
Στὶς ἀρχες τοῦ προηγουμένου ἔτους ἦλθε ἕνας χριστιανός γιὰ Ἐξομολόγηση ποὺ εἶχε παπποὺ ἱερέα σ’ ἕνα χωριὸ στὰ περίχωρα τῆς Δράμας. Ὅταν ἦταν μικρός, διακονοῦσε τὸν παππού του, τὸν παπα-Γιώργη στὸ Ἱερὸ Βῆμα.
Ὁ παπα-Γιώργης ἦλθε πρόσφυγας ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία μετὰ ἀπὸ τὶς σφαγὲς στὴ Σμύρνη καὶ τὸ κάψιμο τῆς πόλης. Ἦταν δέ, ἄν καὶ ἀγράμματος, εὐλαβέστατος.
Τὸ ἐκκλησάκι τοῦ χωριοῦ ἦταν πτωχό, μὲ δάπεδο κακοστρωμένο ἀπὸ πρόχειρες πλάκες καὶ ὁ παπα-Γιώργης κάθε τόσο σκόνταφτε σ’ αὐτές.
Ἕνα Σάββατο ποὺ λειτουργοῦσε μὲ πέντε-ἕξι πιστούς, στὴν Μεγάλη Εἴσοδο, σκόνταψε καὶ παραλίγο νὰ σωριαστεῖ κάτω μὲ τὰ Τίμια Δῶρα. Ὁ ἐγγονός του τότε εἶδε ξαφνικὰ μία ὁλόλαμπρη Κυρία νὰ τὸν συγκρατῆ γιὰ νὰ μὴ πέση κάτω, καὶ νὰ τοῦ λέγη: «Μὴ φοβᾶσαι… σὲ κρατάω καλά… προχώρα…».
Τρέμοντας ὁ παπα-Γιώργης ἀπὸ τὴν ἱερὴ συγκίνηση, εἰσῆλθε μαζί Της μέσα στὸ Ἱερὸ Βῆμα. Ἐκείνη, ἔκλεισε τὰ βημόθυρα τῆς Ὡραίας Πύλης καὶ τοῦ ἔδωσε τὸ θυμιατό, γιὰ νὰ θυμιατίση, ὅταν τὰ Τίμια Δῶρα τοποθετήθηκαν ἐπάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα.
Ὁ μικρὸς ἐγγονὸς τὰ ἔβλεπε ὅλα κατάπληκτος, ἄφωνος καὶ θαμπωμένος ἀπὸ τὴν ἀκτινοβολία τῆς μεγαλόπρεπης Ἐκείνης Κυρίας.
Ἡ ψυχούλα του –καὶ δὲν τὸ ξεχνάει ποτὲ αὐτὸ– πλημμύρισε ἀπὸ ἱερὸ θαυμασμὸ καὶ δέος. Καθόλου ὅμως δὲν κατάλαβε τὸ πῶς τὸ θυμιατὸ ποὺ κρατοῦσε μὲ τὸ χεράκι του, βρέθηκε στὰ χέρια τῆς ὁλόλαμπρης Ἐκείνης Κυρίας, τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῆς Βασίλισσας τῶν Οὐρανῶν!
Συνῆλθε ὁ μικρός, εἶδε τὸν ἱερέα παππού του νὰ κλαίη. Σὲ κάθε αἴτηση, ἐκφώνηση καὶ εὐχὴ ποὺ διάβαζε, συνεχῶς ἐπαναλάμβανε τὴ λέξη: «Παναΐα μου!».
«Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον… Παναΐα μου».
«Ἄγγελον εἰρήνης… Παναΐα μου».
«Διὰ τῶν οἰκτιρμῶν… Παναΐα μου».
Ἄξιον καὶ δίκαιον σὲ ὑμνεῖν… Παναΐα μου».
Στὸν Καθαγιασμὸ τῶν Τιμίων Δώρων, τὸ ἴδιο.
Εἰδικότερα στὸ «Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου, δεσποίνης ἡμῶν, Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας…», ἐκεῖ λυγμοί, ἐκεῖ δάκρυα πολλὰ καὶ πολλὲς φορές «Παναΐα μου». Καὶ αὐτὸ συνεχίσθηκε μέχρι τὸ πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας.
Ἀφοῦ ἔκανε καὶ τὴν Κατάλυση τοῦ Ἁγίου Ποτηρίου, εἶπε στὸν ἐγγονό του:
-Δὲ θὰ πῆς σὲ κανένα ὅ,τι εἶδες καὶ ὅ,τι ἄκουσες… σὲ κανένα, γιατί ἡ “Παναΐα” θὰ σοῦ κόψη τὴ γλώσσα…
Στὰ χρόνια τῆς κατοχῆς (1941–1944) ἐμφανίσθηκε ξανὰ ἡ Παναγία στὸν παπα–Γιώργη, γιὰ νὰ τὸν βοηθήση καὶ νὰ τὸν στηρίξη -ἀνήμερα τῶν Χριστουγέννων- δύο χρόνια πρὶν κοιμηθῆ.
Ἀπὸ τότε ὁ παπα-Γιώργης μέρα–νύχτα, συνεχῶς μουρμούριζε «Παναΐα μου!». Μ’ αὐτὴ τὴν ἔκφραση τὸν πείραζαν καλόκαρδα οἱ συγχωριανοί του, ποὺ ἦσαν συγχρόνως καὶ τὰ λογικά του πρόβατα.
Ἐκοιμήθη ὁσιακῶς.
Ἕνα πρωϊνὸ ποὺ ἦταν ἀδιάθετος, ἄνοιξε ὁ γιός του (ὁ πατέρας τοῦ ἐξομολογουμένου) τὴν πόρτα του καὶ τὸν εἶδε γονατιστὸ μὲ τὰ γεροντικά του χέρια ὑψωμένα καὶ λουσμένο μέσα σ’ ἕνα ὑπερκόσμιο φῶς νὰ ψελλίζει:
-Παναΐα μου… Παναΐα μου… Παναΐα μου, ἔρχομαι…
Παρέλαβε τὴν ψυχή του Ἐκείνη, τῆς Ὁποίας τὸ Ὄνομα δὲν ἔλειψε ποτὲ ἀπὸ τὰ χείλη καὶ τὴν καρδιά του».
vatatzis.com
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου