
Γύζης Νικόλαος, «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται», 1899-1900. Λάδι σὲ μουσαμᾶ, 200 x 200 ἐκ. (Ἐθνικὴ Πινακοθήκη)
Ἴσως ἡ πληρέστερη καὶ πιὸ ἐντυπωσιακὴ ἐμπειρία Παραδείσου ποὺ ἔχει καταχωρηθεῖ στὴν χριστιανικὴ γραμματεία εἶναι αὐτὴ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ διὰ Χριστὸν Σαλοῦ, ὁ ὁποῖος ἔζησε τὸν 9ο αἰῶνα. Ἐδῶ θὰ παραθέσουμε μόνο μερικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν ἐμπειρία αὐτή, τὴν ὁποία κατέγραψε ὁ φίλος του Νικηφόρος ἔτσι ὅπως τοῦ τὴ διηγήθηκε ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος:
Κάποτε, κατὰ τὴ διάρκεια ἑνὸς φοβεροῦ χειμῶνα ὅταν ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας κειτόταν παγωμένος σὲ κάποιο δρόμο τῆς Πόλης, κοντεύοντας νὰ πεθάνει, ἔνιωσε ξαφνικὰ μία θέρμη μέσα του καὶ εἶδε ἕνα ἐκθαμβωτικὸ νέο μὲ πρόσωπο ποὺ ἔλαμπε σὰν τὸν ἥλιο, ὁ ὁποῖος τὸν ὁδήγησε στὸν Παράδεισο καὶ στὸν Τρίτο Οὐρανό.
«Μὲ τὴ θέληση τοῦ Θεοῦ βυθίστηκα γιὰ δυὸ ἑβδομάδες σὲ ἕνα τερπνὸ ὅραμα… εἶδα ὅτι βρισκόμουν μέσα σὲ ἕνα θαυμάσιο καὶ μεγαλοπρεπῆ Παράδεισο… Ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιά μου εἶχαν συγκλονιστεῖ ἀπὸ τὴν ἀνείπωτη ὀμορφιὰ τοῦ θεϊκοῦ Παραδείσου, καὶ ἔνιωθα μιὰ γλυκιὰ ἀπόλαυση περπατῶντας μέσα σὲ αὐτόν. Ὑπῆρχαν πολλοὶ κῆποι, γεμᾶτοι μὲ ψηλὰ δένδρα, τὰ κλαδιά τους ἀνέδιδαν μία ὑπέροχη εὐωδία καὶ τὰ μάτια μου ἀγαλλίαζαν βλέποντας τὶς ἄκρες τους νὰ λικνίζονται… Κανένα δένδρο στὴ γῆ δὲν εἶναι τόσο ὄμορφο ὅσο αὐτὰ τὰ δένδρα. Στοὺς κήπους ὑπῆρχαν ἐπίσης ἀμέτρητα πουλιὰ μὲ φτερὰ χρυσᾶ, χιονάτα ἢ πολύχρωμα. Κάθονταν πάνω στὰ κλαδιὰ τῶν δένδρων τοῦ παραδείσου, καὶ τὸ μαγευτικό τους κελάηδημα μὲ εἶχε συνεπάρει. Μπροστά μου περπατοῦσε ἕνας νέος, μὲ πρόσωπο λαμπρὸ σὰν τὸν ἥλιο καὶ ντυμένος μὲ μανδύα πορφυρό.
Ἀκολουθῶντας τὸν, εἶδα ἕνα μεγάλο, ὑπέροχο Σταυρό, σὰν φωτεινὴ νεφέλη, ποὺ γύρω του στέκονταν μελωδιστὲς μὲ μάτια ποὺ ἄστραφταν σὰν πύρινες ἀκτῖνες, ποὺ ἔψαλλαν θεσπέσιους ὕμνους, δοξάζοντας τὸν Σταυρωθέντα Κύριο.
Ὁ νέος ποὺ μὲ ὁδηγοῦσε, περνῶντας μπροστὰ ἀπὸ τὸν Σταυρό, τὸν ἀσπάσθηκε καὶ μοῦ ἔνευσε νὰ τὸν ἀσπασθῶ κι ἐγώ… Καθὼς τὸν ἀσπαζόμουν πλημμύρισα ἀπὸ ἄφατη πνευματικὴ γλυκύτητα καὶ μία εὐωδία ποὺ ὅμοιά της οὔτε στὸν Παράδεισο δὲν εἶχα ὀσφρανθεῖ. Προχωρῶντας μπροστὰ ἀπὸ τὸν Σταυρό, κοίταξα κάτω καὶ ἀντίκρισα ἄβυσσο θαλάσσης… Τότε ὁ ὁδηγός μου, γυρνῶντας πρὸς τὸ μέρος μου, μοῦ εἶπε: Μὴ φοβᾶσαι, χρειάζεται νὰ ἀνεβοῦμε ἀκόμα ψηλότερα καὶ μοῦ ἔδωσε τὸ χέρι.
Καὶ τότε βρεθήκαμε ἀμέσως στὸ δεύτερο στερέωμα. Ἐκεῖ εἶδα ὡραιότατους ἀνθρώπους σὲ μία τέτοια ἀνάπαυση καὶ ἀγαλλίαση ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφράσει ἡ ἀνθρώπινη γλῶσσα… Καὶ νά, μετὰ ἀνεβήκαμε στὸ τρίτο στερέωμα, ὅπου πλῆθος οὐράνιες δυνάμεις ὑμνοῦσαν καὶ δοξολογοῦσαν τὸν Θεό. Φτάσαμε σὲ ἕνα ὑπέρλαμπρο παραπέτασμα, μπροστὰ ἀπὸ τὸ ὁποῖο στέκονταν μεγαλόσωμοι καὶ φοβεροὶ νέοι, ποὺ ἔμοιαζαν μὲ πύρινες φλόγες. Ὁ νέος ποὺ μὲ ὁδηγοῦσε μοῦ εἶπε: Ὅταν σηκωθεῖ τὸ παραπέτασμα, θὰ δεῖς τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ὑποκλίσου βαθιὰ ἐνώπιον τοῦ θρόνου τῆς δόξης Του. Ἀκούγοντάς τόν, ἔνιωσα ἀνείπωτη ἀγαλλίαση ἀλλὰ καὶ τρόμο…
Καὶ τότε, ἕνα πύρινο χέρι σήκωσε τὸ παραπέτασμα, καὶ ὅπως ὁ Προφήτης Ἠσαΐας, εἶδον ἐν ὁράματι τὸν Κύριο νὰ κάθεται ἐπάνω εἰς ἕνα θρόνον ὑψηλὸν καὶ μετέωρον καὶ εἶδα ἀκόμη νὰ εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ ἀπερίγραπτον δόξαν ὁ ναὸς αὐτοῦ. Γύρω ἀπὸ τὸν ἔνδοξον αὐτὸν θρόνον ἵσταντο τὰ Σεραφείμ.
Φοροῦσε μανδύα πορφυρό, τὸ πρόσωπό Του ἦταν ἀπίστευτα λαμπρό, καὶ τὰ μάτια Τοῦ μὲ κοίταζαν μὲ ἀγάπη. Ἔπεσα καὶ Τὸν προσκύνησα ἐνώπιον τοῦ ὁλόλαμπρου καὶ φοβεροῦ θρόνου τῆς δόξας Του. Ἡ χαρὰ ποὺ μὲ κατέκλυσε ὅταν ἀντίκρισα τὸ πρόσωπό Του δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφραστεῖ μὲ λόγια. Ἀκόμα καὶ τώρα, φέρνοντας στὸ μυαλό μου ἐκεῖνο τὸ ὅραμα, ἡ ἴδια ἄφατη χαρὰ μὲ κυριεύει. Τρέμοντας, ἔμεινα πεσμένος ἐνώπιόν Του…Τότε, οἱ στρατιὲς τῶν ἀγγέλων ἄρχισαν νὰ ψάλλουν ἕναν ἐξαίσιο, ἀπερίγραπτο ὕμνο καὶ τὴ στιγμὴ ἐκείνη, ἐγὼ ὁ ἴδιος, δὲν ξέρω πῶς, βρέθηκα πάλι νὰ περπατῶ μέσα στὸν Παράδεισο».
Ὅταν ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας συλλογίστηκε ὅτι δὲν εἶχε δεῖ τὴν Παναγία στὸν οὐρανὸ ἕνας ἄγγελος τοῦ εἶπε: «Εὐχήθηκες νὰ δεῖς ἐδῶ τὴ Βασίλισσα ἡ Ὁποία εἶναι λαμπρότερη κι ἀπ’ αὐτὲς τὶς ἐπουράνιες δυνάμεις; Δὲν εἶναι ἐδῶ, ἐπισκέπτεται τὸν ἐπίγειο κόσμο ποὺ βρίσκεται σὲ μεγάλα δεινά, γιὰ νὰ βοηθήσει τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ ἀνακουφίσει τὴ θλίψη τους. Θὰ σοῦ ἔδειχνα τὴν οὐράνια κατοικία Της, τώρα ὅμως δὲν ἔχουμε χρόνο, ἀφοῦ πρέπει καὶ πάλι νὰ γυρίσεις στὴ γῆ». Ἐδῶ καὶ πάλι ἐπιβεβαιώνεται τὸ ὅτι οἱ ἄγγελοι καὶ οἱ Ἅγιοι μποροῦν νὰ βρίσκονται σὲ ἕνα μόνο τόπο κάθε φορά.
π. Σεραφεὶμ Ρόουζ, “Ἡ Ψυχὴ μετὰ τὸν Θάνατο, Χριστιανικὲς ἐμπειρίες Παραδείσου”, σελ. 221-227, Μετάφραση: Παναγιώτα Τσουροπλή, ἐκδ. Μυριόβιβλος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου