Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Ἡ μοναχὴ μὲ τὸ χρυσὸ στέμμα στὸ κεφάλι.

 

Ἡ Ταβέννη εἶναι ἕνα μικρὸ νησάκι στο Νεῖλο ποταμό, στὴν περιοχὴ τῆς Ἄνω Αἰγύπτου. Σε κάποιο ἀπόμερο σημεῖο του ἱδρύθηκε γυναικεῖο μοναστήρι, στὸ ὁποῖο μόναζαν τὴν ἐποχὴ τοῦ Μεγάλου Παχωμίου, στις ἀρχές τοῦ τετάρτου αἰῶνος, πάνω ἀπὸ τετρακόσιες μοναχές. Σε αὐτὸ τὸ κοινόβιο ἔλαμψε μὲ τὴν ἀρετή της ἡ παρθένος Ἰσιδώρα, ὅπως ἀναφέρει ὁ Παλλάδιος στὸν Εὐεργετινό.

Ἡ Ἰσιδώρα ὑποκρινόταν τὴ σαλή ἐξευτελίζοντας καθημερινὰ τὸν ἑαυτό της. Φοροῦσε ράκη καὶ ἐκτελοῦσε τὶς πιὸ ταπεινωτικές ἐργασίες τοῦ μοναστηριοῦ. Τῆς ἄρεσε νὰ ὑπηρετεῖ σὰν δούλη ὅλες τὶς ἀδελφές χωρὶς ἐξαίρεση. Ἐκεῖνες πάλι ἀντὶ γιὰ ἀνταμοιβή τὴν περιφρονοῦσαν τόσο, ποὺ καὶ ἀπὸ τὴν τράπεζα καὶ τὸ ναὸ τὴν ἔδιωχναν. Ἔτσι ἡ ταπεινή Ἰσιδώρα ἔτρωγε τὰ ἀποφάγια, ποὺ περίσσευαν στὰ πιάτα, ζαρωμένη στο πεζούλι τοῦ τζακιοῦ τοῦ μαγειρείου, καὶ ἄκουγε τὶς ἀκολουθίες χειμῶνα καὶ καλοκαίρι καθισμένη στὰ σκαλοπάτια τοῦ ναοῦ. Βίωνε πραγματικά τὸ λόγο τοῦ Κυρίου μας «ὃς ἐὰν θέλῃ ἐν ἡμῖν εἶναι πρῶτος ἔσται ὑμῶν δοῦλος» (Ματθ. κ’ 26-27) καὶ τοῦ θεοκήρυκος τῶν ἐθνῶν «εἴ τις δοκεῖ σοφὸς εἶναι ἐν ὑμῖν ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ, μωρὸς γενέσθω, ἵνα γένηται σοφός» (Α’ Κορινθ. γ’ 18). Ήταν ἀδύνατο νὰ περάσει ἡμέρα χωρὶς νὰ σηκώσει στοὺς ὤμους της ἕναν καινούριο σταυρό, χωρὶς νὰ δεχθεῖ τὶς ὕβρεις καὶ τοὺς ἐμπαιγμοὺς τῶν ἄλλων μοναζουσῶν. Μάλιστα, πολλές φορές δεχόταν καὶ κτυπήματα, ποὺ ὅμως μὲ καρτερικότητα τὰ ὑπέμενε καὶ ἐσωτερικά καυχόταν γι’ αὐτὰ ψελλίζοντας τὸ τοῦ Παύλου: «Ἐγώ τὰ στίγματα τοῦ Χριστοῦ ἐν τῷ σώματί μου βαστάζω» (Γαλ. στ’ 17).

Ὅλα τὰ δεχόταν σὰ δροσάτη καὶ πολύχρωμη ἀνθοδέσμη, μὲ τὴν ὁποία ἔπλεκε τὸ ἀμαράντινο στεφάνι τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ποτέ δὲν τὴν ἄκουσε κανεὶς νὰ ἀντιμιλᾶ, νὰ φιλονικεῖ, νὰ δείχνει σημάδια ἀνυπομονησίας ἢ θλίψεως.

Αὐτῆς, λοιπόν, τῆς θαυμαστῆς Ἰσιδώρας ὁ Θεὸς μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο ἔκανε φανερή τὴν ἀρετὴ στοὺς ἀνθρώπους:

Στὸ ἀπέναντι βουνό ἀσκήτευε ἕνας ἅγιος ἐρημίτης, ὁ Ἀββᾶς Πιτηροῦν. Καθημερινῶς ζοῦσε μὲ μεγάλη στέρηση καὶ παίδευε πολύ τὸ χοϊκό του σαρκίο. Κάποια ἡμέρα Ἄγγελος Κυρίου τοῦ παρουσιάσθηκε καὶ τοῦ λέει: «Γιατὶ ἔχεις μεγάλη ἰδέα γιὰ τὰ κατορθώματά σου, ὅτι εἶσαι εὐλαβὴς καὶ ταλαιπωρεῖς σκληρά τη σάρκα σου; Πήγαινε στὸ γυναικεῖο μοναστήρι τῶν Ταβεννησιωτῶν καὶ ἐκεῖ θὰ βρεῖς μιὰ μοναχή, ἡ ὁποία ἔχει στέμμα στο κεφάλι της. Αὐτὴ εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ σένα. Γιατί, ἂν καὶ ὑπηρετεῖ ὅλες τὶς μοναχές καὶ κακοπαθεῖ, ὅμως, ποτέ δὲν ἄφησε τὸ νοῦ της νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸ Θεό. Αὐτή, ὅσο οἱ ἄλλες τὴν ἀποστρέφονται, τόσο πλησιάζει περισσότερο στὴν τελείωση καὶ τὴ θέωση».

Ὁ Ἀββᾶς Πιτηροῦν δὲν ἔχασε καιρό. Μόλις ξημέρωσε πῆρε τὸ ραβδάκι του καὶ τράβηξε γιὰ τὸ γυναικεῖο μοναστήρι. Οἱ μοναχὲς τοῦ ἔκαναν μεγάλη ὑποδοχή, γιατὶ εἶχε φήμη ἁγίου. Ὁ Ἀββᾶς προσκύνησε καὶ μετὰ ζήτησε ἀπὸ τὴν Ἡγουμένη νὰ τοῦ παρουσιάσει ὅλες τὶς ἀδελφές, γιὰ νὰ τὶς γνωρίσει προσωπικά. Τοῦ ἔγινε ἀμέσως ἡ ἐπιθυμία.

Μία-μία οἱ καλόγρηες περνοῦσαν μπροστὰ ἀπὸ τὸν Ἀββᾶ καὶ ἔπαιρναν τὴν εὐχή του. Ἐκεῖνος τὶς παρατηροῦσε προσεκτικά, ἀλλὰ δὲν ἔβλεπε αὐτήν, ποὺ τοῦ εἶχε περιγράψει ὁ Ἄγγελος.

Στό τέλος ρώτησε τὴν Ἡγουμένη:

-Δὲν ὑπάρχουν ἄλλες;

– Ὄχι, τοῦ ἀποκρίθηκε ἐκείνη. Ἐδῶ εἴμαστε ὅλες.

-Ἀδύνατο, εἶπε ζωηρά ὁ Ἀββᾶς. Πρέπει νὰ ὑπάρχει ἀκόμη μία. Ἐκείνη, γιὰ τὴν ὁποία ξεκίνησα καὶ ἦλθα ἐδῶ.

-Ἔχουμε ἀκόμη μιὰ μοναχή, ἀναγκάσθηκε νὰ ὁμολογήσει ἡ Γερόντισσα, μπροστὰ τὴν ἐπιμονή τοῦ Ἀββᾶ. Ἔχουμε μία, ἀλλὰ εἶναι σαλή, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν τὴν λογαριάζουμε στὴν ἀδελφότητα.

-Ἂς ἔλθει καὶ αὐτὴ ἐδῶ, εἶπε ὁ Ἀββᾶς.

Μὲ πολλὴ βία ὁδήγησαν τὴν ταπεινή Ἰσιδώρα μπροστά στὸν ὅσιο, ξυπόλυτη, ρακένδυτη, κατάμαυρη ἀπὸ τοὺς καπνοὺς τοῦ μαγειρείου. Μόλις τὴν ἀντίκρυσε ἐκεῖνος, ἔμεινε σὰ μαρμαρωμένος ἀπὸ τὴν ἔκπληξη. Το παλιομάντηλο πού σκέπαζε τὸ κεφάλι της καὶ ποὺ οἱ ἀδελφὲς τὸ ἀηδίαζαν, ἔλαμπε στὰ μάτια του σὰν ὁλόχρυση κορώνα.

Ὕστερα ὁ Ἀββᾶς ἔπεσε στὰ γόνατα καὶ τῆς εἶπε μὲ φωνή πού ἔτρεμε ἀπὸ συγκίνηση:

-Εὐλόγησέ με, ὁσία!

Ἀλλὰ ἡ ταπεινή Ἰσιδώρα ἔσκυψε καὶ τοῦ φίλησε τὰ πόδια.

-Ἐσὺ εὐλόγησέ με, Ἅγιε Γέροντα!

Παραξενεμένες οἱ μοναχές ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔβλεπαν μπροστά τους, εἶπαν στὸν Ἀββᾶ:

-Μὴν ἐξευτελίζεις ἔτσι τὸν ἑαυτό σου, Πάτερ. Αὐτὴ εἶναι σαλή.

Ἐκεῖνος, ὅμως, μὲ αὐστηρή φωνὴ τὶς εἶπε:

Ἐσεῖς εἶστε ἀνόητες καὶ σαλές. Αὐτὴ ἐδῶ εἶναι πολὺ ἀνώτερη ἀπὸ ἐσᾶς καὶ ἀπὸ ἐμένα. Εἴθε νὰ μᾶς ἀξιώσει ὁ Θεὸς νὰ βρεθοῦμε κοντά της στη Δευτέρα Παρουσία.

Κατόπιν διηγήθηκε ἐνώπιον ὅλων ὅσα τοῦ εἶχε ἀποκαλύψει ὁ Θεὸς γιὰ τὴ μακαρία Ἰσιδώρα. Τότε ὅλες ἔπεσαν στὰ γόνατα καὶ ζήτησαν συγχώρηση ἀπὸ τὴν ἀδελφή τους, που εἶχαν παραπικράνει μὲ τὴ συμπεριφορά τους.

Ἡ Ἰσιδώρα ἔκτοτε, γιὰ νὰ ἀποφύγει τὸν ἀνθρώπινο ἔπαινο, ἔφυγε κρυφά ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ κανείς ποτέ δὲν ἔμαθε τὸ τέλος τῆς ἀσκητικῆς της πολιτείας. Παραμένει, ὅμως, παράδειγμα πρὸς μίμηση σὲ ὅλους μας, ποὺ ταπεινολογοῦμε, ἀλλὰ μακρυά βρισκόμαστε ἀπὸ τὴ βιωματική ταπείνωση, ποὺ ἀγαπᾶ καὶ δέχεται ὁ φιλάνθρωπος Κύριος.

Πηγή: «Στό δρόμο τῶν ἁγίων – Ἀγιολόγιο Μαΐου», Δρος Χαραλάμπους Μ. Μπούσια, ἐκδ. Ἀγαθός Λόγος, σελ. 3-6

 

 

Συντάκτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου