
Ἦταν τότε, εἶναι καί σήμερα γνώρισμα ὅλων τῶν συγχρόνων μορφῶν τοῦ Μοναχισμοῦ, να θέλουν νὰ ἐπισκεφθοῦν μεγάλα προσκυνήματα καί νά γνωρίζουν τα μεγάλα Μοναστικά κέντρα τοῦ κόσμου. Δέν μποροῦσε σ’ αὐτό νά ὑστερήσει καί νά στερηθεῖ τῆς ὠφελείας ὁ περίφημος καί γνωστός παντοῦ πατήρ Ἀκάκιος (ὁ πνευματικὸς καθοδηγητῆς τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ ὅταν ἦταν νέος). Καί μιά μέρα, ὁ Δαβίδ ἦταν τότε 31 ἐτῶν, ἀποχαιρέτησαν τό Μοναστήρι τῆς Ὄσσας καί ἄφησαν πίσω τους μεγάλο κενό. Ἔτσι τήν βλέπανε τή φυγή τους οἱ Μοναχοί πού ζοῦσαν σέ κεῖνο τό Μοναστήρι. Ὁ Δαβίδ εἶχε προχωρήσει. Τόν Ἀκάκιο τόν κρατοῦσαν ὅσο γινόταν περισσότερο καί τοῦ ἔκαναν παράπονα.
– Πάτερ Ακάκιε, γιατί μᾶς τό κάνετε αὐτό; Σκεφθήκατε, μήπως ἀποφασίσατε ἐγωϊστικά; Ἐσεῖς ψάχνετε νά βρῆτε πρότυπο καλύτερο καί μεῖς μένουμε ἐδῶ ὀρφανοί. Τό Οἰκονόμιο σήμερα πενθεῖ καί τήν ἀναχώρησι τοῦ Γέροντα καί τή στέρησι τοῦ ὑποτακτικοῦ. Ἄφησέ μας Γέροντα, τουλάχιστον τό Δαβίδ. Ἔχει ἐπιδράσει τόσο πολύ στο Μοναστήρι μέ τήν ἀρετή του. Παρακινήθηκαν πολλοί σε περισσότερη ἄσκησι. Καί ἔχει τὴν τέχνη τῆς ταπεινοφροσύνης, να βλέπει τήν ἀρετή καί στον τελευταῖο. Καί νά εἶναι τυφλός μόνο γιά τήν ἀρετή τή δική του.
– Πράγματι τοῦ ἔχω τονίσει αὐτή τή θεωρία, μόνο ποὺ ἐνῶ λίγοι κατάφεραν να την κάνουν πράξι, ὁ Δαβίδ το πέτυχε αὐτό γρήγορα. Θὰ σᾶς πῶ ὅμως καί κάτι τώρα ποὺ εἴμαστε μόνοι. Παραμείναμε πολύ σέ τοῦτο τὸ Μοναστήρι. Καί ξέρετε τί φταίει; Τόν ἀδικήσατε, λέει, κάποτε στήν ἀρχή.
– Τὸν ἀδικήσαμε; Ἐμεῖς πού μικροί μεγάλοι εἴδαμε τὴν ἁγιότητά του καί τόν τιμήσαμε γι’ αὐτήν!
– Ἀκριβῶς αὐτό πάθατε. Δέν εἴχατε καταλάβει πώς ἡ μεγάλη τιμή γιά τόν Δαβίδ, ἀποτελεῖ καί τή μεγάλη ἀδικία.
– Το εἴδαμε αὐτό γέροντα, καί τό ἑρμηνεύσαμε σωστὰ μοῦ φαίνεται. Διακρίναμε τήν ταπείνωσί του.
– Καί τό ἐκδηλώσατε. Δέν σᾶς μαλώνω. Χρόνια καί ἐγώ προσπαθῶ νά τό κρύψω καί ξεσπάω τάχα στόν ἐγωισμό του. Ἤδη ὅμως νικήθηκα. Ξέρει τί γυρεύει, ποῦ πατάει, ποῦ φτάνει. Προσπαθεῖ νά μή βλέπει τί πετυχαίνει, το βλέπουν ὅμως ἄλλοι. Γιατί βλέπεις ἡ ἀρετή φαίνεται ἀπό τὸ φῶς πού ἀκτινοβολεῖ. Καί ὅσο πολύ κρύβεται, τόσο πολύ φαίνεται καί ἡ λαμπρότητά της.
Ἔφυγαν λοιπόν ἀπό τόν Ὄλυμπο, τό βουνό τῶν ψεύτικων θεῶν, πού ἤδη εἶναι κατάσπαρτο ἀπό μυρωμένα λουλούδια ἀσκητῶν καί πολλοί πιστοί τρέχουν. Ἔφυγαν για το περιβόλι τῆς Παναγίας, ὅπως λένε τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὅποιος πνευματικός ἄνθρωπος δέν πάει μιά φορά στη ζωή του στον Ἄθω, φεύγει ἀπό τόν κόσμο αὐτό χωρίς νὰ ἔχει γευθεῖ τό μεθυστικό ἄρωμά του. Περιγραφή αὐτοῦ τοῦ προσκυνήματος βέβαια δέν μπορεῖ νά γίνει. Ἔχω κι ἔνα λόγο παραπάνω ἐγώ πού δέν μπορῶ νά τό κάνω. Δέν ἄφησαν Μοναστήρι, δέν ἄφησαν Σκήτη, Γέροντα γνωστό καί ἄγνωστο πού νά μήν τά ἐπισκεφθοῦνε. Τά σχέδια τοῦ ᾿Ακακίου βέβαια δέν ἦταν γιά τόν ἑαυτό του. Αὐτός εἶχε ἔλθει γιά νά προσκυνήσει βέβαια, εἶχε ἔλθει ὅμως περισσότερο γιά τό Δαβίδ τόν ὑποτακτικό του. Καί ὄχι ἁπλῶς γιὰ νὰ τὸν φέρει να προσκυνήσει καί νά γνωρίσει Μοναστήρια καί Σκῆτες καί Ἀσκητικές μορφές τοῦ Ἄθω. Καί γι’ αὐτό βέβαια, κυρίως ὅμως γιά να τόν φέρει καί νά τόν ἀφήσει νά φοιτήσει ἐκεῖ. Γι’ αὐτό καί ὅταν ἐκεῖνος ἑτοιμάστηκε να φύγει, τόν κάλεσε γιὰ νὰ τοῦ πεῖ πώς θέλει ἐλόγου του νά μείνει. Κι ἐκεῖνος ὅλος χαρά, εἶχε ἤδη διαλέξει τή Μονή τῆς Μεγίστης Λαύρας τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ ᾿Αθωνίτου. Ὁ Γέροντας του ἔφυγε γιά τήν Κωνσταντινούπολη. Ἤθελε να προσκυνήσει καί τόν Προκαθήμενο τῆς Ὀρθοδοξίας, τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, τόν Ἐθνάρχη τοῦ σκλαβωμένου Γένους.
Τί ν’ ἀναφέρει κανείς γιά τήν παραμονή του αὐτή στό περιβόλι τῆς Παναγίας. Μπορεῖ κανείς νά περιγράψει τή ζωή ἑνός σπουδαστοῦ μέ ζῆλο, σ’ ἕνα Πανεπιστήμιο; Παρακολουθήσαμε τόν Ὅσιο σε τόσα Πανεπιστήμια. Παντοῦ καινούργια μαθήματα καί δίνει καί παίρνει. Παντοῦ θαυμάζει καί θαυμάζεται. Δέν τόν ἐνδιαφέρει παρά ὁ ζῆλος πού βλέπει στόν κάθε Μοναχό πού συναντᾶ. Ἐκεῖ στή Λαύρα δοκίμασε καί τό φθόνο τοῦ πονηροῦ καί μιά διαφορετική δόξα. «Θά ἤσουν ἄγευστος τῆς καλογερικῆς, ἄν δέν δοκίμαζες καί τό φαρμάκι ἀπό τό ἀγκίστρι τοῦ πονηροῦ, πάτερ Δαβίδ». Ἦταν αὐτά λόγια τοῦ γέροντα, ὅταν ἦλθε σε φῶς τὸ θλιβερό περιστατικό. Καί δέν ἤτανε φθόνου περιστατικό. Ἦταν καρπός ἑνός ἀπρόσεκτου Μοναχοῦ, πού ὑπηρετοῦσε μιά του ἀδυναμία. Καί γιά νά τήν κρύψει, πέταξε αὐτό: «τόν ὑποκριτή το διάκο», πού τόν εἶχε βέβαια φθονήσει γιά τήν ἐγκράτειά του. Στό κελλάρι τῆς Μονῆς τῆς Λαύρας εἶχαν πολύ ρακί. Τό ἔφτιαχναν οἱ ἀδελφοί τῆς Μονῆς ἀπό τά τσίπουρα πού μένανε μετά το στίψιμο τῶν σταφυλιῶν.
Ἦταν αὐτό πού πρόσφεραν οἱ Μοναχοί στούς ξένους. Ἦταν ὅμως ἕνας ἀδελφός πού εἶχε συνηθίσει τό ποτό καί εἶχε βρεῖ τρόπο να μπαίνει στό κελλάρι πού ἐφυλάσσετο. Κελλάρης ἦταν ἕνας μόνο, ὁ π. Νικόδημος, πού κρατοῦσε τά κλειδιά. Ὁ Μοναχός ἐκεῖνος, Ἀβακούμ τὸν λέγανε, εἶχε βρεῖ τόν τρόπο νά μπαίνει στό κελάρι καί νά κλέβει τό ρακί. Στήν ἀρχή δέν φαινότανε. Ὁ κελλάρης ὅμως εἶχε καταλάβει πώς καί κάποιος ἄλλος ἔπαιρνε ἀπό τά πιθάρια καί ἀπό τό βαρέλι ρακί. Στήν ἀρχή δέν φαινότανε, τό εἶπε ὅμως μετά στό Γέροντα.
“Κάποιος γέροντας μπαίνει στό κελλάρι καί παίρνει μεγάλη ποσότητα ρακί. Δέν ἔχει πάρει ἀπό ἕνα πιθάρι μόνο, γιά νά μή φανεῖ. Ἤδη ὅμως τό διαπίστωσα. Μέσα στο χειμώνα ἔχουν πάρει ἀπό ὅλα σχεδόν τά πιθάρια καί ἔχουν ἀνοίξει καί τό ἕνα βαρέλι”.
– Πρέπει νά βροῦμε ὅμως ποιός τό κάνει. Ποιός μπαίνει στό κελλάρι.
– Βάλε κάποιον νά φυλάει.
– Κάθισε ἐσύ.
Τή συζήτησι τήν εἶχε ἀκούσει ἀπό κεῖ πού περνοῦσε, χωρίς νά τόν δοῦνε ὁ πατήρ Ἀβακούμ. Ἡ παρακολούθησι θά γινόταν ἐκεῖνο τό βράδυ. Καί τόν πιάσανε τόν κλέφτη. Χωρίς προφύλαξι, κρατώντας ἕνα φανάρι, μπῆκε στό κελλάρι, πού ἡ πόρτα του ἄνοιξε μέ τό σπρώξιμο μόνο, καί κρατώντας ἕνα δοχεῖο, πῆγε στό βαρέλι καί τό γέμισε ρακί. Έτρεξε ὁ κελλάρης γιά νά μήν τοῦ φύγει. Ἦταν ὁ Δαβίδ. Ἔπεσε ἀπό τά σύννεφα ὁ διακονητής. «Δαβίδ ἐσύ; Πᾶμε στό Γέροντα γρήγορα». Στό Γέροντα βρήκανε τόν Ἀβακούμ. Κάτι εἶχε πεῖ στὸν Ἡγούμενο κι ἔτρεξε να φύγει.
– Γέροντα, ὁ δράστης. Ποιός θά τό περίμενε.
– Μή βιάζεσαι, Νικόδημε. Πήγε μόνος του; Πῶς ἄνοιξε την πόρτα;
– Μόνη της ἄνοιξε ἡ πόρτα Γέροντα.
– Ἅ ἔτσι, μόνη της ἄνοιξε ἡ πόρτα. Καί αὐτό γίνεται κάθε βράδυ. Οὔτε κουβέντα. Βρέθηκε ὁ μέθυσος. Κρίμα σέ σένα. Σέ θαυμάζαμε ὅλοι στή Μονή. Ἅγιο σέ θεωροῦμε.
– Ποιός εἶναι ἅγιος Γέροντά μου. Ὅλοι εἴμαστε ἀδύνατοι καί ἁμαρτωλοί. Νά λοιπόν, γιά νά μάθετε καί νά μή μέ τιμᾶτε.
– Ὡραῖα λόγια, πήγαινε στό κελλί σου καί θά σέ δῶ σέ λίγο. Καί ἄν μπορεῖς καί δέν ἔχεις ἀκόμη πωρωθεῖ, κάνε καί τήν προσευχή σου.
Ἐν τῷ μεταξύ εἶχε φθάσει στό κελλί τοῦ Γέροντα ἔνας Μοναχός ἅγιος πού συνεργαζότανε πολύ μέ τόν Ἡγούμενο γιά τή διόρθωσι κάποιου ἄλλου Μοναχοῦ.
– Γέροντα, τί νά σοῦ τά λέω. Βρέθηκε ὁ ταλαίπωρος Ἀβακούμ βαρειά τραυματισμένος στόν κῆπο. Εἶχε πέσει ἀπό τόν τοῖχο. Κρατοῦσε ἕνα μπουκάλι ρακί στή μέση. Ήταν μεθυσμένος. Νά πού ψάχνατε νά βρῆτε ποιός κλέβει τό ρακί.
– Γιά στάσου, γιατί θά τρελλαθῶ. Τώρα πιάσανε τό Δαβίδ νά μπαίνει στό κελάρι μέ μπουκάλι, πού ἔπιασε ἀπό τό βαρέλι ρακί. Γιά στάσου, ὁ Ἀβακούμ πού εἶχε ἔλθει πρίν ἀπό τό ἐπαυτοφώρω μοῦ εἶπε, πώς εἶχε δεῖ τό Δαβίδ πολλές φορές τή νύχτα, νά μπαίνει κρυφά στό κελάρι. Αὐτό ὅμως θά τό δοῦμε.
– Τί λέτε Γέροντα; Αὐτός ὁ ἄξιος ἀσκητής; Τοῦ Ἀβακούμ βρωμοδουλειά εἶναι αὐτό.
Καί ἦταν πράγματι. Τόν εἶχε παρακαλέσει να πάει ἐκ μέρους τοῦ Ἡγουμένου να πιάσει λίγο ρακί. Καί ἐν τῷ μεταξύ ἀφοῦ τὸ εἶπε στόν Κελλάρη νά παρακολουθεῖ, αὐτός εἶχε πάει στόν Ἡγούμενο. Αὐτό εἶχε γίνει ἡ νέα δόξα τοῦ Δαβίδ.
Πηγή: «Τὸ Παιδὶ τοῦ Προδρόμου», Ἐπισκόπου Θεοφίλου Καναβοῦ Μητροπολίτου Γόρτυνος καὶ Μεγαλουπόλεως, Ἔυβοια 1997, ἐκδ. Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ὁσίου Δαβίδ του ἐν Εὐβοίᾳ, σέλ.53-57
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου