Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

Μαρτυρίες ἀπὸ Ζακυνθινοὺς γιὰ τὸν Ὅσιο Διονύσιο τὸν Γιατρᾶ.

 

Ὁ πλάνητας ἀσκητὴς μὲ τὸ προορατικὸ χάρισμα

Ὡς θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ. Μοῦ δίνεται ἡ εὐκαιρία νὰ διηγηθῶ ὀλίγο ἀπὸ τὴν εὐλογημένη ζωὴ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου Γιατρᾶ, τοῦ «ἐν Ζακύνθῳ», καταγομένου ἀπὸ τὸ χωρίον Ἅγιος Κήρυκος. Οὗτος ὁ Ἅγιος ἀπὸ τὰ νεανικά του χρόνια ὑπέβαλε τὸν ἑαυτό του σὲ πολλὲς σκληραγωγίες ἀσκήσεως καὶ ἀπέκτησε ταπείνωση. Ζοῦσε καὶ ἀγωνιζόταν πρὸς δόξαν τοῦ ὑπεραγάθου Θεοῦ μας. Ἔκρινε καλῶς νὰ πτωχεύσει ἀπὸ τὴν πατρική του περιουσία καὶ νὰ θεραπεύει τὸ Κύριο μας Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ νὰ ἐλεεῖ τοὺς πτωχούς. Γύριζε τὰ γύρω χωριὰ καὶ ζητιάνευε καὶ αὐτὰ ποὺ μάζευε τὰ μοίραζε στοὺς πτωχούς. Δὲν εἶχε οὔτε δωμάτιο οὔτε καλύβη νὰ μένει καὶ μόνον στοὺς σταύλους τῶν ζώων, στοὺς ἀχυρῶνες εὕρισκε ἀνάπαυση.

Ὁ Κύριος γιὰ νὰ ἀνταμείψει τοὺς ἀγῶνες τοῦ Ἁγίου Διονυσίου Γιατρᾶ τοῦ χάρισε προορατικὸ χάρισμα. Κάποτε πήγαινε στὴν πόλη ὁ παπποῦς τοῦ μακαρίτη τοῦ πατέρα μου, Διονύσιος ὀνομαζόμενος καὶ αὐτός, καὶ βρῆκε στὴν πορεία του κλειδιά, τὰ ὁποῖα ἦσαν τῶν παλαιῶν καπνισέων. Ὅταν γύρισε ὁ πάππος ὁ μακαρίτης ἀπὸ τὴ χώρα τὸν συνάντησε ὁ Ἅγιος καὶ τοῦ λέγει: Διονύσιε, τὰ κλειδιὰ ποὺ βρῆκες εἶναι τῶν καπνισέων καὶ νὰ τὰ δώσεις, διότι γίνεται μεγάλη φασαρία στὸ σπίτι.

Ἄλλοτε, ἀφοῦ νήστευε, πῆγε στὸ μπακάλικο καὶ ἀγόρασε σαρδέλλες νὰ δώσει σὲ πτωχὲς οἰκογένειες. Τὸν κατέκριναν ὅμως κάποιοι ὅτι ἀγόρασε τρόφιμα ὄχι νηστίσιμα καὶ ἔκανε πὼς νήστευε. Μόλις ἔφυγε αὐτοὶ πέθαναν ἀπὸ αἰφνίδιο θάνατο. Ἄλλη φορά, ἀφοῦ γύριζε τὰ χωριά, δὲν θυμᾶμαι καλά, μιὰ γυναίκα κακομεταχειρίστηκε τὸ ψωμὶ ποὺ τῆς εἶχε δώσει καὶ τῆς εἶπε:
-Θὰ τὸ στερηθῆς! Καὶ τὸ στερήθηκε.
Κάποια ἄλλη φορὰ ἐρχόταν ἀπὸ τὰ χωριὰ καὶ ἔβρεχε καὶ τὸν ἔβλεπαν οἱ χωριανοὶ καὶ ἔλεγαν:
-Ὁ καημένος ὁ Διονύσιος βρέχεται!
Ὅταν αὐτὸς ζύγωσε κοντά τους οὔτε σταγόνα δὲν εἶχε βλάψει τὰ κουρελιασμένα ροῦχα του.

Ἕνα ἀνδρόγυνο πάλι εἶπε ὅτι ὀνειρεύτηκε ὅτι ἔμελλε νὰ ἐκταφεῖ τὸ σῶμα του. Ἐπιχείρησαν οἱ κληρικοὶ νὰ τὸν ἐκθάψουν καὶ ὁ κόσμος τόσος πολὺς μαζεύτηκε, ποὺ μέχρι καὶ στὰ ἐλαιόδενδρα ἀνέβησαν.

Μητροδώρα Θεοδωρίτση, Μοναχή τῆς Τήνου.

 

Γιατί δὲν μοῦ ἄναψες το καντήλι;

Νὰ ἀνάβετε τὸ καντηλάκι στὸ καλογεράκι Ἅγιο Διονύσιο ποὺ εἶναι πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Βαρβάρα ἐνταφιασμένος. Ὅταν ἔγιναν οἱ σεισμοὶ δὲν πήγαινα νὰ τοῦ ἀνάψω τὸ καντηλάκι διότι φοβόμουν μήπως πέσει τὸ Ἱερὸ τοῦ Ναοῦ ἐπάνω μου. Τὸ γλυκοχάραμα βλέπω ἕνα καλογεράκι ἐπάνω ἀπ’ τὸ κεφάλι μου καὶ μοῦ λέει:
– Γιατί δὲν ἦλθες νὰ μοῦ ἀνάψης τὸ καντήλι μου; Φοβήθηκα καὶ πῆγα ἀμέσως νὰ διορθώσω τὴν ἀπὸ φόβο ἀμέλειά μου.

Μητροδώρα Θεοδωρίτση, Μοναχή.

 

Διορατικὸ χάρισμα

Ἕνας γέροντας, ὁ Διονύσιος Χαϊκάλης, 90 χρονῶν, ἔλεγε γιὰ τὸν Ἅγιο Διονύσιο τὸν Γιατρᾶ πὼς ἔχει διορατικὸ χάρισμα. Ἤξερε τί λὲς μέσα σου. Τὸ ἔβλεπες ἀπὸ μακριὰ ποὺ ἐρχόταν καὶ ἔλεγες:
– Αὐτοῦ τοῦ γέρου θὰ τοῦ δώσω δύο δεκάρες.
Καὶ ὅταν ἐρχόταν κοντὰ τοῦ ἔδινες μία.
Τότε ἐκεῖνος ἔλεγε:
– Ἀφοῦ μοῦ ἔταξες δύο, γιατί μοῦ δίνεις μία!

 

Γνώριζε τὸν ἐσωτερικὸ κόσμο τῶν ἄλλων

Ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Γιατρᾶ, ὅπως διηγοῦνται οἱ γεροντότεροι, ἦταν νὰ διακονεύει καὶ ὅ,τι μάζευε νὰ τὰ δίνει στοὺς φτωχούς. Κάποτε ἔδωσε σὲ μιὰ γυναίκα ψωμὶ κι ἐκείνη τὸ σιχαινόταν καὶ τὸ ἔδωσε στὶς κότες της. Ὅταν ἄλλη φορὰ τοῦ ζήτησε τῆς εἶπε:
– Δὲν σοῦ δίνω γιατὶ τὸ πετᾶς στίς κότες!

 

Ἰαματικὸ τὸ χῶμα τοῦ τάφου του

Ὁ Τιμόθεος Χαϊκάλης ὑπέφερε ἀπὸ ἑλονοσία καὶ πῆρε χῶμα ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ Ἁγίου, τὸ ἔβαλε στὸ ποτήρι του καὶ τὸ κατάπιε. Ἀμέσως θεραπεύθηκε καὶ τὸ διέδωσε καὶ σὲ ἄλλους ποὺ ἔπασχαν καὶ ὅλοι θεραπεύονταν μὲ τὸ χῶμα τοῦ τάφου του. Ἦταν ὁ γιατρὸς τὰ χρόνια ἐκεῖνα τῆς θέρμης, δηλαδὴ τῆς ἑλονοσίας.

 

Ἔσωσε ἀπὸ ἠλεκτροπληξία

Τὸν Γεώργιο Παπαθεοδώρου, ποὺ περιποιόταν τὸν τάφο τοῦ Ἁγίου, τὸν ἐκτύπησε ρεῦμα καὶ τὸν κόλλησε πάνω στὴν μπετονιέρα. Γύρισε ἡ γλῶσσα του καὶ φαινόταν πεθαμένος. Ἐκεῖ δίπλα του ἦταν ὁ ἀνεψιός του Χρυσοβαλάντης καὶ φώναξε:
– Ἅγιε Διονύσιε Γιατρᾶ, κάνε καλὰ τὸ θεῖο μου ποὺ σὲ ὑπηρετεῖ!
Ἀμέσως τότε ἐκεῖνος σηκώθηκε καὶ τὸ ρεῦμα ποὺ τὸν κτύπησε ἔφυγε ἀπὸ τὴ μασχάλη του. Ἔδωσε τότε ἐντολὴ στὸν ἀνηψιό του νὰ ἀνάψει μιὰ λαμπάδα στὸν Ἅγιο ποὺ τὸν γλύτωσε. Οἱ γιατροὶ ἀργότερα ποὺ τὸν εἶδαν ἀπόρρησαν πῶς ζοῦσε. Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ τὸ εἶδαν πολλοί.

 

Νουθετεῖ τοὺς εὐσεβεῖς

Ὁ Βαλάντης Μυλωνᾶς τοῦ Ἀναστασίου εἶπε πὼς τοῦ παρουσιάστηκε ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Γιατρᾶς καὶ τοῦ εἶπε νὰ μὴ βλασφημεῖ καὶ νὰ νηστεύει Τετάρτες καὶ Παρασκευές.

 

Ἡ πέτρα ἔγινε σοῦπα

Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Γιατρᾶς βρέθηκε στὰ βουνὰ τῆς Ζακύνθου, ὅπου ἔκανε ἐλεημοσύνες στοὺς φτωχούς. Ζητιάνευε ὁ ἴδιος ἀπὸ τοὺς πλούσιους καὶ τὰ μοίραζε στοὺς φτωχούς. Βρέθηκε στὴν ἄκρη ἑνὸς χωριοῦ, στὸ σπίτι μιᾶς χήρας ἄρρωστης μὲ μικρὰ παιδιά. Στὸ σακκούλι του δὲν εἶχε τίποτα φαγώσιμο. Λέει τότε στὴ χήρα ποὺ ἔκλαιγε, γιατὶ πεινοῦσαν τὰ παιδιά της, νὰ τοῦ φέρει μιὰ πέτρα. Τὴν ἔβαλε στὴν κατσαρόλα μὲ νερὸ καὶ ἔβρασε ἡ πέτρα καὶ ἔγινε μιὰ ὡραία σοῦπα ποὺ τὴν ἤπιαν τὰ παιδιά καὶ χόρτασαν.

Τὸ κεραμίδι ἔγινε καρβέλι

Στὰ βουνά, στὶς Μαριές, τὸν πλησίασε μιὰ φτωχὴ γυναίκα καὶ τοῦ ζήτησε ψωμὶ γιὰ τὰ παιδιά της. Δὲν εἶχε μαζί του τίποτα νὰ τῆς προσφέρει καὶ τῆς εἶπε:
– Πήγαινε καὶ φέρε μου ἕνα κεραμίδι.
Τὸ ἔβαλε στὴ θράκα, τὸ σταύρωσε καὶ τῆς λέει μετὰ ἀπὸ λίγο:
– Ξεσκέπασε τὴ θράκα.
Ἀμέσως πρόβαλε ἀντὶ γιὰ τὸ κεραμίδι ἕνα φουσκωτό, ζεστό, ἀχνιστὸ καρβέλι.

 

Τὰ χορταράκια τοῦ τάφου θαυματουργοῦν

Πολλὲς γυναίκες σήμερα παίρνουν ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ Ἁγίου χορταράκια, τὰ βάζουν στὸ νερὸ καὶ πιάνουν προζύμι ποὺ δίνει ψωμιὰ σὰν παντόφλες φουσκωμένα.

 

Οἱ λίρες ἔγιναν κάρβουνο

Ὁ Σπῦρος Γιατρᾶς ἦταν πολὺ φτωχός. Εἶχε τέσσερις κοπέλλες καὶ πολλὰ ἀγόρια. Τοῦ εἶπε ὁ Ἀσκητής νὰ πάει σὲ κάποιο μέρος, σὲ ἕνα ὕψωμα ποὺ ἦταν μιὰ ἐλιά. Ἐκεῖ νὰ σκάψει καὶ θὰ βρεῖ ἕνα πυθάρι γεμάτο χρυσὲς λίρες. Τοῦ τόνισε ὅμως νὰ μὴν πεῖ σὲ κανένα τίποτα, γιατὶ ἀντὶ γιὰ λίρες θὰ βρεῖ κάρβουνα. Ὁ Σπῦρος δὲν τὸ πίστεψε, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς πολλὲς φορὲς ποὺ τοῦ τὸ ἔλεγε κάλεσε ἐργάτες γιὰ νὰ σκάψουνε τὰ χώματα καὶ νὰ γελάσουν. Ὁ ἴδιος βοηθοῦσε στὸ σκάψιμο. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὴ ὥρα σκαψίματος ἄκουσε ἕνα χτύπο καὶ βρῆκε τὸ πυθάρι, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲ βάστηξε τὸ μυστικὸ ποὺ τοῦ εἶπε ὁ συμπονετικὸς Ἀσκητής, αὐτὸ ἦταν γεμάτο κάρβουνα.

 

Ἀσκητὴς μάρτυρας

Σιναΐτης ἀσκητής, πατὴρ Ἀδριανός, ἀπὸ τὴ Ζάκυνθο, ὁ ὁποῖος ἔκανε τριάντα χρόνια στὴν ἔρημο, διηγήθηκε ὅτι ὅταν ἦταν παιδὶ καὶ πήγαινε μὲ τὰ πόδια στὴν Ἁγία Μαῦρα ἐρχόταν καὶ προσκυνοῦσε πάντα τὸν τάφο τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Γιατρᾶ. Ἔλεγε μάλιστα ὅτι ὁ Ἅγιος Διονύσιος ἦταν μεγάλος μάρτυρας, γιατὶ ἐκεῖ ποὺ ἀσκήτευε στὶς ἐρημιὲς τὸν ἔδεναν οἱ δαίμονες καὶ τὸν χτυποῦσαν ἀπὸ τὸν ἕνα κορμὸ δένδρου στὸν ἄλλο σὰν χταπόδι. Αὐτὸς βογγοῦσε, ἀλλὰ ὑπέμενε.

 

Πιὲς νὰ γιατρευτεῖς!

Ἡ Σπυρούλα Μυλωνᾶ διηγήθηκε ὅτι ὁ ἀδελφός της κάποτε ἦταν πολὺ σοβαρὰ καὶ δὲν εἶχε ζωή. Τὸ βράδυ βλέπει στὸν ὕπνο της τὸν Ἅγιο Διονύσιο τὸν Γιατρᾶ καὶ τῆς εἶπε:
– Δίπλα ἀπὸ τὸν τάφο μου εἶναι ἕνα ποτήρι. Πᾶρε το, γέμισέ το χῶμα ἀπὸ τὸν τάφο μου καὶ δός του νὰ πιεῖ.
Ὅταν ἔγινε, ὅπως ὅρισε ὁ Ἅγιος ὁ ἀσθενὴς ἔγινε τελείως καλά.

 

Πηγή: «Διορατικοί Σύγχρονοι Ἀσκητές», Δρος Χαραλάμπους Μ. Μπούσια, ἐκδ. Ἀγαθός Λόγος, σέλ.28-47

 

 

Συντάκτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου