
Ἕνα ἀπόγευμα καλοκαιριοῦ, ἀρκετοὶ ἐπισκέπτες καθόμασταν στοὺς πάγκους, ἔξω ἀπὸ τὸ κελλὶ τοῦ Γέροντα (Αγίου) Πορφυρίου στὰ Καλλίσια, περιμένοντάς τον νὰ ἔρθει καὶ τελικὰ δὲν φάνηκε. Δὲν πέρασαν ὅμως οἱ ὧρες τῆς ἀναμονῆς μας πληκτικά. Εἴχαμε στήσει κουβεντολόι κι᾿ ὁ καθένας ἔλεγε, ἀπὸ τὶς ἐμπειρίες του, γιὰ τὸν Γέροντα, ποὺ, ἂν καὶ ἀπών, ἦταν παρὼν ἐν πνεύματι καὶ μᾶς μετέδιδε ψυχικὴ εὐφροσύνη.
















