ΡΟΛΟ'Ι'

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ

ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ

Βιβλίο Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου  (σελ. 283-298 έκδοση 1971)

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΑΦΟΡΑ

1.- Ο πολύτιμος αδάμας
Ένας πραγματευτής, ονομαζόμενος παραλογιστής, επραγματεύετο σαράντα – πενήντα χρόνους. Ποτέ καμμίαν φοράν προκοπήν δεν έλαβεν. Ύστερον ευρίσκει εις τον δρόμον ένα τορβά. Τον ανοίγει, ευρίσκει μέσα φλωρία κάλπικα, μαργαριτάρια κάλπικα, ψεύτικα, και μέσα εις την μέσην του τορβά ευρίσκει ένα διαμάντι. Παίρνει τον τορβά με τα άσπρα και πηγαίνει εις τον σαράφην, να ιδή αν είνε καλά. κοιτάζοντάς τα του είπεν ότι είνε κάλπικα και μόνον το διαμάντι είνε καλόν. Ο πραγματευτής δεν το επίστευσε μόνον τα παίρνει και φεύγει και πηγαίνει εις άλλον σαράφην, και του λέγει και αυτός πως αυτά τα άσπρα είνε όλα ψεύτικα και κάλπικα, μόνον το διαμάντι είνε πολύτιμον πράγμα. Ελυπήθη ο πραγματευτής και παίρνει το διαμάντι εις το χέρι του και τον τορβά με τα άσπρα και πηγαίνει.
Εις τον δρόμον οπού επήγαινε απήντησε ένα τυφλόν και λέγει: Θέλω το διαμάντι να ιδώ τι δύναμιν έχει. Και ώ του θαύματος! Άμα το έγγιξεν εις τα μάτια του τυφλού, παρευθύς ήνοιξαν και είδεν ο τυφλός. Τότε εχάρη ο πραγματευτής. Πηγαίνει παρέκει εις ένα τόπον και απήντησεν ένα βουβόν και κωφόν, και άμα το έγγιξε, ευθύς ωμίλησε και ήκουσεν. Απήντησεν ένα κρατημένον, και άμα τον έγγιξεν, ιατρεύθη. Το εγγίζει εις ένα πτωχόν, και γίνετε πλούσιος, το εγγίζει εις ένα γέροντα και γίνεται νέος, παλληκάρι, το εγγίζει εις ένα νεκρόν, ευθύς ανεστήθη. Βλέποντας ο πραγματευτής τοιαύτα θαυμάσια, άναψεν η καρδία του από την χαράν και παίρνει τον τορβά με τα άσπρα και πηγάινει και τα ρίπτει μέσα εις την θάλασσαν, και εκράτησε μόνον το διαμάντι, και επήγεν εις το σπίτι του.
Ήλθε καιρός να αποθάνη ο πραγματευτής, και κράζει όλους τους ιδικούς του και τους λέγει: Εγώ, παιδιά μου, έχω σαράντα – πενήντα χρόνους οπού εμπορευόμουν εις τον κόσμον, ποτέ καμμίαν προκοπήν δεν έκαμα. Ύστερα ευρήκα ένα τορβά, οπού είχε μέσα φλωριά κάλπικα, γρόσια κάλπικα, μαργαριτάρια κάλπικα, και μέσα εις την μέσην του τορβά ευρήκα ένα διαμάντι, και έχει τοιαύτην ενέργειαν, οπού και νεκρούς ανασταίνει, και πτωχούς πλουτίζει, και τυφλών τα όματα ανοίγει, και κωφούς κάμνει και ακούουν και κάθε ασθένειαν την ιατρεύει. Όμως τώρα γρήγορα θα σας αφήσω την υγείαν και μέλλω να αποθάνω, και δεν έχω να σας αφήσω άλλην κληρονομιάν παρά τούτο το διαμάντι. Μα πρέπει και ευγενία σας να εύρετε τόπον να το αποθέσετε, να είνε επιτήδειος καθώς πρέπει, διότι δεν στέκει εις ότι τόπν και αν τύχη.
Ήλθε καιρός και απέθανε ο πραγματευτής, απέμεινε το διαμάντι εις τους ιδικούς του. Εκοίταξαν και αυτοί να εύρουν τόπον να το εναποθηκεύσωσι, καθώς τους παρήγγειλε ο πραγματευτής. Ευρίσκουν λοιπόν ένα μάρμαρον τρίγωνο, ισόπλευρον, το βάνουν επάνω εις το μάρμαρον το διαμάντη, μα δεν εστάθη, ελυπήθησαν, πως δεν εύρον τρόπν να το απιθώσωσι. Πάλιν βάνουν ένα πανί άσπρο εις το μάρμαρον δια μαλάκωμα, το απιθώνουν, δεν στέκει το διαμάντι, πάλιν ελυπήθησαν. Ύστερα ματαστρώνουν ένα άλλο πανί επάνω στο άλλο, απιθώνουν το διαμάντι, και τότε ευθύς εστάθη το διαμάντι. Τότε εχάρησαν πολύ και εδόξασαν τον Θεόν.
Τώρα πρέπει να ίδωμεν, πρώτον, ποίος είνε ο πραγματευτής, δεύτερον, τι είνε ο τορβάς, τρίτον, τι είνε τα γρόσια, τέταρτον, τι είνε τα φλωρία, πέμπτον, τι είνε τα μαργαριτάρια, έκτον τι είνε το διαμάντι, έβδομον, ποοιοί είνε οι σαράφηδες, όγδοον ποιοί είνε οι συγγενείς του πραγματευτού, ένατον τι είνε το μάρμαρον, δέκατον, τι δηλοί το ένα πανί, ενδέκατον, τι δηλοί το δεύτερον πανί. Αυτά είνε τα ένδεκα ζητήματα, τα οποία θα εξηγήσωμεν.
Πρώτον, πραγματευτής, παραλογιστής, μπεκρής, ακαμάτης, τεμπέλης είμαι εγώ. Επραγματευόμην σαράντα – πενήντα χρόνους, εις τι επραγματευόμουν; Έφθειρα την ζωήν μου εις την σπουδήν σαράντα – πενήντα χρόνους. Με αξίωσεν ο Θεός και ευρήκα ένα τορβάν. Τι είνε ο τορβάς; Είνε το άγιον και ιερόν Ευαγγέλιον. Το ανοίγω και βρίσκω μέσα φλωρία κάλπικα. Τι είναι τα φλωρία; Είνε οι Εβραίοι, οπού λέγουν πως πιστεύουν, μα είναι κάλπικη η πίστις των, του διαβόλου. Ευρίσκω μέσα γρόσια κάλπικα. Τι δηλούν τα γρόσια; Είνε οι ασεβείς, οπού λέγουν πως πιστεύουν, μα είναι κάλπικη η πίστις των, του διαβόλου. Ευρίσκω μέσα μαργαριτάρια ψεύτικα. Τι δηλούν τα μαργαριτάρια; Είνε οι αιρετικοί, οπού λέγουν πως πιστεύουν εις την Αγίαν Τριάδα, μα είναι ψεύτικη, του διαβόλου και αυτών. Τι είναι το διαμάντι; Είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και Θεός. Ποίοι είναι οι σαράφηδες; Είναι οι προφήται, οπού επροκήρυξαν τον Υιόν και Λόγον του προανάρχου και παντοδυνάμου Πατρός. Ποίοι είναι οι συγγενείς του πραγματευτού; Είναι οι ευσεβείς και ορθόδοξοι χριστιανοί, τα τέκνα και αι θυγατέρες του Χριστού μας. Τι είναι το μάρμαρον το τρίγωνον και ισόπλευρον; Είναι ένας άνθρωπος, οπού λέγει πως πιστεύει εις την Αγίαν Τριάδα μα δεν φθάνει εκείνη η πίστις για να σωθή, δεν στέκει το διαμάντι. Τι άλλο χρειάζεται; Χρειάζεται το πρώτον πανί, μα δεν στέκει το διαμάντι, ήτοι ο Χριστός. Ένας άνθρωπος, οπού λέγει πως πιστεύει εις την Αγίαν Τριάδα, έχει το πρώτον πανί, την αγάπην προς τον Θεόν, οπού να έχη ο άνθρωπος, μα δεν σώνεται, αλλά χρειάζεται και το δεύτερον πανί και τότε στέκει. Τι δηλοί το δεύρον πανί; Είναι ένας άνθρωπος, οπού πιστεύει εις την Αγίαν Τριάδα και έχει αγάπην εις τον Θεόν και εις τους αδελφούς του, ήγουν το δεύτερον πανί και τότε στέκει το διαμάντι, ήτοι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και Θεός.
Ένας άνθρωπος, οπού έχει τον Θεόν εις την καρδίαν του, έχει όλα τα καλά και αμαρτίαν δεν ημπορεί ποτέ του να κάμη. Και όταν δεν έχη το διαμάντι εις την καρδίαν του, την αγάπην, ήτοι τον Χριστόν, έχει τον διάβολον. Και όποιος έχει τον διάβολον, έχει όλα τα κακά, και όλας τας αμαρτίας τας κάμνει. Λοιπόν, αδελφοί μου, εγώ μέλλω να σας αφήσω υγείαν και να πηγαίνω, και δεν ηξεύρω άλλην φοράν αν με αξιώση ο Θεός να σας απολαύσω εδώ σωματικώς ή όχι. Άλλο δεν έχω να σας αφήσω παρηγορίαν, σκέπην, φυλακτόν, παρά αυτό το διαμάντι. Μόνον να του έχετε στρώμα δια να στέκη. Αυτό το διαμάντι έχει όλα τα καλά των χριστιανών, ψυχικά και σωματικά, και καλότυχος εκείνος οπού ηξιώθη να το έχη εις την καρδίαν του, διότι έχει ένα πολύτιμον θησαυρόν.
2.- Η ωραία κόρη 
Ένας ασκητής παρεκάλεσε τον Θεόν να του φανερώσει πολλά μυστήρια. Και βγαίνοντας από το κελλί του να υπάγη εις μίαν χώραν, εις τον δρόμον οπού επήγαινεν, σμίγει με ένα άγγελον, μα δεν τον εγνώρισεν ο ασκητής ενόμισε πως ήτο άνθρωπος. Εις τον δρόμον (συνέχεια εδώ) απαντούν ένα άλογο ψόφιο, έπιασεν ο ασκητής την μύτην του, ο άγγελος τίποτε. Πηγαίνουν παρέκει, απαντούν ένα βόδι ψόφιο, οπού εβρώμα, πάλιν πιάνει ο ασκητής την μύτην του, ο άγγελος τίποτε. Πηγαίνουν παρέκει, απαντούν ένα σκύλον ψόφιον, πιάνει ο ασκητής την μύτην του, ο άγγελος τίποτε. Κοντά οπού ήθελον να φθάσουν εις την χώραν, ευρίσκουν μίαν κόρην πολύ ωραίαν, με στολίδια και φορέματα πολύτιμα. Τότε ο άγγελος έπιασε την μύτην του. Βλέποντας ο ασκητής του λέγει: Τι είσαι σύ, άγγελος, άνθρωπος ή διάβολος; Απαντήσαμεν το ψόφιο άλογο οπού εβρωμούσε, δεν έπιασες τη μύτη, ομοίως και το βόδι και τον σκύλον, και δεν είδα να πιάσης τη μύτη σου και τώρα, οπού απαντήσαμε τέτοιαν ωραίαν κόρην, έπιασες την μύτην σου; Τότε φανερώνεται ο άγγελος και του λέγει πως κανένα πράγμα δεν βρωμά του Θεού περισσότερον ωσάν την υπερηφάνειαν. Και λέγοντας τον λόγον έγινεν άφαντος ο άγγελος. Ευθύς εγύρισεν ο ασκητής εις το κελλίον του και έκλαιε δια τας αμαρτίας του παρακαλών τον Θεόν να τον φυλάττη από τας παγίδας το υδιαβόλου και να μη τον ρίψη εις υπερηφάνειαν και κολασθή.
3.- Η βρύση και ο ακάθαρτος σκύλος
Ένας άνθρωπος εξωμολογείτο δεκαπέντε χρόνους εις ένα πνευματικόν και πηγαίνοντας πάλιν να εξομολογηθή, τον εύρε οπού επόρνευε με μίαν γυναίκα. Και λέγει: Αχ! Αλλοίμονον εις εμένα, έχω τόσους χρόνους οπού εξομολογούμαι, και τώρα θα κολασθώ, όσα και αν μου εσυγχώρησεν, είνε όλα ασυγχώρητα. Λέγων αυτόν τον λόγον ευθύς έφυγεν.
Εις την οδόν εδίψασε. Πηγαίνει παρέκει και ευρίσκει ένα νερόν, οπού έτρεχε τόσον καθαρόν, ώστε λέγει: Εάν εδώ τούτο το νερόν έχη τόσην καθαρότητα, αμή εκεί εις την βρύσην οπού τρέχει, πόσην διαφοράν θα έχη; Έσκυψε και έπιε. Πηγαίνοντας έφθασεν εις την βρύσην και βλέπει το νερόν οπού έβγαινεν από το στόμα ενός σκύλου! Ανεστέναξε και λέγει: Αλλοίμονον εις εμένα, εμαγαρίστηκα. Τότε άγγελος Κυρίου του λέγει: Διατί πρώτον που έπιες το νερόν δεν εμαγαρίσθης, και τώρα οπού είδες οπού βγαίνει από του σκύλου το στόμα το εμίσησες; Μήπως δεν είναι του Θεού, οπού έκαμε τον ουρανόν, την γην και τα πάντα; Εάν ο σκύλος είναι ακάθαρτος, μη λυπήσαι, το νερόν δεν είναι ιδικόν του. Ομοίως και ο πνευματικός οπού σε εξωμολογούσε, η συγχώρησις οπού σου έκαμνε μήπως ήτο ιδική του; Εκείνη είναι του Παναγίου Πνεύματος. Επειδή και εκείνος έχει τον χαρακτήρα της ιερωσύνης, είναι ανώτερος και από βασιλείς και Αγγέλους. Μα αν επόρνευε, τι σε μέλει; Εκείνος παρουσιάζει το στόμα του σκύλου, και μη λυπάσαι, όσα και αν σου εσυγχώρησε, είναι όλα συγχωρημένα, μόνον πήγαινε και βάλε του μετάνοιαν και παρακάλεσέ τον να σε συγχωρήση, και εκείνον ο Θεός έχει να τον εξετάση. Και έγινεν άφαντος ο άγγελος.
Επήγεν οπίσω ο άνθρωπος εις τον πνευματικόν και του διηγείται τα πάντα και του έβαλε μετάνοιαν καθώς του είπεν ο άγγελος. Ακούοντας ο πνευματικός ταύτην την διήγησιν έκλαυσε, εμετανόησε και εσώθη. Ημείς πρέπει να κατηγορώμεν τον εαυτόν μας και σωζόμεθα.
4.– Ο σοφός πνευματικός 
Ένας άρχοντας πλούσιος εθησαύριζε κατά πολλά, ποτέ δεν ήθελε μήτε να εξομολογηθεί μήτε ελεημοσύνη να κάμει. Είχεν ένα υιόν έως δέκα χρονών. Ήλθε καιρός και αρρώστησε ο άρχοντας εκείνος. Του έλεγον οι ιδικοί του να εξομολογηθεί, να κάμη δια την ψυχήν του τίποτε, αυτός τους έλεγεν: Άς είναι καλά το παιδί μου, εκείνο έχει να κάμη δια την ψυχήν μου. Όλος με τον διάβολον ήτο, και η γνώμη του δεν ήλλαζεν.
Εις τον τόπον εκείνον ήτο ένας πνευματικός ενάρετος. Πηγαίνει και ξυρίζει τα γένεια του, ενδύεται φορέματα κοσμικά και πηγαίνει εις το σπίτι του πλουσίου. Κτυπά εις την πόρταν, βγαίνουν και τον ερωτούν τι γυρεύει. Απεκρίθη πως είναι ξένος άνθρωπος και έτυχα εδώ, λέγει, εις την χώραν σας, έμαθα πως είναι ο άρχοντας της χώρας άρρωστος και ήλθα να τον ιδώ και εγώ, επειδή είμαι ιατρός. Ευθύς τον εδέχθησαν. Ήσαν όλοι οι συγγενείς του γύρω του και τον επαράστεκαν. Τους λέγει: Πως είναι ο άρρωστος; Απεκρίθη ο άρρωστος και του λέγει: Αχαμνά είμαι, αφέντη. Λέγει ο ιατρός: Τι σου λέγουν οι ιατροί της χώρας σας; Λέγει ο άρρωστος: Με λέγουν πως είμαι αχαμνά δια τον θάνατον. Τον πιάνει από το χέρι και του λέγει ο πνευματικός ιατρός: Και εγώ το λέγω ότι πεθαίνεις. Μα ανίσως και ευρίσκετο ένα ιατρικόν οπού γνωρίζω, δεν απέθνησκες. Του λέγει: Τι ιατρικόν είναι εκείνο οπού χρειάζεται να εύρωμεν; Καμώνεται πως δεν ηξεύρει και ερωτά: Έχει κανένα παιδί; Του είπαν πως μόνον ένα έχει. Του λέγει ο πνευματικός: Να μη λυπάσαι, το ιατρικόν σου ευρέθη. Εγώ σου υπόσχομαι πώς δεν αποθνήσκεις. Γυρεύει να του δώσουν ένα φλυτζάνι νερό και αλεύρι. Τα ανακατώνει και καμώνεται πώς και κάτι άλλο ιατρικόν βάνει μέσα και λέγει: Τώρα το ιατρικόν είναι έτοιμον, μόνον χρειάζεται να έλθη το παιδί σου εδώ, να του σπάσω το δάκτυλόν του το μικρόν με το βελόνι, να στάξει τρεις σταλαγματιές αίμα, να σου το δώσω να το πίης και ευθύς να γίνης καλά. Το παιδί έπαιζε με τα άλλα παιδία. Στέλλουν ευθύς και του λέγουν: Έλα, παιδί μου, οπού ήλθεν ένας ιατρός να κάμη τον πατέρα σου καλά. Το παιδί ήθελε να παίξη, όμως το έφεραν. Καθώς το βλέπει ο ιατρός του λέγει: Έλα, παιδί μου, να σου σπάσω το μικρόν δάκτυλον μ’ ένα βελόνι, να στάξη τρεις σταλαγματιές αίμα εδώ μέσα οπού έχω κάτι ιατρικόν, να δώσω να το πίη ο πατέρας σου, να γίνει ευθύς καλά. Λέγει το παιδί: Ετρελλάθηκα ή επαλάβωσα να χαλάσω εγώ το δάκτυλόν μου; Λέγει ο ιατρός: Εις σε, παιδί μου, κρέμαται ή να ζήση ή ν’ αποθάνη. Δεν βλέπεις πόσα εσύναξε να σου αφήσει; Λέγει το παιδί: Ζήση δεν ζήση, εγώ δεν χαλώ το χέρι μου. Και έφυγε.
Λέγει ο ιατρός του άρχοντος: Εγώ είμαι ο πνευματικός της χώρας και το έκαμα τούτο, δια να σου δείξω πώς από το παιδί σου μη ελπίζης τίποτε δια την ψυχήν σου να σου κάμη. Τότε σηκώνεται ο άρρωστος. Εγώ, λέγει, εκόλασα την ψυχήν μου δια το παιδί μου, να του αφήσω πολλά, και εκείνο δεν το εβάσταξε η καρδιά του να δώση τρείς σταλαγματιές αίμα δια την ζωήν μου;
Καλά λέγεις, πνευματικέ μου. Ευθύς γυρεύει τα δευτέρια του, τας ομολογίας του και τα ξεσχίζει. Εμοίρασεν όλα του τα πράγματα, δεν άφησε τίποτε, και το παιδί του το κατέστησε πάμπτωχον, και εκέρδισε τον παράδεισον να χαίρεται πάντοτε.
Τώρα όσοι έχετε παιδιά, μη ελπίζετε και λέγετε, πως είναι καλό το παιδί μου και εκείνο έχει να φροντίσει δια την ψυχήν μου. Ό,τι κάμνει ο άνθρωπος μόνος του, εκείνο ευρίσκει εις την άλλην ζωήν.
5.- Οι τρεις νόμοι
Ήτο ένας Έλληνας μίαν φοράν και λέγει: Εγώ θέλω να γίνω Εβραίος. Είνε τρεις νόμοι, νόμος ο φυσικός είνε των Εβραίων, ο σαρκικός των Τούρκων και ο πνευματικός των χριστιανών. Λέγει ο Έλληνας: Ας πιάσω τον φυσικόν νόμον. Τον διαβάζει και λέγει: Όποιος σου πάρη το φόρεμά σου, πάρε του κι εσύ το ιδικόν του, όποιος σε αδικήση δέκα γρόσια, πάρε του και συ άλλα δέκα, όποιος σου σκοτώσει τον αδελφόν σου, σκότωσε και συ. Λέγει ο Έλληνας: Εγώ πηγαίνω εις ένα δρόμον, έρχεται ένας να μου πάρη το επανωφόριόν μου, εγώ θέλω να του πάρω το ιδικόν του κατά τον νόμον εκείνον, εκείνος δε με αφήνει, πρέπει ή να τον φονεύσω ή να με φονεύση. Λέγει ο Έλληνας: Δεν είνε καλός ο νόμος των Εβραίων.
Τώρα θέλω να γίνω Τούρκος. Πιάνει τον σαρκικόν, τον διαβάζει και λέγει ότι να εντροπιάζη τόσας γυναίκας και πολλά άλλα αισχρά. Λέγει ο Έλληνας: Δεν μ’ αρέσει και αυτός ο νόμος, είνε γουρουνισιος.
Πάλιν λέγει: Από Τούρκος θέλω να γίνω Χριστιανός. Πιάνει τον πνευματικόν νόμον, τον διαβάζει και ευρίσκει οπού λέγει: όποιος σου πάρη το ένα φόρεμα, να του δώσης και το άλλο και όποιος σου πάρη δέκα γρόσια, να του δώσης άλλα δέκα, και όποιος σου δώση ένα ράπισμα από το δεξιόν, να γυρίσης και το αριστερόν να σου δώση και άλλο. Τότε λέγει ο Έλληνας: να μάθω την δοκιμήν. Εγώ θέλω να πηγαίνω εις ένα δρόμον, έρχεται ένας να μου πάρη το ένα φόρεμα, εγώ κατά νόμον πρέπει να του ειπώ: Στάσου, αδελφέ, να σου δώσω και το άλλο. Έρχεται να μου πάρη δέκα γρόσια, εγώ να του ειπώ: Στάσου, αδελφέ, να σου δώσω και άλλα δέκα. Έρχεται να μου δώση ένα μπάτσο, εγώ να γυρίσω και από το άλλο μέρος να μου δώση και άλλον. Εμένα μου φαίνεται πως, όσον και αν είνε κακός άνθρωπος και άγριος, εγώ με το ήμερον, σαν του ομιλήσω ταπεινά και γλυκά λόγια, εκεκίνος θα παρακινηθή να μου δώση οπίσω το πράγμα μου ή και να μη με φονεύση. Διότι εγώ ωσάν του αντισταθώ, ή θα με φονεύση ή θα τον φονεύσω. Λοιπόν τούτος ο νόμος, ο πνευματικός, είνε καλός, και θα γίνω χριστιανός.
1.    – Εικόνες της Αγίας Τριάδος
Χωρίς την πέτραν, το τσακουμάκι και την ύσκαν φωτιά δεν πιάνει· καθώς δεν ημπορούν να λείψουν τα τρία ομού, έτσι και η Αγία Τριάς τρία είνε και ένα. Ή καθώς το νερόν είνε ένα, το χαλάζι και το χιόνι, τρία μιάς φύσεως και τα τρία. Η ψυχή είνε μία· ένα πρόσωπον γεννά τον λόγον· είνε και η πνοή, είνε της ψυχής και όχι του σώματος. Η μεν ψυχή είνε εις τύπον του Πατρός, ο δε λόγος της ψυχής είνε εις τύπον του Υιού και λόγου του Θεού, η δε πνοή της ψυχής εις τύπον του Παναγίου Πνεύματος. Η ψυχή γεννά τον λόγον με τον νουν, και δεύτερον τον γεννούν τον λόγον τα χείλη. Καθώς ο λόγος γεννάται από την ψυχήν πρώτον και δεν φανερώνεται, και δεύτερον με τα χείλη γίνεται φανερός, ούτως ο Υιός και Λόγος του Θεού εγεννήθη προ των αιώνων από τον Θεόν και Πατέρα, αλλά δεν εφανερώνετο εις τους ανθρώπους, αμή έστεκεν εις τον κόλπον του Πατρός. Έτι και δεύτερον εγεννήθη εκ των χειλέων των προφητών και εκ της πανάγνου Μαρίας της Αειπαρθένου, και τότε έγινε φανερός εις όλον τον κόσμον. Δευτέρα γέννησις λέγεται εκ της σαρκός οπού εφανερώθη. Και όταν ήτο εις τον Σταυρόν, έπασχεν η ανθρωπότης, η ύλη της σασκός, η δε Θεότης έμεινεν απαθής. Και καθώς όταν ο ήλιος φωτίζει το δένδρον και ο δενδροκόπτης κόπτοντας με το τσεκούριον, το μεν δένδρον πάσχει κοπτόμενον, αι δε ακτίνες του ηλίου, οπού είνε επάνω εις το δένδρον, άκοπτες και αβλαβεις μένουν, ούτω και η Θεότης του Χριστού μας, αν και εις τον καιρόν του πάθους ήτο ηνωμένη με την σάρκα και δεν εχωρίσθη από αυτήν, καθώς και ο ήλιος από το δένδρον, και δεν έπαθεν, ούτω και η ανθρωπότης έπαθεν ως το δένδρον, η δε Θεότης έμεινεν αβλαβής ως ήλιος!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.