Από την σελίδα στο Facebook του Manos Lambrakis
Από
τότε που χάσαμε το παιδί, το σπίτι σταμάτησε ακριβώς εκείνη την ώρα.
Σαν να κόπηκε το ρεύμα μέσα στον χρόνο. Ακόμα ακούω καμιά φορά μηχανάκι
να ανεβαίνει από τον κάτω δρόμο και σηκώνομαι χωρίς να το καταλάβω.
Μέχρι να θυμηθώ. Αυτό το «μέχρι να θυμηθώ» είναι όλη μου η ζωή πια. Το
μπουφάν του κρέμεται ακόμα πίσω από την πόρτα. Τα παπούτσια του είναι
κάτω από το κρεβάτι. Το ποτήρι του στο ντουλάπι. Δεν τα πειράζω. Νιώθω
πως αν τα μετακινήσω, θα είναι σαν να παραδέχομαι ότι δεν θα
ξαναγυρίσει. Κι υπάρχουν μέρες που ακόμα περιμένω να ανοίξει η πόρτα και
να μπει μέσα βρίζοντας για τη βροχή, πεινασμένος, ζωντανός.
Ο Γιώργος χειροτερεύει. Η σκλήρυνση κατά πλάκας τον σβήνει λίγο λίγο, αλλά το χειρότερο είναι πως το καταλαβαίνει. Κάποτε ήταν άνθρωπος που έφτιαχνε μόνος του σκεπές, μάντρες, ποτίστρες. Τώρα δυσκολεύεται να κουμπώσει ένα κουμπί. Τον γυρίζω στο κρεβάτι σαν παιδί. Του δίνω τα φάρμακα. Του κόβω το ψωμί μικρά κομμάτια γιατί τρέμουν τα χέρια του. Κι αυτός κάθεται στο παράθυρο και κοιτάει τον στάβλο σαν εξόριστος άνθρωπος που βλέπει από μακριά τη ζωή του χωρίς να μπορεί να την πλησιάσει. Δεν κλαίει ποτέ μπροστά μου. Μόνο τα βράδια, όταν νομίζει ότι κοιμάμαι, τον ακούω να λέει μέσα από τα δόντια του το όνομα του παιδιού μας. Σαν προσευχή. Σαν τιμωρία.
Τα άλλα δύο παιδιά είναι στο εξωτερικό. Η Μαρία στη Γερμανία, ο μικρός στην Ολλανδία. Μου τηλεφωνούν κάθε Κυριακή. Με ρωτούν αν έφαγα, αν πήρα τα φάρμακά μου, αν είναι καλά ο πατέρας τους. Τους λέω ψέματα. Τους λέω «καλά είμαστε». Τι άλλο να πω; Ότι άφησα απλήρωτη τη ΔΕΗ για δεύτερο μήνα; Ότι ήρθε χαρτί για διακοπή νερού; Ότι μετράω τα κέρματα πριν πάω στο φαρμακείο; Ότι καμιά φορά ανοίγω το ψυγείο και το κοιτάω άδειο χωρίς να στεναχωριέμαι πια; Η ξενιτιά είναι κι αυτή μια μορφή πένθους, Μανώλη μου. Τα παιδιά φεύγουν για να σωθούν και στο τέλος μιλάνε στη μάνα τους σαν να της τηλεφωνούν από άλλο πλανήτη.
Κάθε μέρα σηκώνομαι πριν ξημερώσει και πάω στον στάβλο. Τα πρόβατα είναι οι μόνοι ζωντανοί οργανισμοί που δεν φοβούνται τη δυστυχία σου. Οι άνθρωποι, μόλις δουν πολύ πόνο, κάνουν πίσω. Τα ζώα όχι. Σε κοιτάνε όπως είσαι. Καθαρίζω, αρμέγω, κουβαλάω νερό, ζωοτροφές, λάσπες. Η μέση μου έχει σπάσει αλλά συνεχίζω γιατί φοβάμαι ότι αν σταματήσω μία μέρα, δεν θα ξανασηκωθώ ποτέ. Η δουλειά εδώ δεν είναι εργασία. Είναι τρόπος να κρατιέσαι από τη ζωή χωρίς να την αγαπάς πια ιδιαίτερα.
Άκουγα τις προάλλες στην τηλεόραση ότι «η χώρα προχωράει», ότι «έρχονται επενδύσεις», ότι «η οικονομία αντέχει». Και κοίταξα το τραπέζι μου: λογαριασμούς, χάπια, ειδοποιήσεις, αποδείξεις, χρέη. Και σκέφτηκα πως εδώ το μόνο που προχωράει είναι οι ημερομηνίες λήξης. Το παιδί μου σκοτώθηκε σε έναν δρόμο που τον είχαν εγκαινιάσει τρεις φορές. Τρεις φορές κορδέλες, παπάδες, φωτογραφίες, υπουργοί, μεγάλα λόγια. Και τώρα κάθε φορά που βλέπω ανθρώπους με κοστούμια να μιλάνε για ανάπτυξη, σκέφτομαι πως ίσως αυτή η χώρα έμαθε να χτίζει πρώτα τις κάμερες και μετά τους δρόμους.
Ξέρεις τι πονάει περισσότερο; Ότι όλα συνεχίζουν. Τα καφενεία ανοίγουν, οι άνθρωποι γελάνε, τα σχολεία κάνουν γιορτές, τα αυτοκίνητα περνάνε γρήγορα έξω από το σπίτι μας. Η άνοιξη ήρθε και φέτος στα βουνά σαν να μη συνέβη τίποτα. Μόνο εγώ έμεινα καρφωμένη σε μια συγκεκριμένη μέρα και ώρα. Υπάρχουν στιγμές που ζηλεύω τους ανθρώπους που συνεχίζουν κανονικά τη ζωή τους. Μετά ντρέπομαι γι’ αυτή τη σκέψη και ανάβω το καντήλι.
Κάθε βράδυ προσεύχομαι στην Παναγία. Όχι όπως παλιά. Δεν έχω πια μεγάλα λόγια. Της μιλάω σαν γυναίκα κουρασμένη σε άλλη γυναίκα που ξέρει τι θα πει να βλέπεις το παιδί σου να οδηγείται στον θάνατο και να μην μπορείς να κάνεις τίποτα. Της λέω μόνο: «Μη με αφήσεις να σκληρύνω». Γιατί αυτό φοβάμαι πια. Όχι τη φτώχεια. Όχι τη μοναξιά. Φοβάμαι μήπως μια μέρα συνηθίσω τόσο πολύ τον πόνο ώστε πάψω να αισθάνομαι.
Και ξέρεις κάτι που δεν έχω πει ποτέ σε κανέναν; Καμιά φορά εύχομαι να κοπεί το ρεύμα. Να βυθιστεί όλο το σπίτι στο σκοτάδι και να μη χρειαστεί να πληρώσω άλλον λογαριασμό, να μη δω άλλη ειδοποίηση, άλλο ποσό, άλλο χαρτί. Να κάτσουμε ήσυχα εγώ, ο άρρωστος άντρας μου και οι φωτογραφίες των παιδιών μέσα σε ένα σπίτι που θα μοιάζει επιτέλους με αυτό που πραγματικά έγινε: ένα σπίτι που επέζησε των ανθρώπων του.
Μόνο τα πρόβατα θα ακούγονται απ’ έξω μέσα στη νύχτα.
Ίσως τότε, μέσα σ’ αυτό το βαθύ σκοτάδι, να μοιάζει ολόκληρη η χώρα όπως πραγματικά είναι: κουρασμένη, χρεωμένη, γονατισμένη, κι όμως να συνεχίζει ακόμα να ανάβει ένα μικρό καντήλι και να προσεύχεται να ξημερώσει.
Σου γράφω γιατί κάπου θέλω να ακουστεί αυτή η ζωή. Όχι για λύπηση. Η λύπηση κρατά πέντε λεπτά και μετά ο καθένας γυρίζει στο σπίτι του. Σου γράφω γιατί υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που ζουν έτσι, αθόρυβα, με χρέη, με αρρώστιες, με νεκρούς μέσα στα δωμάτια, και όμως το πρωί φοράνε τις γαλότσες τους και συνεχίζουν. Δεν ξέρω αν αυτό λέγεται δύναμη ή απλώς συνήθεια του πόνου.
Να προσεύχεσαι κι εσύ λίγο για μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου