Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Γερόντισσα Μακρίνα: «Ὁ Θεὸς θέλει πολλὴ ἀγάπη, θέλει νὰ γίνουμε ἕνας μικρὸς Χριστός!»

 

Γερόντισσα Μακρίνα:

Μιὰ φορὰ ἦταν ἕνας Ἀββᾶς καὶ πῆγε ἕνας ληστὴς στὸ κελλί του καὶ τοῦ λέει: «Ἀββᾶ, ἔχω σκοτώσει ἐνενῆντα ἐννέα καὶ μὲ σένα ἑκατό!».

Μόλις ἀκούει ὁ Ἀββᾶς αὐτό, λέει: «Νάναι εὐλογημένο, παιδί μου, εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένο, ἀφοῦ ἦρθε ἡ ὥρα νὰ φύγω, νὰ μὲ ἀποκεφαλίσης καὶ μένα· ἀλλὰ πήγαινε νὰ μοῦ φέρης λιγάκι νεράκι ἀπὸ τὴν πηγούλα· φέρε μου λίγο νεράκι κι ἔλα νὰ μὲ ἀποκεφαλίσης».

Σηκώνεται λοιπόν, παίρνει τὸ σταμνάκι τοῦ Ἀββᾶ καὶ πάει νὰ τοῦ φέρη νερό. Ἔκανε ὑπακοή. Ἐπειδὴ ἔκανε πρῶτον γενικὴ ἐξομολόγησι, ὅταν εἶπε στὸν Ἀββᾶ ὀτι ἐνενῆντα ἐννέα σκότωσε καὶ μὲ ἐκεῖνον ἑκατό, δεύτερον, ὅτι ἔκανε ὑπακοὴ νὰ τοῦ φέρη νερό, τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ δὲν τὸν ἄφησε.

Ἐκείνη τὴν ὥρα ποὺ ὁ ληστὴς πῆγε νὰ φέρη τὸ νερό, ὁ Ἀββᾶς γονάτισε καὶ ἔκανε προσευχή: «Βοήθησέ τον, νὰ μὴ τὸ κάνη αὐτό, βοήθησέ τον, Χριστέ μου, νὰ μετανοήση, νὰ συντριβῆ».

Στὸ διάστημα αὐτό, ἐνῷ γέμιζε τὸ σταμνάκι, ἦρθε μία ἀλλοίωσι στὴν ψυχὴ τοῦ ληστοῦ καὶ ἄρχισε νὰ κλαίη. Ἐκεῖ στὴ μοναξιὰ ἔκλαψε, ἔκλαψε, τὸ μαντήλι τὸ ἔκανε μούσκεμα.

Τὴν ὥρα ποὺ προσευχόταν ὁ Ἀββᾶς, βλέπει ἕνα ἄνθρωπο μέσα στὰ ὁλόλευκα ντυμένο καὶ μὲ ἐνα χρυσὸ στεφάνι στὸ κεφάλι καὶ εἶπε: «Ποιός εἶναι;». Καὶ ἀκούει φωνή: «Εἶναι ὁ ληστὴς ποὺ ἤθελε νὰ σὲ σφάξη. Ἐπειδὴ ἔκανε γενικὴ ἐξομολόγησι καὶ ἔκανε καὶ τὴν ὑπακοή του, τώρα πάει στὸν οὐρανό».

Σηκώθηκε ὁ Ἀββᾶς καὶ πῆγε καὶ βρῆκε τὸ ληστὴ πεθαμένο. Τί εὐσπλαγχνία ὁ Θεός! «Ἐνενῆντα ἐννέα ἔσφαξα καὶ μὲ σένα ἑκατό!».

Κοίτα ἀγάπη ὁ Θεός, κοίτα μακροθυμία, κοίτα εὐσπλαγχνία, κοίτα, κοίτα… Κι ἐμεῖς τώρα δὲν σηκώνουμε τίποτε καὶ δὲν μακροθυμοῦμε, δὲν ἀνεχόμαστε, δὲν ἔχουμε ταπείνωσι νὰ ποῦμε «νάναι εὐλογημένο, ἔτσι ἐπέτρεψε ὁ Θεός, γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου. Τὶς οἵδε πόσο λύπησα τὸν Θεὸ καὶ ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, νὰ μοῦ ποῦν μία λέξι, νὰ μοῦ ποῦν μία κουβέντα».

Ὅταν ὑπάρχη ταπείνωσι καὶ ὑπακοή, βλέπεις ἕνα μεγαλεῖο μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. «Νάναι εὐλογημένο», «εὐλόγησον», «ἔτσι οἰκονόμησε ὁ Θεός, νάναι εὐλογημένο, Σὲ εὐχαριστῶ, Θεέ μου».

Ὅταν λοιπὸν μᾶς ταπεινώση ἕνας ἄνθρωπος καὶ σηκωθοῦμε καὶ πᾶμε στὸ κελλάκι μας μέσα καὶ ἔχουμε ταπεινὸ λογισμό, δὲν θὰ μᾶς ἐπισκιάση ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ;

Δὲν θὰ μᾶς ἀλλοιώση τὴν ψυχή μας ποὺ εἶναι σὰν πέτρα, σὰν μάρμαρο καὶ δὲν φεύγουμε ἀπὸ τὸ θέλημά μας καὶ ἀπὸ τὸ λογισμό μας; Δὲν θὰ μᾶς μιλήση ὁ Θεὸς στὴν ψυχή μας;

Ὅταν θὰ δοῦμε αὐτὴ τὴν ἀλλοίωσι, θὰ προσέχουμε καὶ θὰ λέμε στὸν ἑαυτό μας: «Θὰ προσπαθῶ νὰ μὴ ὑπάρχη μῶμος μέσα στὴν ψυχή μου γιὰ κανένα ἄνθρωπο, μὰ γιὰ κανένα ἄνθρωπο». Νὰ δώσουμε τόση βία μέσα μας, ποὺ νὰ λέμε: «Αὐτὸς εἶναι ἅγιος γιὰ μένα, αὐτὸς εἶναι ἅγιος γιὰ μένα, αὐτὸς εἶναι ἅγιος γιὰ μένα».

Ἔτσι δὲν θὰ ἔχουμε μῶμο μέσα στὴν ψυχή μας γιὰ κανένα. Εἶναι δυνατὸν ὁ Θεὸς αὐτὴν τὴν πέτρινη καρδιά μας νὰ μὴ μᾶς τὴν κάνη συντρίμματα καὶ νὰ μὴ τὴν λυγίση καὶ νὰ μὴ παραμερίση τοὺς βράχους ποὺ ὑπάρχουν μέσα της καὶ δὲν τοὺς καταλαβαίνουμε; Ἔτσι εἶναι!

Αὐτὴ εἶναι ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ ἄπειρος εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ· γι’ αὖτὸ λέγανε οἱ Πατέρες: «Παῦσον, Κύριε, τὰ κύματα τῆς Χάριτός Σου»[1], γιατί δὲν μποροῦσαν νὰ ἀντέξουν τὴν εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ· τέτοια Χάρι τους ἔδινε.

Γιατί τώρα νὰ μὴ μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ ἔχουμε αὐτὴ τὴν πνευματικὴ κατάστασι καὶ νὰ μὴ ζοῦμε αὐτὸ τὸ μεγαλεῖο στὴν ψυχή μας, ἀλλὰ νὰ ἔχουμε μέσα μας τὸ λογισμό: «ἐκείνη μοῦ ἔκανε ἐκεῖνο, ἐκείνη μοῦ ἔκανε τὸ ἄλλο».

Καλέ, ποὺ πᾶς, ποὺ θὰ ξεφύγης ἀπὸ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ; Ὁ Θεὸς σὲ ἀνέχεται, σὲ ἔχει στὴ γῆ ἀπάνω, σὲ ταΐζει, σὲ ποτίζει, σοῦ ἔχει δώσει τὴν ὑγεία σου, ὅλα τὰ καλὰ καὶ τὰ ἀγαθά σου δίνει.

Ἐσὺ γιατί Τὸν προσβάλλεις; Γιατί δὲν δέχεσαι μία κουβέντα ἀπὸ τὸν ἄλλο; Γιατί δὲν ἀνέχεσαι τὸν ἄλλο; Μόνο ἔτσι ἔρχεται ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ μέσα του αἰσθάνεται νὰ εἶναι ἕνας ἄγγελος μὲ χρυσᾶ φτερὰ ποὺ πετάη στὰ οὐράνια περιβόλια τοῦ Θεοῦ, νὰ βρίσκεται κοντὰ στὴν Κυρία Θεοτόκο καὶ νὰ πετάη ἀπό ’δῶ καὶ ἀπό ’κεί. Ἀγγελικὴ ζωή, ἀγγελικὴ ζωή!

Ἐὰν τὸ σκεφτοῦμε βαθειὰ στὴν καρδιά μας, ὅτι ζοῦμε ἀγγελικὴ ζωή, καὶ ἐγὼ δὲν ξέρω πὼς θὰ εἴμαστε, καὶ τί θὰ μᾶς δώριζε ὁ Χριστὸς μέσα στὴν καρδιά μας!

Τί θὰ αἰσθανόμαστε μέσα στὴν ψυχή μας, δὲν μποροῦμε νὰ τὸ συλλάβουμε! Ξέρεις τί θὰ πῇ Ἄγγελος; Οὔτε γελάει οὔτε θυμώνει οὔτε ψεύδεται οὔτε μαλώνει οὔτε συζητάει οὔτε κρίνει οὔτε κατακρίνει οὔτε ὑπερηφανεύεται.

Τὸ μεγαλύτερο θέμα, εἶναι τὸ θέμα τῆς κατακρίσεως. Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ προσέξουμε, δηλ. τὸ μεγαλύτερο τελώνιο ποὺ θὰ περάσουμε εἶναι τῆς κατακρίσεως.

Γι’ αὐτὸ λοιπόν, ὅταν ὑπάρχη μῶμος μέσα στὴν ψυχή μας γιὰ ἕνα ἀδελφὸ καὶ ἔχουμε πειρασμό, τότε ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ ἐπισκιάζη.

Ἡ Χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος δὲν μπορεῖ ναρθὴ μέσα στὴν ψυχὴ νὰ λαλήση, νὰ φωτίση, νὰ ἀνάψη, ναρθὴ τὸ ἄκτιστο φῶς μέσα στὴν καρδιά. Καὶ τὸ μεγαλύτερο δαιμόνιο ποὺ σκαλώνουμε εἶναι αὐτό, τὸ «γιατί ἐκείνη», τὸ «γιατί τὸ ἔκανε ἐκεῖνο καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ κάνη ἔτσι καὶ ἔπρεπε νὰ γίνη ἀλλιῶς».

Ἔρχεται καὶ ἡ Γερόντισσα σὲ μία κατάστασι ποὺ παρακαλεῖ τὸν Θεὸ ὁλοψύχως καὶ λέει: «Θεέ μου βοήθησέ με, δός μου τὴν ἀνεξικακία Σου, δός μου τὴν ἀγάπη Σου, δός μου νὰ ἀγαπήσω ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ὅ,τι καὶ νὰ κάνουν, ὅ,τι κι ἂν συμβῇ, ὅ,τι καὶ κακὸ ἀκόμη, δός μου τὴν πρέπουσα ἀγάπη, νὰ ἀγαπήσω ὅπως καὶ Ἐσὺ ἀγάπησες τὸν Υἱόν Σου».

Λοιπὸν ὁ Θεὸς εἶναι ὅλο ἀγάπη, ἡ ἀγάπη «πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει»[2]. Ἡ ἀγάπη κάνει τὰ πάντα. Ὅταν δὲν ὑπάρχη αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, τότε ὑπάρχει μέσα συνέχεια αὐτὸς ὁ λογισμὸς καὶ δὲν φεύγει.

Παραμερίζουμε τὸν Χριστό, ἐνῷ ὁ Χριστὸς ἔχει τὰς ἀγκάλας ἀνοιχτὰς καὶ λέει: «Ἔλα τέκνο, ἔλα παιδάκι μου, ἔλα χρυσό μου, ἔλα διαμάντι μου, ποὺ νὰ σὲ βάλω, ἔλα στὴν ἀγκαλιά μου, ἔλα νὰ σὲ χαϊδέψω, ἔλα νὰ σοῦ κάνω αὐτὸ ποὺ ζητᾶς καὶ ἐπιθυμεῖς».

Λοιπὸν αὐτὸ θέλει ὁ Θεός, θέλει πολλὴ ἀγάπη, θέλει πολλὴ στοργή, θέλει νὰ γίνουμε ἕνας μικρὸς Χριστὸς· καὶ νὰ δῇς τί θὰ γίνεται ἐδῶ μέσα, τί θὰ αἰσθανώμαστε! Ὅπως εἶπε καὶ κάποιος, περισσότεροι εἶναι οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι ἀπὸ τὴν ἀναπνοή μας. Σκεφθῆτε τί γίνεται!

Καὶ εὔχομαι τώρα ὁ καινούργιος χρόνος, ἂν καὶ ἡ πρωτοχρονιὰ εἶναι κοσμικὸ γεγονός, δὲν εἶναι ἐκκλησιαστικό, εὔχομαι στὴν Παναγία, στὸν Χριστό μας, δι’ εὐχῶν τοῦ Γέροντος νὰ βάλουμε μία σειρούλα καλή, πνευματική, ἁγιασμένη καὶ ὅ,τι τέλος πάντων συνέβη ἀπὸ ἀδυναμίες, πάθη, ἐλαττώματα, νὰ μᾶς συγχωρῇ ὁ Χριστὸς καὶ νὰ μᾶς δώση μετάνοια, νὰ μᾶς δώση φωτισμό, νὰ μᾶς δώση ἁγιασμὸ στὴν ψυχούλα μας ὡς εὔσπλαγχνος ποὺ εἶναι καὶ ἔχει πολλὴ ἀγάπη· πρῶτα σ’ ἐμένα ποὺ δὲν κάνω τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ γι’ αὐτὸ βρισκόμαστε στὸ ἴδιο μέρος καὶ δὲν παρουσιάζουμε αὐτὴ τὴν πρόοδο ποὺ πρέπει νὰ ἔχουμε.

Γι’ αὐτὸ λοιπὸν ἂς εὐχηθοῦμε στὸν Χριστό μας νὰ μᾶς συγχωρήση ὅ,τι Τοῦ πταίσαμε εἴτε ἐν γνώσει εἴτε ἐν ἀγνοίᾳ εἴτε ἐν παραβάσει εἴτε ἐν παρακοῇ εἴτε ὅ,τι καὶ ἂν Τοῦ πταίσαμε, νὰ μᾶς συγχωρῇ καὶ ναρθὴ τὸ ἔλεος Τοῦ τὸν καινούργιο χρόνο νὰ μᾶς βοηθήση νὰ βιώσουμε καλῶς καὶ νὰ ἀγωνισθοῦμε σ’ αὐτὰ ποὺ θέλει ὁ Θεὸς ἀπὸ μᾶς καὶ ζητάει, γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε τὰ αἰώνια ἀγαθά Του.

Παραπομπές:

1.Έφραίμ ὁ Σῦρος, Ἔργα, τόμ. Α’, ἐκδ. «Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας», Θεσσαλονίκη 1988. «Λόγος ἀσκητικός», σ. 177.

2.Α’ Κόρ. ἰγ’, 7.

Πηγή: Γερόντισσα Μακρίνα Βασσοπούλου (1921-1995), Λόγια Καρδιᾶς», Ἔκδοση Ἱερὰς Μονῆς Παναγίας Ὁδηγήτριας, Πορταριὰ Βόλου, 2012.

 

Συντάκτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου