΐδης. Ἀρχικὰ πῆγε σὲ δυό – τρία χωριὰ νὰ καλύψει κενὰ γιὰ μικρὸ χρονικὸ διάστημα. Μετὰ θρονίστηκε, κατὰ κάποιον τρόπο, στὸ Νεοχώρι της Σιντικῆς, τοῦ Σιδηροκάστρου, ὅπου καὶ ἐκοιμήθη. Καὶ ἔφυγε γιὰ τὸν οὐρανό, γιὰ τὸν ὁποῖο καὶ πέτυχε αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ πετύχουμε ὅλοι μας. Νὰ γίνει ὁ κατάλληλος γιὰ τὸν οὐρανό, νὰ γίνει οὐράνιος, νὰ γίνει ἅγιος. Τὸ πῶς ἔγινε ἅγιος, τὸ πόσο ἅγιος ἦταν θὰ μᾶς τὸ ποῦν οἱ ἄλλοι ὁμιληταί. Ἐγὼ ἁπλῶς ἀνέλαβα καὶ αὐτὸ μὲ ἐδόθη νὰ μιλήσω γιὰ τὴ συμμαρτυρία, μιὰ συμμαρτυρία μὲ κλειστὰ τὰ μάτια ὑπέγραψα.
Ἀλλὰ δὲν ἦταν μόνο αὐτό, ἦταν αὐτὰ ποὺ σᾶς εἶπα. Ὁ Ἰωάννης ἦταν ὀμορφιὰ μὲς στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ἰωάννης ἦταν διαμάντι πνευματικό. Ἁπλός, ἀπέριττος, δίχως τόνο, δίχως θόρυβο. Ἂν τὸν πρόσεχες, ἔνιωθες τὴν ἀρετή του. Ἂν δὲν τὸν πρόσεχες καὶ προσπερνοῦσες, εἶδες ἕναν παπᾶ, ἕναν ἱερέα, καὶ βλέπεις πολλοὺς τέτοιους, εἴμαστε πολλοί. Αὐτὸς ἦταν ὁ Ἰωάννης.
Εὐχαριστῶ τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἅγιο Σιδηροκάστρου, τὸν τότε Ἰωάννη, αἰωνία του ἡ μνήμη, ὁ ὁποῖος ἀνεπιφύλακτα μὲ ἀνέθεσε νὰ ἐπιλέξω ἀπὸ ὅλους τοὺς ὑποψηφίους τὸν ἀνάλογο ἀριθμὸ γιὰ νὰ καλύψουν ἀντίστοιχα ἱερὰ κενά. Ὁ Ἰωάννης δὲν μὲ ξέχασε. Καὶ ὁ πατὴρ Γερβάσιος δὲν ξέχασε τὸν Ἰωάννη. Μιλούσαμε τακτικά. Μάλιστα ἦρθε μιὰ φορὰ ἐκεῖ στὴν ἕδρα μου καὶ συλλειτουργήσαμε, ἐγὼ ποὺ ὑπέγραψα τὴν συμμαρτυρία καὶ ὁ Ἰωάννης ποὺ ἦταν ὁ ἱερεὺς τοῦ Νεοχωρίου. Συλλειτούργησα μὲ τὴν ἐσωτερικὴ πληροφορία προσωπικά, προσωπική μου μαρτυρία, ὅτι συλλειτουργῶ μὲ ἕναν ἅγιο. Κι αὐτὸ γιὰ μένα ἦταν μεγάλη χαρά. Ἦταν μιὰ εὐλογία στὴν ὅλη διακονία τὴν ὁποία πρόσφερα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ!
Εὔχομαι ὁ πατὴρ Ἰωάννης, ὁ ὁποῖος ἀναπαύεται στὴν Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ μας, στὰ οὐράνια σκηνώματα, «ἐν τῇ οἰκὶᾳ τοῦ Πατρὸς ὅπου πολλαὶ μοναὶ εἰσι», στὴν οὐράνια πολιτεία, στὴν οὐράνια πόλη, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ εἶναι καὶ βλέπει κατάματα τὸν Κύριο καὶ ἕνας ἄγγελος ἄλλος, ὅπως μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἀγγέλους ὑμνοῦν καὶ δοξολογοῦν ἀκατάπαυστα τὴν δόξα καὶ τὸν ἁγιασμὸ καὶ τὴν θεότητα τοῦ Κυρίου μας Θεοῦ. Ἀμήν».
Youtube: «ΗΜΕΡΙΔΑ “Ὁ ΑΓΙΑΣΜΕΝΟΣ ΛΕΥΙΤΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΛΑΙΔΗΣ” (9-12-2019) [Ἱερὰ Μητρόπολις Θεσσαλονίκης]
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου