Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

Τῆς τά ’χε πεῖ ἡ Παναγία, προτοῦ πάει ὁ δράστης νά τη βρεῖ.

 

 «Ἂν εἶναι δυνατόν! Οὔτε οἱ χειρότεροι ἐχθροὶ τῆς Ἐκκλησίας δὲν τὸ κάνουν!Αὐτὸ εἶναι ἀνήκουστο!».
Ὁ κυρ Παναγὴς εἶχε αναψοκοκκινίσει.Τὰ μάτια του εἶχαν πεταχτεῖ ἀπὸ τὶς κόγχες.

Οἱ φλέβες στὸν λαιμό του φαίνονταν ἔντονα.Ἡ φωνή του ἔτρεμε ἀπὸ «ἱερὴ» ἀγανάκτηση.
Τὸν εἶχε καλέσει στὸ μοναστήρι τῆς Κλεισούρας ὁ πρόεδρος καὶ τὰ ἄλλα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, γιατὶ ἐκεῖνος, λέει, εἶχε σαφεῖς ἐνδείξεις γιὰ τὸ ποιός ἄδειασε τὸ παγκάρι τῆς Παναγίας.
Ἦταν σίγουρος ὁ κυρ Παναγὴς πὼς ὁ δράστης ἦταν ὁ Κυριάκος, αὐτὸ τὸ σιγανὸ ποταμάκι, ποὺ ὅλο μετάνοιες κάνει μπρὸς τὸ εἰκόνισμα τῆς Παναγίας.
Τὸν εἶδε σὰν ἔφευγε ἀπὸ τὸ μοναστήρι ἐκείνη τὴ βροχερὴ μέρα, ποὺ τὸν εἶχαν φωνάξει γιὰ δουλειά.
Τὴν ἴδια ἀκριβῶς μέρα ἀνακαλύψανε πὼς στὸ παγκάρι δὲν ὑπῆρχε οὔτε δεκάρα!
Στὴν εἴδηση τῆς κλοπῆς ἀναστατώθηκαν ὅλοι στὴν ἐπιτροπὴ τοῦ μοναστηριοῦ.
Ἔπρεπε πάσῃ θυσίᾳ νὰ βρεθεῖ ὁ δράστης καὶ νὰ τιμωρηθεῖ.


Κι ἐνῶ ὁ κυρ Παναγὴς ἦταν ἕτοιμος νὰ ἐκθέσει τὰ γεγονότα –μαζὶ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ δράστη – ἄξαφνα ἐμφανίστηκε μπροστά τους ἀκάλεστη ἡ γερόντισσα Σοφία.
Σηκώθηκαν ὅλοι ὄρθιοι ἀπὸ σεβασμὸ καὶ πρὶν προλάβουν νὰ καθίσουν, ἐκείνη ἀπευθύνθηκε στὸν κυρ Παναγή:
«Χάσ’ον ἀπ’ ἀδακά!Τὸν φτωχὸ τὸν ἄνθρωπο κυνηγᾶς;Δὲν φοβᾶσαι τὸν Θεὸ καὶ τὴν Παναγία;Πάψε!Ξέρει ἡ Παναγία τί ἔγινε!Πάψε!Νὰ σηκωθεῖς νὰ φύγεις».
Ὅλοι πάγωσαν.

Ἡ γερόντισσα Σοφία ἦταν ἕνα καθ’ ὅλα σεβαστὸ καὶ ἀποδεκτὸ πρόσωπο, ὄχι μόνο γιὰ τὴν ἐπιτροπὴ τοῦ μοναστηριοῦ, ἀλλὰ γιὰ ὅλη τὴν Κλεισούρα.
Ὁ λόγος της ἦταν ἐντολὴ γιὰ ὅλους, γιὰ τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς δεκάδες προσκυνητὲς ποὺ ἔφταναν καθημερινὰ στὸ μοναστήρι, ὕστερα ἀπὸ πολύωρη πεζοπορία, μόνο καὶ μόνο νὰ ἀκούσουν τὶς συμβουλές της, νὰ προσκυνήσουν τὴν Παναγιὰ καὶ νὰ πάρουν δύναμη στὸν ἀγώνα τους.
Δὲν τόλμησε κανεὶς νὰ πεῖ κάτι γιὰ τὴν κλοπὴ καὶ τὴ σκανδαλώδη κάλυψη τοῦ ἐνόχου ἀπὸ τὴ γερόντισσα Σοφία.

Ἡ συνεδρίαση ἔληξε βιαστικὰ καὶ ὅλοι γύρισαν στὰ σπίτια τους.
«Μὲ ἔσωσες θεια-Σοφία!».
Ἕνας φτωχοντυμένος ἄντρας ἔπεφτε λίγες μέρες μετά, συγκινημένος, μπροστὰ στὰ κοκκαλιασμένα πόδια τῆς Γερόντισσας.
«Μόλις τὸ μπορέσω, θὰ τὰ ἐπιστρέψω.Καὶ μὲ τὸ παραπάνω!Ἡ φαμελιά μου θὰ σὲ εὐγνωμονεῖ, μάνα μου!
Ὅταν εἶδα τὰ χρήματα στὸ παγκάρι, πῆγα στὴν εἰκόνα Της καὶ τῆς εἶπα:
“Παναγία μου, ἐσὺ ξέρεις τὴ φτώχεια μας!Πεινάνε τὰ πέντε παιδάκια μου.Συγχώρα με ποὺ παίρνω τὰ δικά σου χρήματα.Ὅταν εὐκολυνθῶ θὰ σοῦ τὰ ἐπιστρέψω μὲ τὸ παραπάνω”.»
Ἡ Γερόντισσα τὸν σήκωσε ἀπὸ κάτω.Ἤξερε ἐκείνη!
Τῆς τά ’χε πεῖ ἡ Παναγία, προτοῦ πάει ὁ δράστης νὰ τὴ βρεῖ.
Ἡ Μεγάλη Μάνα ἤξερε τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς του.
Γνώριζε πὼς λίγα-λίγα θὰ τὰ ἐπέστρεφε.Ὅπως κι ἔγινε ἀργότερα.Ὄχι μόνο τὰ ἐπέστρεψε, ἀλλὰ δὲν ξανάγγιξε ξένο πράγμα.

 Απόσπασμα από το βιβλίο "Γεροντικό Σύγχρονων Αγίων"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου