Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Ενθρονίστηκε ο Αρχιεπίσκοπος Καναδά Απόστολος με μηνύματα που συγκινούν τους Έλληνες όπου γης: «Η Ρωμιοσύνη δεν είναι απλώς μνήμη, είναι ζώσα παράδοση και ευθύνη» και «η Ελλάδα όχι μόνο γεωγραφία, αλλά τραγούδι και προσευχή»

 Τη μετάβαση από την ταυτότητα που κληρονομείται στην ευθύνη για τη διατήρηση και τη μετάδοσή της στις επόμενες γενιές έθεσε στο επίκεντρο του ενθρονιστήριου λόγου του ο νέος Αρχιεπίσκοπος Καναδά κ. Απόστολος.


Συνδέοντας την ιστορική πορεία της Ιεράς Αρχιεπισκοπής με την εμπειρία των πρώτων Ελλήνων μεταναστών, ανέδειξε τον ρόλο της Εκκλησίας, της ελληνικής γλώσσας, της παιδείας και της ιστορικής μνήμης στη συνέχεια του Ελληνισμού της Διασποράς.

«Η Ρωμιοσύνη δεν είναι απλώς μνήμη -είναι ζώσα παράδοσις, πίστις και ευθύνη» ανέφερε ο νέος Αρχιεπίσκοπος Καναδά, δίνοντας από την αρχή το στίγμα της νέας ποιμαντορίας του και περιγράφοντας τη σχέση ανάμεσα στην ιστορική μνήμη και στο χρέος της σημερινής γενιάς.

Στον ενθρονιστήριο λόγο του, παρατηρεί ο «Εθνικός Κήρυξ», η Ρωμιοσύνη δεν παρουσιάστηκε ως στατική αναφορά στο παρελθόν ούτε ως μια κληρονομιά που διατηρείται αυτομάτως. Η μνήμη, σύμφωνα με τη συλλογιστική του, δεν αρκεί να ανακαλεί όσα προηγήθηκαν. Για να παραμένει ζωντανή, πρέπει να μετατρέπεται σε γνώση, συμμετοχή και συνέχεια.

«Ο Ελληνισμός δεν επέζησε μέσα στους αιώνας μόνον διότι έζησε σε συγκεκριμένα γεωγραφικά όρια. Επέζησε διότι έμαθε να μεταφέρει την ταυτότητά του» τόνισε, παρουσιάζοντας τη Διασπορά όχι ως απλή περιφέρεια ενός εθνικού κέντρου, αλλά ως χώρο στον οποίο η ταυτότητα μεταφέρεται, ανασυντίθεται και αποκτά νέα κοινωνική υπόσταση.

Οι πρώτοι Έλληνες που έφθασαν στον Καναδά, όπως σημείωσε, δεν μετέφεραν μαζί τους μόνο τα υλικά υπάρχοντά τους. Είχαν ως πνευματικές αποσκευές την ορθόδοξη πίστη, τις εικόνες, την ελληνική γλώσσα, τη μνήμη των προγόνων τους και την αγάπη για την Ελλάδα, την Κύπρο και την Κωνσταντινούπολη. Πάνω σε αυτά τα στοιχεία οικοδομήθηκε μια κοινότητα που επιχείρησε να ριζώσει στη νέα της πατρίδα χωρίς να αποκοπεί από την ιστορική της αφετηρία.

Η ελληνορθόδοξη παρουσία στον Καναδά, ωστόσο, δεν στηρίχθηκε μόνο στη νοσταλγία. Απέκτησε σταδιακά θεσμική υπόσταση μέσα από ναούς, σχολεία, ενορίες και εκκλησιαστικές κοινότητες.

«Είναι η γη όπου οι πρόγονοί μας έφθασαν με ελπίδα, εργάσθηκαν, δημιούργησαν, έχτισαν Ναούς, Σχολεία και εκκλησιαστικάς Κοινότητας και θεμελίωσαν μίαν ζωντανήν Ελληνορθόδοξον παρουσίαν» είπε για τον Καναδά.

Μέσα σε αυτή τη διαδρομή, η Εκκλησία εξελίχθηκε σε κάτι πολύ περισσότερο από έναν τόπο λατρείας. Έγινε το σπίτι του μετανάστη, το σχολείο του παιδιού, η παρηγοριά του ηλικιωμένου, το καταφύγιο του ανθρώπου που δοκιμάζεται και η γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον. Μέσα από τις ενορίες και τις κοινότητες η προσωπική νοσταλγία απέκτησε συλλογική έκφραση, ενώ η ανάγκη των μεταναστών για σύνδεση με την καταγωγή τους απέκτησε σταθερή θεσμική βάση.

Η Εκκλησία προσέφερε συνοχή, η ελληνική γλώσσα επέτρεψε την επικοινωνία ανάμεσα στις γενιές και η ιστορική μνήμη διατήρησε την αίσθηση κοινής καταγωγής. Τα στοιχεία αυτά, σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπο, δεν λειτούργησαν ανεξάρτητα, αλλά συνυφάνθηκαν στη ζωή του Ελληνισμού του Καναδά, συμβάλλοντας στη συγκρότηση μιας ιδιαίτερης συλλογικής αυτοσυνειδησίας.

Η προσέγγιση αυτή συναντά και έναν βασικό άξονα της εκκλησιολογικής σκέψης του Χρήστου Γιανναρά, σύμφωνα με τον οποίο η Εκκλησία δεν περιορίζεται στη λειτουργία ενός θεσμού, αλλά πραγματώνεται ως μετάβαση από την ατομικότητα στην κοινωνία των σχέσεων. Υπό αυτό το πρίσμα, η κοινότητα δεν λειτουργεί απλώς ως μηχανισμός διατήρησης της καταγωγής, αλλά ως ο χώρος στον οποίο η πίστη, η γλώσσα, η μνήμη και η ευθύνη αποκτούν συλλογικό περιεχόμενο.

Το ίδιο, σύμφωνα με το πνεύμα του ενθρονιστήριου λόγου, ισχύει και για την εθνική συνείδηση. Δεν αρκεί να μεταβιβάζεται ως όνομα, καταγωγή ή οικογενειακή ανάμνηση. Απαιτεί γνώση, γλώσσα, συμμετοχή και την ελεύθερη απόφαση του ανθρώπου ότι η παρακαταθήκη που κληρονόμησε εξακολουθεί να έχει θέση στη ζωή του.

Για τις πρώτες γενιές μεταναστών η ελληνική ταυτότητα ήταν βιωμένη εμπειρία: ο τόπος από τον οποίο είχαν φύγει, η μητρική γλώσσα, οι οικογενειακοί δεσμοί και η μνήμη της πατρίδας. Για όσους, όμως, γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στον Καναδά, η σχέση αυτή δεν προκύπτει από την προσωπική εμπειρία της μετανάστευσης και καλείται να αποκτήσει περιεχόμενο μέσα σε μια ανοιχτή, πολυπολιτισμική κοινωνία.

Σε αυτή τη μετάβαση, ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η ελληνική γλώσσα.

«Η ελληνική γλώσσα δεν είναι για μας μουσειακό κειμήλιο» ανέφερε ο Αρχιεπίσκοπος, χαρακτηρίζοντάς την «ζώσα κιβωτό μνήμης, αλήθειας και σοφίας» και φορέα της πολιτισμικής και πνευματικής κληρονομιάς.

Παράλληλα, συνέδεσε τη γλώσσα με την ελληνική φιλοσοφική παράδοση και τη διατύπωση της χριστιανικής θεολογίας, αναφερόμενος ρητά στον Πλάτωνα, στον Αριστοτέλη και στον Ισοκράτη. Όπως σημείωσε, ο Πλάτων ανέδειξε την αναζήτηση της αλήθειας, ο Αριστοτέλης δίδαξε την αρετή ως έξη και τρόπο ζωής, ενώ ο Ισοκράτης συνέδεσε την παιδεία με το ήθος και την καλλιέργεια του πολίτη.

Κατά τη συλλογιστική του, η Εκκλησία δεν απέρριψε αυτόν τον πνευματικό πλούτο, αλλά τον ενσωμάτωσε στην έκφραση της χριστιανικής αλήθειας. Έτσι, η ελληνική γλώσσα δεν αποτελεί μόνο στοιχείο εθνικής ταυτότητας, αλλά και ένα από τα βασικά μέσα μέσα από τα οποία εκφράστηκε το μυστήριο της πίστης.

«Είναι γέφυρα μεταξύ των γενεών. Είναι μέρος της ταυτότητάς μας» είπε, συνδέοντας τη διατήρηση της γλώσσας με την υποχρέωση να προστατεύεται, να διδάσκεται και να παραδίδεται στους επόμενους.

Στο αγγλόγλωσσο μέρος της ομιλίας του αναφέρθηκε, επίσης, στην ανάγκη ενίσχυσης των σχολείων, στήριξης των εκπαιδευτικών και ανανέωσης των εκπαιδευτικών και θρησκευτικών προγραμμάτων.

Η γλώσσα από μόνη της, ωστόσο, δεν αρκεί για τη διατήρηση της ταυτότητας. Μία κοινότητα μπορεί να κρατά ζωντανά πολιτισμικά σύμβολα, επετείους και αναφορές στην καταγωγή, χωρίς να διαθέτει ουσιαστική ιστορική αυτογνωσία. Η εθνική συνείδηση προϋποθέτει κατανόηση του παρελθόντος και όχι απλώς αναπαραγωγή των εξωτερικών μορφών του, αλλά και τη δυνατότητα να εξηγηθεί στις νεότερες γενιές γιατί αυτή η κληρονομιά έχει θέση στη δική τους ζωή.

Ιδιαίτερη θέση στον λόγο του κ. Αποστόλου κατέλαβε η νεολαία, την οποία δεν παρουσίασε απλώς ως το μέλλον, αλλά ως ενεργό παρόν της Εκκλησίας. Αναγνώρισε τη φωνή, τη δημιουργικότητα, τα χαρίσματα, τις ανησυχίες και τα ερωτήματά της και κάλεσε τους νέους να συμμετάσχουν στη λατρεία, στην κατήχηση, στην ελληνική εκπαίδευση, στην κοινωνική προσφορά και στον εθελοντισμό.

Η θέση αυτή συνδέεται με τον βασικό άξονα του ενθρονιστήριου λόγου: η συνέχεια δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς πραγματική συμμετοχή και ουσιαστική μεταβίβαση ευθύνης. Οι νέες γενιές δεν καλούνται απλώς να παραλάβουν έναν έτοιμο θεσμό, αλλά να συμμετάσχουν ενεργά στη διαμόρφωση της επόμενης ημέρας του.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάχθηκε και η αναφορά στη Θεολογική Ακαδημία και στην ανάγκη καλλιέργειας νέων ιερατικών κλήσεων. Η Ακαδημία παρουσιάστηκε όχι μόνο ως ακαδημαϊκό ίδρυμα, αλλά ως χώρος όπου η θεολογική γνώση συναντά την προσευχή, η επιστημονική κατάρτιση την πνευματικότητα και η εκπαίδευση την ποιμαντική εμπειρία.

Κατά τον Αρχιεπίσκοπο, η Εκκλησία χρειάζεται καταρτισμένους κληρικούς που γνωρίζουν και βιώνουν την παράδοσή της, αλλά ταυτόχρονα διαθέτουν τη σοφία και την ποιμαντική ικανότητα να επικοινωνούν ουσιαστικά με τον σύγχρονο άνθρωπο. Πρόκειται για μια ανάγκη που συνδέει την πιστότητα στην παράδοση με την κατανόηση ενός κοινωνικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος πολύ διαφορετικού από εκείνο που γνώρισαν οι πρώτες γενιές μεταναστών.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στα μοναστήρια, τα οποία χαρακτήρισε «ζωντανές εστίες προσευχής για τον κόσμο» και τόπους μετάνοιας, ησυχίας, άσκησης, πνευματικής αναγέννησης και φιλοξενίας. Διαβεβαίωσε, παράλληλα, ότι θα παραμείνουν υπό την κανονική φροντίδα, προστασία και ποιμαντική μέριμνα της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Καναδά.

Η συνέχεια της εκκλησιαστικής παράδοσης, όπως την περιέγραψε, δεν περιορίζεται στην εξωτερική δραστηριότητα, αλλά αποβλέπει στην εσωτερική μεταμόρφωση του ανθρώπου. «Ο άνθρωπος δεν σώζεται από την εξωτερική δραστηριότητα μόνον, αλλά δια της μεταμορφώσεως της καρδίας», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ο νέος Αρχιεπίσκοπος στάθηκε ακόμη στη σύνθετη φυσιογνωμία του Ελληνισμού του Καναδά, στις κοινότητες του οποίου συναντώνται άνθρωποι με καταγωγή από διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας, την Κύπρο, τον Πόντο, την Καππαδοκία, τη Μικρά Ασία, την Ιωνία, την Ανατολική Θράκη και την Κωνσταντινούπολη.

Οι διαφορετικές αυτές καταγωγές και παραδόσεις, τόνισε, δεν πρέπει να λειτουργούν ως παράγοντες κατακερματισμού, αλλά ως διαφορετικές εκφράσεις μιας κοινής ιστορικής εμπειρίας.

«Όλοι αυτοί οι διαφορετικοί τόποι, οι ιστορίες, οι παραδόσεις και οι μνήμες δεν μας χωρίζουν – μας εμπλουτίζουν και μας ενώνουν» είπε.

Κατά τον ίδιο, η συνοχή στηρίζεται στην κοινή πίστη, στην κοινή γλώσσα, στην κοινή ιστορική μνήμη και στην κοινή ελπίδα. «Και όλα αυτά συναντώνται και αγιάζονται μέσα στην Εκκλησία του Χριστού», πρόσθεσε.

Μία λέξη, όπως είπε, θέλει να χαρακτηρίζει τη νέα περίοδο της Αρχιεπισκοπής: η «Ενότητα».

«Ενότης. Όχι ομοιομορφία. Αλλά ενότης» ανέφερε, προσδιορίζοντας ως στόχο τη δυνατότητα διαφορετικών ανθρώπων, ενοριών και κοινοτήτων να συνυπάρχουν και να αναγνωρίζουν ότι συμμετέχουν σε μία κοινή αποστολή.

Στον λόγο του δεν τοποθέτησε την ελληνική ταυτότητα απέναντι στην καναδική. Η Ελλάδα παρουσιάστηκε ως ιστορική και συναισθηματική πατρίδα. «Η Ελλάδα για τον Έλληνα της Διασποράς δεν είναι μόνον γεωγραφία. Είναι μνήμη. Είναι ποίημα. Είναι τραγούδι. Είναι προσευχή» ανέφερε.

Ο Καναδάς, από την άλλη, είναι η νέα πατρίδα, η χώρα στην οποία οι Έλληνες μετανάστες εργάστηκαν, δημιούργησαν οικογένειες και έχτισαν το μέλλον των παιδιών τους. Η προσήλωση στην ιστορική καταγωγή, σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπο, συνδέεται με την υποχρέωση ενεργού συμμετοχής στην καναδική κοινωνία, προσφοράς προς τον συνάνθρωπο, σεβασμού στους θεσμούς και προάσπισης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Η σύνθεση αυτή αποτυπώθηκε στη φράση του ότι ένας άνθρωπος μπορεί να είναι «ταυτοχρόνως καλός Καναδός, συνειδητός Έλληνας και, κυρίως, πιστός Ορθόδοξος Χριστιανός».

Οι τρεις αυτές ιδιότητες παρουσιάστηκαν ως συμβατές και αλληλοσυμπληρούμενες, χωρίς να ταυτίζονται. Η θρησκευτική πίστη, η πολιτισμική ταυτότητα και η πολιτειακή ιδιότητα διατηρούν το ιδιαίτερο περιεχόμενό τους. Στην ιστορική εμπειρία της Διασποράς, όμως, η ορθόδοξη και η ελληνική παράδοση συναντήθηκαν και συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας ιδιαίτερης ελληνοκαναδικής συνείδησης, η οποία δεν αναιρεί την καναδική ταυτότητα αλλά μπορεί να αποτελέσει αφετηρία κοινωνικής και πολιτειακής προσφοράς.

Μέσα σε αυτή τη διαδρομή, η Ιερά Αρχιεπισκοπή Καναδά καλείται, σύμφωνα με τον νέο Αρχιεπίσκοπο, να παραμείνει φορέας πίστης αλλά και θεσμός ιστορικής μνήμης, παιδείας και κοινωνικής συνοχής.

Ο κ. Απόστολος τοποθέτησε τη δική του διακονία μέσα σε πλαίσιο θεσμικής συνέχειας, αναγνωρίζοντας ιδιαίτερα το έργο του προκατόχου του, πρώην Αρχιεπισκόπου Καναδά κ. Σωτηρίου.

«Δεν παραλαμβάνω μίαν μικράν Κιβωτόν. Παραλαμβάνω ένα σπουδαίον εκκλησιαστικόν έργον» ανέφερε, δεσμευόμενος να το σεβαστεί, να το συνεχίσει και να προσπαθήσει να το καταστήσει ακόμη πιο καρποφόρο.

Η νέα περίοδος, έτσι, παρουσιάστηκε ως συνέχεια μιας μακράς θεσμικής διαδρομής και όχι ως μια καινούργια αρχή αποκομμένη από όσα προηγήθηκαν.

«Ο Αρχιεπίσκοπος δεν είναι κύριος της Εκκλησίας -είναι φύλαξ και διάκονος της παρακαταθήκης που του ενεπιστεύθη η Εκκλησία» υπογράμμισε, συνδέοντας την αρχιερατική ευθύνη με τη διακονία και όχι με την κατοχή του θεσμού.

Οι πρώτες γενιές, άλλωστε, δημιούργησαν τους θεσμούς μέσα στους οποίους διατήρησαν την πίστη, τη γλώσσα και τη μνήμη τους. Οι επόμενες γενιές καλούνται πλέον να κατανοήσουν γιατί αυτοί οι θεσμοί υπάρχουν και να αποφασίσουν πώς θα τους δώσουν νέο περιεχόμενο μέσα σε μια διαφορετική κοινωνική πραγματικότητα.

Το μέτρο της νέας περιόδου, σύμφωνα με το μήνυμα του κ. Αποστόλου, δεν θα είναι μόνο η διατήρηση των κτιρίων, των επετείων και των συμβόλων, αλλά η δυνατότητα η κληρονομιά να μετατρέπεται σε συνειδητή επιλογή ζωής.

«Η Ρωμιοσύνη δεν χάνεται -μεταλαμπαδεύεται, αναγεννάται και καρποφορεί όπου υπάρχει ζώσα πίστις, μνήμη και συνείδησις» ανέφερε.

Παρουσίες και χαιρετισμοί

Τον νέο Αρχιεπίσκοπο Καναδά κ. Απόστολο ενθρόνισε ο Αρχιεπίσκοπος Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας κ. Νικήτας, ως εκπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου, του οποίου το μήνυμα ανέγνωσε κατά τη διάρκεια της τελετής.

Στην ενθρόνιση παρέστησαν, μεταξύ άλλων, ο πρώην πρωθυπουργός του Καναδά Ζαν Κρετιέν, ο πρωθυπουργός της επαρχίας του Οντάριο Νταγκ Φορντ, ο ομοσπονδιακός υπουργός Δημόσιας Ασφάλειας του Καναδά Γκάρι Αναντασανγκάρι, ο γερουσιαστής και πρώην πρόεδρος της Καναδικής Γερουσίας Λεωνίδας Χουσάκος με τη σύζυγό του, οι επαρχιακοί βουλευτές Έφη Τριανταφυλλοπούλου και Άρης Μπαμπικιάν, η ομοσπονδιακή βουλευτής του Φιλελεύθερου Κόμματος Άννα Κουτράκη και ο δημοτικός σύμβουλος του Τορόντο Νίκος Μαντάς.

Την ελληνική Πολιτεία και τις διπλωματικές Αρχές εκπροσώπησαν ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, η υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού Σοφία Ζαχαράκη, η υφυπουργός Εξωτερικών Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, η πρέσβης της Ελλάδας στον Καναδά Αικατερίνη Δημάκη, ο γενικός πρόξενος της Ελλάδας στο Τορόντο Ιωάννης Χατζαντωνάκης με τη σύζυγό του και πολιτιστική σύμβουλο Δρ Μαριλένα Γρίβα, ο γενικός πρόξενος της Ελλάδας στο Μόντρεαλ Νικόλαος Καραλέκας, ο πρέσβης και μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδας στον ICAO Δημήτριος Αζεμόπουλος, καθώς και ο σύμβουλος έκδοσης του «Εθνικού Κήρυκα» και πρώην υφυπουργός Εξωτερικών Αντώνης Διαματάρης. Στην τελετή έδωσε επίσης το «παρών» ο γενικός σύμβουλος ΟΕΥ Μανώλης Μαρκιανός.

Ιδιαίτερα προσωπικές ήταν οι στιγμές κατά τις οποίες ο νέος Αρχιεπίσκοπος ασπάστηκε τον πατέρα του, Γ. Κουφαλάκη, καθώς και το χέρι της μητέρας του, κατά την τελετή που σηματοδότησε επισήμως την έναρξη της νέας ποιμαντορίας του.

Οι Ζαν Κρετιέν και Νταγκ Φορντ καλωσόρισαν τον νέο Αρχιεπίσκοπο και αναφέρθηκαν στην ιστορική σημασία της ενθρόνισης.

Ο πρώην πρωθυπουργός του Καναδά στάθηκε ιδιαίτερα στο έργο του πρώην Αρχιεπισκόπου Σωτηρίου, λέγοντας: «Ανέλαβα την πρωθυπουργία το 1996 και τον θυμάμαι να έρχεται συνέχεια στο γραφείο να μου ζητά τη βοήθεια μου για να βοηθήσω και να στηρίξω το έργο του αλλά και ανθρώπους που είχαν ανάγκη. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι ποτέ δεν ζήτησε κάτι για τον εαυτό του».

Από την πλευρά του, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης υπογράμμισε στον χαιρετισμό του ότι η ομόφωνη εκλογή του κ. Αποστόλου από την Αγία και Ιερά Σύνοδο αποτυπώνει την εμπιστοσύνη της Μητρός Εκκλησίας προς το πρόσωπό του.

Ο κ. Γεραπετρίτης επανέλαβε τη σταθερή στήριξη της ελληνικής Πολιτείας προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αναγνώρισε την πολυετή προσφορά του πρώην Αρχιεπισκόπου Καναδά κ. Σωτηρίου και διαβεβαίωσε ότι το υπουργείο Εξωτερικών και η ελληνική πρεσβεία στην Οττάβα θα σταθούν στο πλευρό του νέου Αρχιεπισκόπου, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη μεταλαμπάδευση της ελληνορθόδοξης παρακαταθήκης στη νέα γενιά.

Πηγή: Εθνικός Κήρυξ

hellasjournal.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου