
1η τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου, μπήκαμε στὴ νέα Ἐκκλησιαστικὴ χρονιά, πού ’ναὶ ἡ ἀρχή της Ἰνδίκτου. «Ἴνδικτος» στὰ Λατινικὰ σημαίνει ὁρισμός. Ὅριζαν οἱ Ρωμαῖοι αὐτοκράτορες, μ’ ἕνα διάταγμα, τὴ φορολογητέα ὕλη. Τί ἄλλο; Ὅπως καὶ τώρα, ποὺ θὰ μᾶς πάρουνε καὶ τὰ κεραμίδια, ἀκόμη…
Κι ἔτσι, ἄρχιζε Σεπτέμβρη καὶ τελείωνε 31 Αὐγούστου.
Αὐτὸ ἴσχυε στὸ Βυζάντιο! Κι ἦταν καὶ πολιτικὴ χρονιά. Πολιτικὸ ἔτος. Ἀλλά, κατὰ τὴν Τουρκοκρατία, ποὺ ἐδῶ τὰ πράγματα ἦτο ἄνω καὶ κάτω, ὅπως καὶ σήμερα, στὴ νέα Τουρκοκρατία, μετεφέρθη τὸ πολιτικὸ ἔτος τῆς Δύσεως, ποὺ ἄρχιζε 1η Ἰανουαρίου. Καὶ σιγά-σιγά, ἐπεκράτησε. Κι ἔτσι ἔχουμε στὴν πατρίδα μας δύο Πρωτοχρονιές. Κι αὐτὸ δὲν εἶναι κακό. Ἅμα ξεχνᾶμε τὴ μιά, νὰ θυμόμαστε τὴν ἄλλη. Κάτι εἶναι. Ἔτσι. Δὲν πειράζει. Δὲν πειράζει! Ὡραῖα εἶναι καὶ τὰ δύο.
Ἔ, συνήθως θυμόμαστε τὴν πολιτικὴ Πρωτοχρονιά. Εἶναι κι αὐτὴ τόσο ὡραία καὶ τόσο συμβολική, μὲ τὴν Περιτομὴ τοῦ Κυρίου καὶ μὲ τὴ μνήμη τοῦ ἁγίου καὶ Μεγάλου Βασιλείου, πού ’τὰν μέγας οἰκονομολόγος, στὰ χρόνια του. Λένε, τώρα, γιὰ ὑπουργὸ οἰκονομικῶν ἢ ὑπουργοὺς οἰκονομικῶν τῆς Ἑνωμένης Εὐρώπης καὶ τῆς γῆς. Ὑπουργὸς οἰκονομικῶν, ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἕνας εἶναι! Ὁ Χριστός! Τοῦ Ὁποίου εἶναι «ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς». Κι ὁ,τι περιέχει. Ὅλα τὰ λεφτά, ὅλα τὰ πράγματα, ὅλα τὰ ὑποστατικά, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, κι ὅ,τι ἄλλο, εἶναι δικά Του.
Ἰδιοκτησία δὲν ὑπάρχει. Δὲν ὑπάρχει ἰδιοκτησία. Εἶναι πλάνη ἡ ἰδιοκτησία. Γι’ αὐτὸ λέγεται «ἀπάτη τοῦ πλούτου» ἀπ’ τὸν ἀπόστολο Παῦλο ἡ ἰδιοκτησία. Εἶναι πλάνη! Ἰδιοκτήτης εἶναι ὁ Θεός. Ἐμεῖς τί κάνομε; Χρήση ἢ κατάχρηση τῶν ἀγαθῶν τοῦ Θεοῦ. Ὅπως πᾶμε σ’ ἕνα ξενοδοχεῖο καὶ ξέρουμε ὅτι θὰ φύγουμε, καὶ δὲν τὸ στήνουμε μόνιμα ἐκεῖ. Καὶ κοιτᾶμε νὰ περάσουμε, γιὰ νὰ πᾶμε στὴ δουλειά μας. Ἔτσι, ἀκριβῶς. Ἡ δουλειά μας δὲν εἶναι ἐδῶ. Ἡ δουλειά μας εἶναι ἡ αἰώνια ζωή. Εἶναι ἡ ἀθάνατη πατρίδα μας. Εἶναι ὁ Παράδεισος, τὸν ὁποῖον ἀπωλέσαμε, ἕνεκα τῆς παραβάσεως τῶν Πρωτοπλάστων.
Ἔτσι, λοιπόν. Ὁ Κύριος ὁρίζει! Ὁ Κύριος ὁρίζει κι ὁ Κύριος εἶναι ὑπουργὸς καὶ οἱ ἅγιοί Του. Οἱ ἄνθρωποι, κατὰ παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, ἀσκοῦν διοίκηση, κάνουν τοὺς ὑπουργούς, κάνουν ὁτιδήποτε. Ἔτσι. Νὰ τὰ ξέρουμε αὐτά. Γι’ αὐτό, σὲ δύσκολες ὧρες καὶ κρίσης μεγάλης ἂς ἔχουμε «ἄνω τὰς καρδίας» κι ἂς ἔχομε ὅλη μας τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό, ποὺ μπορεῖ νὰ ἀνατρέψει καὶ ν’ ἀλλάξει τὰ πάντα. Καὶ τόσους αἰῶνες, μὲ τόσα βάσανα, καὶ ἡ πατρίδα μας καὶ ἡ οἰκουμένη, βλέπετε, ἀντέχουν, ὑπάρχουν, βαστᾶνε καὶ συνεχίζουν. Διότι προνοεῖ καὶ φροντίζει ὁ Χριστός, ὁ τροφοδότης.
Στὴν ἔρημο, ἐκεῖ, τῆς Γαλιλαίας, ποὺ δὲν εἶχαν νὰ φᾶνε, εἶχαν πέντε ψωμιὰ καὶ δυὸ ψάρια, τὰ εὐλόγησε ὁ Χριστὸς καὶ τὰ ψωμιὰ καὶ τὰ ψάρια κι ἔφαγαν πέντε χιλιάδες ἄνδρες, χωρὶς γυναῖκες καὶ παιδιά, ποὺ πάντα στὴν Ἐκκλησία οἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ εἶναι περισσότεροι καὶ στὶς συνάξεις του Χριστού. Κι ὅταν οἱ Ἀπόστολοι εἶπαν στὸν Χριστό, ἐκεῖ στὴν ἔρημο τῆς Γαλιλαίας, ποὺ προανέφερα, ὅτι «Δὲν ἔχουμε ἄρτους», ὁ Χριστὸς τοὺς εἶπε, «νὰ τοὺς δώκετε νὰ φᾶνε». «Μά, ἔχουμε πέντε..».. «Φέρτε τὰ δῶ», λέει. Ὕψωσε τὸ βλέμμα, τὰ εὐλόγησε, τά ’κοψε κομμάτια καὶ τά ‘δινε στοὺς Ἀποστόλους. Καὶ οἱ Ἀπόστολοι τὰ ἐμοίραζαν.
Καὶ σημειώνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «ὁ τροφοδότης πάρεστι καὶ λέγετε “ἄρτους οὐκ ἔχομεν”»; -«Εἶναι παρὼν ὁ τροφοδότης, Αὐτὸς ποὺ ἔφτειαξε τὴν τροφή, Αὐτὸς διὰ τοῦ ὁποίου τὰ πάντα ἐγένετο, εἶναι ἐδῶ καὶ μοῦ λέτε τώρα σαχλαμάρες! “Δὲν ἔχουμε ἄρτους”»; Μὰ ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ἦταν ἐκεῖ!
Ἄλλωστε, «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος». Δὲν ζοῦμε, γιατί τρῶμε, κυρίως. Παρατείνει τὴ ζωὴ ἡ τροφή, σίγουρα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτό. Γιατί, ἅμα ἦταν αὐτό, θὰ τρώγαμε συνεχεία, κι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν θὰ τρώγαν ἀκόμα πιὸ συνεχεία, μέχρι σκασμοῦ, νὰ μὴν πεθάνουν ποτέ. Ἔτσι. «Ὄυκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἐν παντὶ ρήματι ἐκπορευομένου διὰ στόματος Θεοῦ», εἶπε ὁ Χριστός στὸν σατανᾶ, στὴν ἔρημο τῆς Ἰουδαίας, ὅταν μετὰ τὴν τεσσαρακονθήμερη νηστεία Του Τὸν ἐπείραξε.
Καὶ τοῦ εἶπε: «Ἀφοῦ εἶσαι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, πὲς τὰ λιθάρια νὰ γίνουν ἄρτοι». «Νὰ γίνουν ἄρτοι»! Καὶ τοῦ ’πέ, «Δὲν ζεῖ ὁ ἄνθρωπος μόνο μὲ τὸν ἄρτο». Ὄχι! Μὲ τὸν οὐράνιο ἄρτο, ναί! Μὲ τὴ θέληση τοῦ Θεοῦ, ναί! Μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ναί! Ὁπότε καὶ ἡ ζωή μας καὶ τὰ πάντα καὶ ἡ σωματική μας ὑπόσταση καὶ ἡ ψυχική μας κατάσταση, ἐξαρτῶνται ἀπ’ τὸν Θεό.
Γι αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία, κάθε μέρα, μᾶς προτρέπει καὶ μᾶς λέει, «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Νὰ παραθέτουμε καὶ τοὺς ἑαυτούς μας καὶ τοὺς ἄλλους καὶ ὅλη μας τὴ ζωή, ὄχι τὴν ψυχὴ μόνο, -Δὲν εἶναι Μονοφυσιτισμὸς ἡ Ὀρθοδοξία! Καταφάσκει ὅλες τὶς ὑλικὲς ἀξίες καὶ τὰ πάντα. Γιατί ὁ Θεὸς τὰ ἔφτειαξε.— «καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Νὰ παραθέτουμε στὰ πόδια του Χριστού.
Καὶ τί ἀπαντᾶ ὁ λαὸς στὸ αἴτημα τοῦ λειτουργοῦ; Τί ἀπαντᾶ στὴν προτροπὴ τοῦ διακόνου ἢ τοῦ ἱερέως; «Σοί, Κύριε». Σὲ Σένα, Κύριε. Σὲ Σένα τὰ παραθέτουμε ὅλα. Σὲ Σένα τ’ ἀφήνουμε ὅλα. Ἐσένα ἔχουμε, Κύριο. Σὲ Σένα σκύβουμε τὸ κεφάλι, σὲ κανέναν ἄλλον. Μπορεῖ ν’ ἁμαρτάνουμε σὲ Σένα, ἀλλὰ καὶ Σένα μόνο λατρεύουμε, ὅπως λένε οἱ ὡραῖες «Εὐχὲς τῆς Γονυκλισίας» τῆς Πεντηκοστῆς. Ἔτσι. Δὲν ὑπάρχει ἰδιοκτησία, λοιπόν. Ὄχι. Ἰδιοκτήτης εἶναι ὁ Θεός. Καὶ μπορεῖ νὰ κάμει ὅ,τι θέλει. Δὲν ἔχουμε ψωμιά; Νὰ γεμίσει ὅλο τὸν κόσμο ψωμιά. Νὰ κάνει ὅ,τι θέλει! Ἐμεῖς ἀρκεῖ νὰ Τὸν ἀγαπᾶμε καὶ ἀρκεῖ νὰ Τὸν ὑπακούουμε, καὶ ν’ ἀφηνόμαστε στὴ Χάρη Του, κάνοντας ὅ,τι μποροῦμε κι ἐμεῖς.
Κουνῶντας, ἔστω, τὰ χέρια μας, γιὰ νὰ μὴν καταργηθεῖ τὸ αὐτεξούσιο, ἡ ἐλευθερία, ποὺ ἔχουμε, τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς σέβεται ἀπολύτως καὶ χωρὶς αὐτὴν δὲν ἐνεργεῖ τίποτα ἐπάνω μας. Δὲν ἐνεργεῖ! Αὐτὸ εἶναι δημοκρατία! Πρέπει νὰ τὸ ζητήσουμε. Νὰ τὸ ζητήσουμε!
[….]Πολλὲς φορὲς μιλᾶμε μὲ τὸ κακό, ἢ τσακωνόμαστε μεταξύ μας, ἀρχίζομε ἐκεῖ πέρα, λέμε βλακεῖες, βλακεῖες, καὶ κάνομε σωρείτη βλακειῶν, ποὺ ἔλεγε ἡ «Λογική», παλιά, λοιπόν. Ἐνῷ, τί θά ’πρεπε νὰ κάνουμε, ὅταν ἔχουμε πόλεμο; Νὰ φωνάξουμε τὸ 100 τοῦ Θεοῦ! Τὸν Κύριο! Τὴν Παναγία! Τοὺς ἁγίους! Τοὺς ἀνθρώπους μας! Νὰ φωνάξουμε! «Κύριε, ἐκέκραξα πρὸς σέ»! ἀκούσαμε πρὶν λίγο. Κράζω ἀπὸ μέσα μου. Φωνάζω δυνατά. Νὰ φωνάξουμε! Ἢ ἔχουμε μιὰ δυσκολία. Δὲν καθόμαστε, ἅμα δὲν βγαίνει τὸ πρᾶγμα κι εἶναι στὸ ἀδιέξοδο. Νὰ γονατίσουμε! Χριστιανοὶ δὲν εἴμαστε; Νὰ γονατίσουμε κάτω καὶ νὰ ποῦμε, «Κύριε, βοήθησέ μας»! Ἂς κάνουμε μιὰ Παράκληση. Ἂς διαβάσουμε ἕνα Ψαλμό. Ἂς διαβάσουμε τὸ Εὐαγγέλιο.
Ἐγὼ πολλὲς φορὲς ποὺ δυσκολεύομαι καὶ μὲ τὸ ζάχαρο καὶ μὲ τὰ βάσανα, ποὺ ἔχω, λέω, «Παιδιά», ὅποιος εἶν’ ἐκεῖ, «διαβάστε μου λίγο Εὐαγγέλιο, νὰ φτειαχτῶ». -Μιλάω Ἐξαρχειακά, ἔτσι, ἀλλὰ εἶναι ἡ γλῶσσα μας.- «Διαβάστε μου λίγο Εὐαγγέλιο, νὰ φτειαχτῶ»! Καὶ διαβάζω δέκα σειρές, ἕνα κεφαλαιάκι, καὶ μετὰ εἶν’ ἀλλοιώς. Ἀλλάζει ὅλο τὸ κλίμα. Τό ’χετε δεῖ. Τὸ ξέρετε. Δὲν μιλάω τώρα… Σὲ ἀνθρώπους εἰδήμονας μιλάω καὶ εἰδότας. Λοιπόν. Καὶ φτειάχνεται κανείς. Φτειάχνεται. Καὶ λέει ὁ ἄλλος, «Διαβάζω τὸ Εὐαγγέλιο…». Τὸ Εὐαγγέλιο δὲν τὸ διαβάζουμε. Μᾶς διαβάζει! Μᾶς ἀκτινογραφεί. Εἶδες τί ἀκτινογραφία μας τραβάει! Πολλὲς φορὲς διαβάζοντάς το, βλέπουμε τὸν ἑαυτό μας μέσα. Ποῦ ὑπολειπόμεθα, ποῦ ἔχομε πλήν, ποῦ ἔχομε σύν, καὶ ὅ,τι ἄλλο ὑπάρχει. Ἔτσι. Τὸ Εὐαγγέλιο!
Ἕνας, παλιά, ἀσκητής, προσευχότανε. Καὶ διάβαζε καὶ τὸ Εὐαγγέλιο… Τὸ Εὐαγγέλιο εἶν’ ἡ βάση. Τὸ Εὐαγγέλιο εἶν’ ἡ βάση! Πρῶτα εἶναι τὸ Εὐαγγέλιο καὶ μετὰ εἶναι ὅλα τ’ ἄλλα. Μετὰ εἶναι ὅλα τ’ ἄλλα! Πρῶτα τὸ Εὐαγγέλιο! Πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα τὸ Εὐαγγέλιο ἔχουμε! Καὶ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα του Χριστού. Αὐτὸ ἔχουμε.
Ἡ μισὴ Λειτουργία εἶναι τὸ Εὐαγγέλιο, ἡ Λειτουργία τῶν Κατηχουμένων, κι ἡ ἄλλη μισή, ἡ Λειτουργία τῶν Πιστῶν, ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα του Χρίστου!
Διάβαζε, λοιπόν [ὁ ἀσκητής]. Κι ἄκουσε καὶ κάποιον δίπλα του, πολὺ κοντά του, νὰ ὑποτονθορίζει. Νὰ διαβάζει ψιθυριστὰ κι αὐτὸς κάτι. Σταματάει καὶ στήνει αὐτὶ ὁ Γέροντας. Καὶ λέει, «Γιά, νὰ ἰδῶ, ποιός εἶναι αὐτὸς καὶ τί λέει»; Κι ὁ ἄλλος συνέχιζε. Κι ὁ Γέροντας τοῦ λέει, «Τί διαβάζετε, καλέ»; Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπαντᾶ: «Τὴν Παλαιάν». -Ἐννοεῖται, τὴν Διαθήκην.- Κι ὁ Γέροντας τὶ τοῦ λέει; «Τὴν “Καινὴ” οὐ γινώσκετε»; -«Τὴν Καινὴ δὲν τὴν γνωρίζετε»;- Κι αὐτοστιγμίς, ὁ ἄνθρωπος, τὸ ὀν ποὺ ἦτο ἐκεῖ, ἐξαφανίστηκε. Ἔγινε ἄφαντος. Ποιός ἤτανε; Ὁ Πειρασμός! Διάβαζε τὴν «Παλαιά». Ἡ «Παλαιὰ» τὸν καίει λίγο. Μόλις ἄκουσε «Καινή», καὶ μόνο τὸ ὄνομα τῆς «Καινῆς Διαθήκης», ποὺ εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ἀφέντης, ὁ σαρκωθεὶς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ κι ὅλα τὰ ὑπόλοιπα, ἔγινε καπνός!
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει, νά ’χουμε σπίτι μας τὸ Εὐαγγέλιο. Ἀκόμη κι ὅταν δὲν τὸ διαβάζουμε, -τί ὡραῖα τὰ λέει ὁ ἅγιος!- ἔχουμε εὐλογία. Ὅταν τὸ διαβάζουμε λίγο, μεγαλώνει τὸ καλό. Ἔχουμε καὶ φῶς. Κι ὅταν τὸ διαβάζουμε περισσότερο, ἔχουμε περισσότερο φῶς. Κι ὅταν τὸ διαβάζουμε καὶ τὸ κάνομε, τότε ἔχομε τὸν Παράδεισο. Ἔχομε τὸν Παράδεισο! Βέβαια!
Λέγουνε μερικοί, «Διαβάζουμε καὶ δὲν καταλαβαίνουμε». «Βρέ, διαβάστε καὶ μὴν καταλαβαίνετε. Καταλαβαίνει ὁ ἄλλος καὶ φεύγει»! Εἴδατε προηγουμένως; Ἔστριψε, μόνο ποὺ τοῦ ’πὲ ὁ Γέροντας «Τὴν Καινὴν οὐ γινώσκετε»; Ἔτσι!
Μὴν ἀφήνουμε τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο. Μὴν ἀφήνουμε τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο! Κάποτε εἶχε πάει στὸν ἅγιό μας Νεκτάριο ὁ Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος. Πού ’τὰν στὴν Πάρο, ἐκεῖ, καὶ ἡγούμενος καὶ εἶχε καὶ μοναστήρι κι ἔφτειαξε καὶ γυναικεῖο, ποὺ ὑπάρχει καὶ σήμερα, καὶ τὸ ἀνδρικό, καὶ τὸν εἶχε τὸν Γέροντα, τὸν ἅγιο Νεκτάριο, πνευματικό. Κι ὅταν ἔφτιαξε τὴ Μονὴ ἐκεῖ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς στὴν Πάρο, τὴ Λογγοβάρδα, ἐπῆγε στὴν Αἴγινα, ἦταν ἐκεῖ ὁ ἅγιος τότε, καὶ τὸν ἐρωτᾶ μὲ ποιόν κώδικα, μὲ ποιό τυπικό, νὰ κυβερνήσει τὴ Μονή. Μὲ βάση τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἢ μὲ βάση τὸ Εὐαγγέλιο;
Καὶ τὶ τοῦ ἀπήντησε ὁ ἅγιος; Χμ! Προοδευτικὸς ὁ ἅγιος Νεκτάριος, ἔ! Πιὸ προοδευτικὸς ἀπ’ ὅλους. «Θὰ διοικήσεις», τοῦ λέγει, «ἀδελφὲ Φιλόθεε, τὴ Μονή, μὲ βάση τὸ Εὐαγγέλιο! Καὶ ὄχι τοὺς Πατέρες». Παρ’ ὅτι οἱ Πατέρες τοῦ Εὐαγγελίου δὲν εἶναι; «Μὲ βάση τὸ Εὐαγγέλιο»! -Δὲν ἔγινε Προτεστάντης ὁ ἅγιος Νεκτάριος, ἀλλα -ἀγαποῦσε καὶ τοὺς Προτεστάντες, ὅπως ξέρετε, ἐμεῖς δὲν τοὺς ἀγαπᾶμε. Τὴν αἵρεση νὰ μὴν ἀγαπᾶμε. Τοὺς ἀνθρώπους νὰ τοὺς ἀγαπᾶμε.- «Γιατί», τοῦ λέει, «Γέροντα, μὲ βάση τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ὄχι τοὺς Πατέρες; Ἀφοῦ καὶ οἱ Πατέρες ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία εἶναι καὶ τοῦ Χριστού εἶναι». «Ναί», λέει. «Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς εἶναι πιὸ εὔσπλαχνος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Ἀκόμη κι ἀπὸ τοὺς Πατέρες».
Καταλάβατε τὶ τοῦ ’πὲ ὁ ἅγιος; Μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι, λοιπόν, νέκταρ ἀγάπης γλυκύτατον ὁ ἅγιος Νεκτάριος; Μπορεῖ νὰ μὴν τὸν ἀγαποῦνε ὅλοι; Πῆγε στὴ βαθειὰ Ὀρθοδοξία! Ὅπως ἔχομε σκότος ἐξώτερον καὶ ἐσώτερον, ἔτσι ἀκριβῶς. Πῆγε στὴν ἐσωτέρα Ὀρθοδοξία. Στὴν ἐσωτέρα ἔρημο. Ὅπου στὸ βάθος κῆπος!
Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἀρχιμανδρίτη Ἀνανία Κουστένη, «Λόγοι Ἐνιαυτοῦ», τόμος Α’, τῶν ἐκδόσεων Κυπρής, Ἀθήνα 2020.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου