
Ἔνα ἀξιόλογο θαῦμα ποὺ έγινε λίγες ἡμέρες μετά τό μαρτύριο τοῦ Ἀγίου ἑνδόξου νεομάρτυρος τοῦ Χριστοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεσσαλονικέως τό 1802 στή Σμύρνη εἷναι το ἑξής:
Ἕνας νέος πῆρε μέ βαμβάκι ἀπό τό μαρτυρικό αἷμα καί εἶχε μεγάλη χαρά γι’ αὐτό καί τό φύλαγε μέ μεγάλη εὐλάβεια, σάν οὐράνιο θησαυρό. Πολλές φορές ἡ ἀδερφή του τόν παρακαλοῦσε νὰ τῆς δώσει λίγο αἱματοβαμμένο βαμβάκι, καί μέ κανέναν τρόπο δέν το δεχόταν. Πέρασαν ἑφτά ἡμέρες καί συνεχῶς τὸν παρακαλοῦσε νὰ τῆς κάνει τή χάρη. Από τις παρακλήσεις της ὑποχώρησε καί τῆς ἔδωσε τό μισό. Πόσο χάρηκε ἐκείνη ὅταν ἔλαβε αὐτό πού ποθοῦσε, μπορεῖ νά τό καταλάβει κάθε φιλομάρτυρας. Τό προσκύνησε, τό ἀσπάστηκε καί τό κρέμασε στά εἰκονίσματά της. Ἔπειτα ἄρχισε νά πλένει τὰ ροῦχα της.
Δύο γειτόνισσες, ἡ μία ἡλικιωμένη καί ἡ ἄλλη νεώτερη, ἦρθαν μέ τά ἐργόχειρά τους γιὰ νὰ τῆς κάνουν συντροφιά. Ὁ πρῶτος λόγος τῆς γυναίκας πού εἶπε σ’ αὐτές ἦταν τοῦτος: «Δόξα Σοι ὁ Θεός! Εὐτύχησα κι ἐγώ καί ἔλαβα ἀπό τό αἷμα τοῦ Μάρτυρος. Μεγάλο πράγμα!». Τῆς λέει ἡ γριά: «Κρίμα στήν εὐλάβειά σου, κόρη μου. Τόν θεωρεῖς γιά Ἅγιο ἐκεῖνον; Εἶσαι γελασμένη. Ἔτσι κι ἐκεῖνος ὁ Μοσχοβίτης ἀγόρασε μέ τόσα λεφτά τό λείψανο του ὡς ἅγιο καί τό πῆρε μέσα στο καράβι. Ὕστερα βρώμισε σάν ψοφίμι καί τό ‘ριξε στή θάλασσα».
Ἡ νέα γυναίκα πίστεψε τά λόγια τῆς κακιᾶς γριᾶς, ψυχράθηκε μέσα της, ἀπέβαλε τή θερμή εὐλάβεια πού εἶχε καί πηγαίνει καί κατεβάζει ἀπό τό εἰκονοστάσι τό βαμβάκι γιά νά τό ρίξει στο ἀποχωρητήριο. Τότε τῆς λέει ἡ ἄλλη γειτόνισσα, ἡ νεώτερη: «Καημένη, εἶναι κρίμα να ρίξεις στο ἀποχωρητήριο ἀνθρώπινο αίμα. Ρίξε το καλύτερα στη φωτιά να καεῖ». Τῆς ἄρεσε ὁ λόγος, κι έκεῖ μπροστά της τό ἔκαψε.
Ἀλλ᾽ ὦ τοῦ θαύματος! Ἀμέσως ἐκείνην την ὥρα ἄρχισαν νά μουδιάζουν τα χέρια της και να ἀτονοῦν· μόλις καί μετά βίας τά κινοῦσε. Ταυτόχρονα, τήν ἐλέγχει καί ἡ συνείδησή της, οἱ λογισμοί τήν ἀναστατώνουν καί ἀρχίζει να φοβάται μήπως αὐτὰ τῆς συμβαίνουν ἀπό θεία ὀργή, ἐπειδή ἔκαψε τὸ αἷμα τοῦ Μάρτυρος. Τότε λέει πρός τίς ἄλλες δύο γυναῖκες: «Ήμουν πολύ καλά καί δέν ξέρω τί ἔπαθα τούτη τήν ὥρα καί εἶναι παράλυτα τά χέρια μου». «Τίποτα δέν εἶναι», τῆς λέει ἡ γριά. «Κουράστηκες ἀπό τό πλύσιμο».
Ἀνεβαίνει ἐπάνω στο σπίτι, καί δέν μπορεῖ νά κρατήσει τό βρέφος της γιά νά τό θηλάσει. Μαζί μέ τήν παράλυση ἀρχίζουν καί οἱ πόνοι. Πιάνεται ἡ μέση της καί πρήζονται τα πόδια της. Τέλος, ὅπως ἦταν ἔπεσε στό κρεβάτι. Ἀπό τή μία μεριά τη βασανίζουν οἱ πόνοι καί ἀπό τήν ἄλλη τήν ἐλέγχει ἡ συνείδησή της γιά τό ἀνόσιο τόλμημα. Φώναξε τή μητέρα της κι ἐκείνη κάλεσε ἀμέσως τὸν ἄνδρα τῆς κόρης. Τήν βλέπουν σ’ αὐτήν τήν ἄθλια κατάσταση. Στέλνουν να φωνάξουν γιατρό. Ὅμως ἡ ἀσθενής, ξέροντας ἀπό ποῦ τῆς συνέβη, δέν θέλει γιατρό, ἀλλά θέλει ἱερέα νὰ τῆς ψάλει ἁγιασμό.
Τη δεύτερη μέρα ἔγινε χειρότερα. Την τρίτη μέρα, βλέποντας τον κίνδυνο, ἀποκάλυψε στη μητέρα της τί εἶχε κάνει, καί ἡ μητέρα της λέει στον γαμπρό της: «Ἄφησε τούς γιατρούς· ἄνθρωποι δέν μποροῦν νὰ τή γιατρέψουν». Καί στή συνέχεια τοῦ διηγήθηκε πώς εἶχε κάψει τό βαμβάκι με το μαρτυρικό αἷμα. Αὐτός λυπήθηκε, τήν ἔλεγξε αὐστηρά γιά τήν ἀπιστία της, φώναξε ἀμέσως ἱερέα γιὰ νὰ τῆς ψάλει ἁγιασμό καί ὅλη του τήν ἐλπίδα ἄφησε στον Θεό γιά νά τή θεραπεύσει μέ τίς πρεσβεῖες τοῦ Μάρτυρος.
Ἀλλά καί ὁ ἱερέας πού προσκλήθηκε γιά τόν ἁγιασμό, ὅταν ἔμαθε τό γεγονός, τούς εἶπε νά παρακαλέσουν ὅλοι μέ θέρμη τόν Μάρτυρα καί νά ζητήσουν πάλι νά τήν ἀλείψουν μέ τό αἷμα του, μήπως καί τή συγχωρέσει καί τή θεραπεύσει.
Αὐτό καί ἔγινε κατά τρόπο θαυμαστό. Μόλις ἡ μητέρα της ἔφερε τό ἄλλο μισό αἱματοβαμμένο βαμβάκι πού εἶχε ὁ γιός της καί μ’ αὐτό τή σταύρωσαν καί ὅλοι κλαίοντας παρακαλοῦσαν τόν Μάρτυρα νά τή θεραπεύσει –«θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ» (Ψαλμ. 67,36)-, ἀμέσως σταμάτησαν οἱ πόνοι. Αἰσθάνθηκε ἀμέσως πώς πῆρε δύναμη. Τά πόδια της ξεπρήστηκαν καί γενικά ἐπανέκτησε την ὑγεία της. Ὅλοι ὅσοι εἶδαν καί ἄκουσαν τό γεγονός θαύμαζαν καί δόξαζαν τόν Θεό, πού εἶναι θαυμαστός στα πρόσωπα τῶν Ἁγίων Του.
Ἡ φήμη αὐτοῦ τοῦ θαύματος ἔφτασε καί στά αὐτιά τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Σμύρνης, ὁ ὁποῖος δέν πίστεψε στα ὅσα λέγονταν. Γι’ αὐτό ἔστειλε τὸν ἀρχιδιάκονό του καί ἐξακρίβωσε με προσοχή τὸ θαῦμα. Μάλιστα στή γυναίκα που θεραπεύτηκε ἔμεινε ἀκόμη λίγο πρήξιμο, πού ἀποδείκνυε αὐτό πού ἔπαθε. Ἔτσι πληροφορήθηκε ἐπακριβῶς καί ἡ Πανιερότητά του γιά τό θαῦμα, δόξαζε μαζί μέ ὅλους τόν Θεό καί τό διηγεῖτο παντοῦ.
Ἀλλά καί κάποιος χατζῆς Ἰωάννης Μωραΐτης εἶχε ἕνα μικρό παιδί πού ἔπασχε δεκαοχτώ μῆνες καί δέν μποροῦσε νά σηκώσει πάνω τό κεφάλι του, ἀλλά τό εἶχε πάντοτε σκυφτό μπροστά. Ὅταν ἄκουσε τοῦτο τὸ θαῦμα, σταύρωσε τό παιδί μέ τὸ αἷμα τοῦ Μάρτυρος πού εἶχε, ἔβαλε μάλιστα τό αἱματοβαμμένο βαμβάκι στο νερό καί τό πότισε. Καί –ὤ τοῦ θαύματος!– ἀμέσως γιατρεύτηκε το παιδί καί σήκωσε πάνω τό κεφάλι του. Ἀπό τότε παρέμεινε στή θέση του, κι αὐτό πού ὑπέφερε τόσους μήνες δέν τὸ ἔπαθε πλέον μέ τή χάρη τοῦ ἁγίου ἐνδόξου καί χαριτωνύμου νεομάρτυρος Ἰωάννου.
Μέ τίς ἅγιες πρεσβεῖες του εἴθε κι ἐμεῖς ν᾿ ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τά ψυχικά καί σωματικά πάθη καί ν’ ἀξιωθοῦμε νὰ εἰσέλθουμε στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν μαζί μέ ὅλους ὅσοι εὐαρέστησαν στόν Θεό ἀπό πολύ παλιά. Ἀμήν.
Πηγή: «Ἅγιοι τῆς Σμύρνης», Μητροπολίτου Νέας Σμύρνης Συμεῶν, ἐκδ. Ἱερὰ Μητρόπολις Νέας Σμύρνης, σελ. 117-121
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου