
Ὁ παππούλης Γεράσιμος καὶ ὁ ἀφηγούμενος εἶχαν κοινό τους φίλο τὸν Ἀθανάσιο, ὁ ὁποῖος ἦταν ἕνας πολὺ πιστὸς Χριστιανὸς καὶ εἶχε βιώσει μιὰ ἰδιαζόντως μεγάλη δοκιμασία μὲ τὸν 13χρονο πρωτότοκο γιό του. Τὸ παιδὶ τοῦ Ἀθανάσιου ἔσβηνε ἀπὸ καλπάζοντα καρκίνο μέσα σὲ ἕνα μεγάλο νοσοκομεῖο τῶν Ἀθηνῶν.
Λίγο πρὶν τὸ τέλος ὁ 13χρονος συνομίλησε μὲ ἕναν ἀόρατο γιὰ τὸν πατέρα τοῦ ἐπισκέπτη. «Ναὶ Ἄγγελέ μου, θέλω καὶ ἐγὼ νὰ σὲ ἀκολουθήσω», ἦταν ἡ φράση ποὺ ἐπανέλαβε δυὸ μὲ τρεῖς φορὲς τὸ μικρὸ ἀγόρι.
Γύρισε τότε στὸν πατέρα του μὲ ἱκετευτικὸ ὕφος καὶ μὲ παιδικὸ παράπονο τὸν παρακάλεσε νὰ σταματήσει τὸ γοερό του κλάμα. Καὶ ὅπως εἶπε ὁ 13χρονος γιὸς στὸν πατέρα του, ὁ λόγος ποὺ ἔκανε αὐτὴ τὴν ἱκετευτικὴ παράκληση ἦταν ὅτι ὁ σπαρακτικὸς ὀδυρμὸς τοῦ πατέρα ἦταν αὐτὸ ποὺ σταμάτησε γιὰ τρεῖς φορὲς τὴν ἔξοδο τῆς ψυχῆς τοῦ παιδιοῦ πρὸς τὸν Κύριο!
«Σὲ παρακαλῶ πάρα πολύ, γλυκέ μου καὶ πολυαγαπημένε μπαμπᾶ μου, θέλω νὰ σοῦ πῶ ὅτι ὁ Ἄγγελος ποὺ ἦρθε πρὶν ἀπὸ λίγο μὲ ἐπισκεπτόταν ὁ ἴδιος γιὰ τρίτη φορὰ καὶ μοῦ εἶπε: ἦρθα γιὰ νὰ σὲ πάρω γιὰ τὸν Παράδεισο τρεῖς φορὲς τώρα, ἀλλὰ ὁ πατέρας σου την κάθε φορὰ μὲ σταματάει μὲ τοὺς γοεροὺς λυγμούς του καὶ τὰ σπαρακτικὰ κλάματά του. Πὲς στὸν πατέρα σου νὰ σοῦ κρατήσει τὸ χέρι, νὰ μὴν κλαίει καὶ τότε, ὅταν δῶ αὐτὸ τὸ «σημάδι» τῆς νοηματικῆς συγκατάθεσης ἀπὸ μέρους τοῦ πατέρα σου, τότε θὰ ἔρθω ἀμέσως γιὰ νὰ σὲ πάρω μαζί μου.
Πὲς ἀκόμη στὸν πατέρα σου νὰ λέει μέσα τοῦ μιὰ προσευχὴ γιὰ τὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου καὶ νὰ ξέρει μὲ ἀπόλυτη βεβαιότητα ὅτι θὰ σὲ πάω κατ’ εὐθεῖαν στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό!».
Αὐτὰ ἄκουσε ἀπὸ τὸ παιδί του κι ἔτσι ἔκανε στὴν συνέχεια ὁ μπαμπᾶς Ἀθανάσιος. Μέσα σὲ πέντε λεπτὰ ὁ πατέρας αἰσθάνθηκε τὸ χεράκι τοῦ παιδιοῦ του νὰ τὸν σφίγγει ἐλαφρὰ καὶ ἀμέσως μετὰ ὁ 13χρονος γιός του ἐγκατέλειπε τὴν ἐφήμερη αὐτὴ βιωτή. Ὁ 13χρονος γιὸς ταξίδεψε πλέον γιὰ τὴν ἄλλη καὶ αἰώνια ζωή, πρὸς τὸν Κύριο καὶ πρὸς τὰ οὐράνια δώματά Του.
Ὅπως ἦταν πνευματικὸ καὶ φυσικὸ ἑπόμενο, ὁ πατέρας Γεράσιμος δὲν ἄφησε οὔτε μιὰ Θεία Λειτουργία ποὺ νὰ μὴ μνημονεύσῃ τὸν κεκοιμημένο 13χρονο στὴν Ἱερὰ Πρόθεση, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀφηγούμενος ἐπίσης αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκη νὰ βρίσκεται δίπλα στὸν φίλο του Ἀθανάσιο, παρηγορώντας τὸν πνευματικό ἀδελφό του μὲ κάθε δυνατό τρόπο καὶ μέσο. Καὶ οἱ ἡμέρες πέρναγαν καὶ ἦρθαν καὶ τὰ σαράντα τοῦ 13χρονου.
Ὁ Ἀθανάσιος παρακάλεσε τὸν ἀφηγούμενο νὰ παρευρεθή τόσο στὸ μυστήριο τοῦ ἱεροῦ μνημοσύνου, ὅσο ἐπίσης καὶ στὸ τραπέζι ποὺ δόθηκε στὴν συνέχεια. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, τοῦ ζήτησε νὰ κάθεται ἀκριβῶς δίπλα του, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ὁ ἀφηγούμενος ἔκανε. Στὸ τραπέζι τοῦ μνημοσύνου παρευρισκόταν ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους κι’ ἕνα στενό συγγενικό πρόσωπο τοῦ κοιμηθέντος 13χρονου, μαζὶ μὲ τὴν σύζυγό του. Τὸ συγγενικὸ αὐτὸ ζευγάρι ζήτησε κάποια στιγμὴ νὰ μιλήσῃ ἰδιαιτέρως στὸν Ἀθανάσιο γιὰ νὰ τοῦ ἀναφέρῃ ἕνα γεγονὸς ποὺ εἶχε συμβή.
Ἐπειδὴ ἦταν ὁ μῆνας τοῦ μνημοσύνου καλοκαιρινός, ὁ μπαμπᾶς Ἀθανάσιος πρότεινε νὰ πᾶνε γιὰ ἕνα παγωτό, ζητώντας ἀπὸ τὸν θεῖο νὰ δεχθῇ νὰ παρεβρίσκεται ἐπίσης καὶ ὁ ἀφηγούμενος ὅλα αὐτὰ στὴν παρέα τους. Ἔτσι κι’ ἔγινε. Πήγαν στὴν συνέχεια σὲ μιὰ παραλία καὶ ἀφοῦ καθίσανε καὶ συζητήσανε, ὁ θεῖος καὶ θεία τοῦ 13χρονου διηγήθηκαν τὸ ἀκόλουθο γεγονὸς ποὺ εἶχαν οἱ δυό τους βιώσει στὸν Ἀθανάσιο καὶ στὴν λοιπὴ παρέα.
Μετὰ τὴν κηδεία τοῦ 13χρονου παιδιοῦ, εἶχαν πάει οἱ δύο συγγενεῖς γιὰ καλοκαιρινή ξεκούραση στὴν Νάξο. Ἐκεῖ οἱ δυό τους ἔκαναν μονοήμερες ἐκδρομὲς μέσα στὸ νησί, στὰ γύρω χωριὰ καὶ στὰ πανέμορφα ἐξωκλήσια τοῦ Αἰγαίου. Σὲ μιὰ ἐπίσκεψή τους σ’ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὄμορφα ἐξωκλήσια, ἡ θεία ἤθελε καὶ ζήτησε ἡ ἴδια νὰ παραμείνῃ γιὰ λίγο ἀκόμα, γιὰ ν’ ἀνάψῃ καὶ ὅλα τὰ καντήλια τοῦ ναϊδρίου.
Πλησίαζε ἡ Δύση τοῦ ἥλιου καὶ ὅλη ἡ παρέα μαζὶ μὲ τὸν θεῖο εἶχαν πεινάσει. Μάλιστα δὲ καὶ ἐκνευρίστηκαν μὲ τὴν μεγάλη καθυστέρηση τῆς θείας. Ωστόσο, ἡ θεία ἐπιμένοντας παρέμεινε γιὰ ν’ ἀνάψῃ τὰ καντήλια. Εὑρισκόμενη μέσα στὸ ἐξωκλήσι, εἶδε ξαφνικὰ νὰ κινεῖται ἡ βελούδινη κουρτίνα πρὸς τὴν πλευρὰ τῆς κόγχης τῆς Ἱερᾶς Πρόθεσης μέσα στὸ Ἱερὸ τοῦ ναϊδρίου. Αἰσθάνθηκε ταυτόχρονα ἡ ἴδια κι’ ἕνα ῥεῦμα δροσεροῦ καὶ ἁπαλοῦ ἀέρα πάνω στὸ πρόσωπό της.
Καὶ τότε ἡ θεία βλέπει νὰ ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ Ἱερὸ τοῦ ναϊδρίου ὁ κεκοιμημένος 13χρονος ἀνιψιός! Συγχρόνως ὅμως, ἡ ἴδια εἶχε πρὸς στιγμὴν ξεχάσει καὶ τὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου 13χρονου ἀνεψιοῦ της καὶ τὸ μόνο περίεργο ποὺ σκέφθηκε καὶ ἀναρωτήθηκε ἐκείνη τὴν στιγμὴ μέσα της ἦταν: μὰ τί δουλειὰ ἔχει ἄραγε τέτοια ὥρα αὐτὸς ὁ μικρὸς μέσα σὲ ἕνα ἀπομακρυσμένο ἐξωκλήσι καὶ μάλιστα καὶ μακριὰ ἀπὸ τοὺς γονεῖς του; Ἡ θεία «τὰ ἔχασε».
Μάλιστα δέ, αὐθόρμητα ἡ θεία αἰσθάνθηκε τὴν ἐσωτερικὴ ἀνάγκη καὶ ἡ ἴδια ἀγκάλιασε, φίλησε καὶ μάλωσε ταυτόχρονα τὸν μικρὸ «ἐπισκέπτη» ποὺ ἐμφανίσθηκε ξαφνικὰ μπροστά της καὶ ἀπὸ τὸ πουθενά.
Καὶ ὁ μικρὸς ἐπισκέπτης τότε τῆς ἀπάντησε πὼς ὅτι ἡ δουλειά του ἦταν νὰ διακονῇ τὰ ἐξωκλήσια τοῦ Αἰγαίου μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους. «Κόκκαλο» ἡ θεία!
Ἡ θεία φαινόταν ἐκείνη τὴν στιγμὴ τῆς ἀφήγησής της σὰν κάπως νὰ εἶναι συγκινησιακά μπερδεμένη. Γύρισε τότε πρὸς τὸν ἄνδρα της λέγοντάς του νὰ συνεχίσῃ αὐτὸς τὴν ἀφήγηση τοῦ πραγματικοῦ αὐτοῦ γεγονότος. Ἔπιασε τότε ὁ θεῖος μὲ τὴν σειρά του τὴν συνέχεια τῆς διήγησης, λέγοντας πὼς ἡ λοιπὴ παρέα εἶχε προχωρήσει ἀρκετὰ σὲ ἀπόσταση καὶ ὅταν ὁ ἴδιος διαπίστωσε ὅτι ἔφτανε τὸ σούρουπο καὶ ὅτι ἡ σύζυγός του ἀργοῦσε, ζήτησε «συγνώμη» ἀπὸ τὴν παρέα καὶ λίγο χρόνο γιὰ νὰ πάῃ νὰ φέρῃ τὴν θεία μὲ τὸν φακό, γιὰ νὰ μὴν ὑπάρξῃ ἐν τῷ μεταξὺ κάποιο ἀτύχημα. Ήμουν μάλιστα πολὺ θυμωμένος εἶπε ὁ θεῖος.
Φτάνοντας ὁ θεῖος στὸ ἐν λόγῳ αἰγαιοπελαγίτικο ἐκκλησάκι, μπῆκε μέσα φουριόζος καὶ ἕτοιμος νὰ «βάλῃ τὶς φωνές», ὅταν ξαφνικά βλέπει τὴν σύζυγό του νὰ μιλάῃ μὲ ἕναν μικρό. Κατ’ Ἄνωθεν παραχώρηση, ξεχνάει καὶ ὁ θεῖος τὸ γεγονὸς τῆς κηδείας ποὺ εἶχε προηγηθῇ καὶ ἀπορεῖ καὶ αὐτὸς τὰ μέγιστα, μόνο καὶ μόνο μὲ τὴν ἀναπάντεχη θέα τοῦ ἀνεψιοῦ του!
Πάλι ἀγκαλιές, πάλι φιλιά, πάλι οἱ ἴδιες ἐξηγήσεις ἀπὸ τὸν μικρὸ ἐπισκέπτη. Τοὺς «διώχνει» μάλιστα στὴν συνέχεια ὁ μικρὸς ἐπισκέπτης καὶ τοὺς δύο, λέγοντάς τους ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα γιὰ νὰ φύγουν. Καὶ αὐτοὶ σὰν κάπως ὑπνωτισμένοι ἁπλῶς ὑπάκουσαν. Ὁ θεῖος «παραμιλοῦσε» στὸν δρόμο, διότι ὁ ἴδιος δὲν εἶχε ἰδιαίτερη σχέση μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Αὐτὸ τὸ ὑπερκόσμιο καὶ θαυμαστὸ γεγονὸς τὸν ἀλλοίωσε πάρα πολὺ καὶ ὁ ἴδιος μετέπειτα ἄλλαξε ῥιζικὰ τὸν σκοπὸ καὶ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς του.
Πιασμένοι ἀγκαζὲ τὸ ἡλικιωμένο ζευγάρι τῶν θείων περπατοῦν πρὸς τὸ χωριὸ γιὰ νὰ ἀνταμώσουν τὴν ὑπόλοιπη παρέα. Εἶχαν δὲν εἶχαν κάνει πεντακόσια μέτρα, ὅταν ξαφνικά γύρισαν ξαφνικὰ ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλο μὲ σοκαριστική διάθεση, μὲ βαθύ δέος καὶ μὲ ἀπερίγραπτη ἔκπληξη ἀλληλοκοιτάχθηκαν. Μόλις τότε εἶχαν συνειδητοποιήσει τὸ τί εἶχαν ἐνδιαμέσως βιώσει. Εἶχαν δεῖ, εἶχαν συνομιλήσει, εἶχαν ἀσπασθῇ καὶ εἶχαν καὶ δυό τους ἀκουμπήσει τὸν 13χρονο κεκοιμημένο ἀνεψιό τους!
Πηγή: «Ἀσκήτριες στὰ ὑπόγεια τῆς Ἀθήνας», Ἠλίας Δ. Καλλιώρας, ἐκδ. Ἀγαθὸς Λόγος, Ἀθήνα 2025, σελ. 27-31
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου