Ὁ λαὸς ἵσταται διὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ Συναξαρίου.
Συναξάριον.
Τῇ ΚΒʹ 22α τοῦ μηνὸς Μαΐου, μνήμη τοῦ ἁγίου μάρτυρος Βασιλίσκου (285-305), ἀνιψιοῦ τοῦ ῾Αγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῆς Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Δευτέρας Συνόδου, τῆς συγκροτηθείσης ἐν ἔτει τπαʹ (381), τῆς καθελούσης τὸν Μακεδόνιον, λέγοντα μὴ εἶναι Θεὸν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον.
Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τῶν ἁγίων μαρτύρων Αἰμιλίου καί Κάστου τῶν ἐν Καρχηδόνα (250)
Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Δονάτου, ἐπισκόπου Θμούεως, Μακαρίου πρεσβυτέρου καὶ Θεοδώρου διακόνου (316)
Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τῶν ἁγίων μαρτύρων Τιμοθέου, Φαυστίνου καί Βενούστου (362)
Ὁ Ἅγιος μάρτυς Κόδρος, ὑπὸ ἵππων συρόμενος, τελειοῦται
Ὁ Ἅγιος μάρτυς Μάρκελλος, μόλυβδον κοχλάζοντα ποτισθείς, τελειοῦται.
Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τῆς ἁγίας μάρτυρος Σοφίας τῆς ᾿Ιατροῦ
Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τῆς ἁγίας ῾Ελένης τῆς πριγκιπίσσης (4ο αἰών), συζύγου τοῦ αὐτοκράτορος Κλήμεντος Μαξίμου
Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τῆς ἁγίας μάρτυρος ᾿Ιουλίας, τῆς ἐν Κορσικῇ σταυρῷ τελειωθείσης (5ος αἰ. ).
Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ὁσίου πατρὸς ἠμῶν Ῥωμανοῦ, τοῦ ἐν τῷ ὄρει Σουμπιάκο τῆς ᾿Ιταλίας ἀσκήσαντος (560)
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Σάββα, μαθητοῦ Μεθοδίου τοῦ ἰσαποστόλου, φωτιστοῦ τῶν Σλάβων.
Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου μάρτυρος ᾿Ιωάννου τοῦ Βλαδιμήρου, βασιλέως τῶν ᾿Αχριδῶν, τοῦ Θαυματουργοῦ (1015)
Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τῆς ὁσίας μητρός ἠμῶν Καλῆς τῆς ἐλεήμονος καὶ θαυματουργοῦ. (ιδ´ αἰ.).
Ὁ Ἅγιος νέος Ἱερομάρτυς Ζαχαρίας, ὁ Προυσαεύς, ἀγχόνῃ τελειοῦται (1802).
Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου νεομάρτυρος Δημητρίου, τοῦ Πελοποννησίου, πολιούχου Τριπόλεως (1803).
Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου ὁσιομάρτυρος Παύλου, τοῦ ἐν Τριπόλει ἀθλήσαντος (1818).
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ οἱ Ἅγιοι νεο-ἱερομάρτυρες καὶ ὁμολογητές: Δημήτριος Βοσκρεσένσκι (1938) , Βασίλειος Κολόσοφ (1939), Νικηφόρος (Zaitsev, 1942) ἐν πολλαῖς βασάνοις, φυλακαῖς καὶ διωγμοῖς ὑπὸ τῶν ἀθέων μπολσεβίκων τελειωθέντες ἐν Ῥωσίᾳ.
Τῇ αὐτῇ μέρᾳ, Σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἐν Σοφιανοῖς
Κοίμησις τοῦ ὁσίου πατρὸς Βασιλείου Ζαλακώστα ἐξ Ἁγίου Γεωργίου Φιλιππιάδος Αρτης (2016).
Μνήμη Ἐθνομάρτυρος·
Στὶς 22 Μαΐου 1825, ἐδολοφονήθη ἡ Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, ἡ γιγαντόψυχη Κυρά, καὶ λεοντόκαρδη Καπετάνισσα τῆς Ἑλλάδος.
Στίχος
Ὁ Βασιλίσκος ἐκτομῇ δοὺς τὴν κάραν,
Πατεῖ νοητοῦ βασιλίσκου τὴν κάραν.
Εἰκάδι δευτερίῃ Βασιλίσκος φάσγανον ἔτλη
9. ΜΕΓΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ – ΛΑΣΚΑΡΙΝΑ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑ
π. Ἀνανία Κουστένη
Χριστὸς Ἀνέστη! Ἡ χθεσινὴ ἡμέρα, σεβαστοί πατέρες καὶ ἀγαπημένοι μου ἀδελφοί, ἦταν περίλαμπρη καὶ χαρμόσυνη καὶ πανηγυρική. Εμοιαζε μὲ Πάσχα, μὲ Κυριακή, μὲ μεγαλο γιορτή. Καὶ ἤτανε ἀπ’ ὅλα. Οἱ Θεόστεπτοι καὶ ἰσαπόστολοι μεγάλοι βασιλεῖς καὶ ἅγιοι Κωνσταντῖνος καὶ Ἑλένη περιέτρεχαν τὴν πατρίδα μας καὶ τὴν οἰκουμένη. Καὶ σκόρπιζαν, ὅπως καὶ τότε, ποὺ ζοῦσαν, κι ἀκόμη περισσότερο, τὴν ἀγάπη τους, τὴν εὐλογία τους, τὴ φροντίδα τους, τὴ στοργή τους, καὶ πρόσφεραν σκέπη καὶ ἀσφάλεια καὶ κάθε καλό. Κατάλαβαν ἀπὸ νωρὶς κι ὁ καθένας στὴν ὥρα του, τὸ πόσο καλὸ μᾶς ἔκανε ὁ Χριστὸς καὶ ἡ ἁγία του Ἐκκλησία, σ ̓ αὐτὴ τὴ δύστηνη καὶ πεσμένη καὶ ταλαίπωρη πλάση. Ἦταν ἀκριβῶς ἡ ἀγκαλιὰ τοῦ Χριστοῦ, καὶ εἶναι, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία. Καὶ ἡ Θεία Του Ανάστασις ἀποτελεῖ ἐγγύηση καὶ εἶναι καὶ ἡ δική μας Ἀνάσταση.
Γι’ αὐτὸ καὶ εἶχε χθὲς καὶ ἔχει καὶ στὴ συνέχεια ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία τόση χαρά. Κι ὁ λαός μας ὁ ἔνθεος καὶ ἔγκριτος, ποὺ ἀκόμα πιστεύει καὶ ζεῖ τὰ θεῖα, διαισθάνεται αὐτὴ τὴ μεγαλοσύνη, αὐτὴ τὴν προσφορά, αὐτὸ τὸ ὑπέροχο μεγαλεῖο τῶν δύο μεγάλων αὐτῶν αὐτοκρατόρων καὶ βασιλέων, τῶν Θεοστέπτων καὶ ἰσαποστόλων ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης. Γι’ αὐτό, κι ὅπως εἶνα ἄλλες φορές, βάζει ἀφειδῶς τὰ ὀνόματά τους. Ακόμη κι ἐκεῖνοι ποὺ σήμερα μᾶς κυβερνοῦν, παρότι ἔχουν κάποιες δυσκολίες μὲ τὴν πίστη, παροδικές, πιστεύω, καὶ φαινομενικές, ἔχουν ἀκριβῶς τὸ ὄνομα τοῦ πρώτου βασιλέως τῶν Χριστιανῶν, τοῦ προστάτου τῶν Ὀρθοδόξων αὐτοκρατόρων καὶ ἡγητόρων, ὅπως κι ἂν ὀνομάζονται σήμερα, εἴτε πρόεδροι εἴτε ὁτιδήποτε, δὲν παύει νὰ εἶναι ἡγήτορες καὶ δὲν παύει νὰ εἶναι ὁδηγηταὶ τῶν λαῶν, καὶ μάλιστα ἐδῶ, τοῦ δικοῦ μας Ἑλληνορθοδόξου λαοῦ, ὁ ὁποῖος πιστεύει, στὰ βάθη του, καὶ αὐτὸ εἶναι ποὺ τὸν κρατάει.
Γιατί διαφορετικά, βλέπετε, γίνονται ἔξω καὶ γύρω μας, πολλὲς φορές, καὶ μέσα μας τόσα ἀντιφατικά, τόσα παράταιρα, ποὺ θά ‘πρεπε ἢ νὰ ἔχουμε πάρει τὰ βουνὰ ἢ νὰ μᾶς ἔχει στρίψει ἢ νά ‘χουμε πεθάνει ἀπὸ τὴ λύπη μας. Κι ὅμως, τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτὰ σχεδὸν δὲν συμβαίνει. Γιατὶ μᾶς κρατάει, ἀκόμη, τὸ ὑπόλοιπο τῆς πίστεως καὶ τῆς εὐσεβείας, ποὺ ἔχουμε ὅλοι, μὰ ὅλοι, κι ἐκεῖνοι ποὺ δυσκολεύονται, μέσα στὰ κατάβαθα τῆς ὑπάρξεώς μας καὶ τῆς ψυχῆς μας καὶ ὀντότητός μας. Καὶ αὐτὰ τὰ κεφάλαια, τὰ ἀξόδευτα, ἀκόμη, κεφάλαια, μᾶς συγκρατοῦν καὶ μᾶς εὐφραίνουν. Κι ἀκόμα, μᾶς σπρώχνουν καὶ μᾶς φέρνουν, ξανὰ καὶ ξανά, στην ἅγια Ἐκκλησία. Καὶ προσκυνοῦμε τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ δοξάζομε τὴν ἁγία Του Ανάσταση.
Πῶς καὶ μὲ τί, ἀλήθεια, σεβαστοί μου πατέρες καὶ ἀγαπημένοι μου ἀδελφοί, νὰ εὐχαριστήσομε τὸν Κύριό μας, τὴν Παναγιά μας, τὴν ἀφέντρα, καὶ ὅλους τοὺς ἁγίους, ποὺ μᾶς προσφέρουν, καὶ συνεχίζουν νὰ μᾶς προσφέρουν, αὐτὸ τὸ μέγα καλὸ τῆς Θείας γαλήνης, τῆς Θείας εἰρήνης, τῆς οὐρανίου χαρᾶς καὶ τοῦ μεγίστου αὐτοῦ καὶ ὡραιοτάτου καὶ πανευφροσύνου συναισθήματος τὴν ὕπαρξη; Πῶς καὶ μὲ τί νὰ εὐχαριστήσομε; Γι’ αὐτὸ κάνει καλὸ καὶ συμφέρει καὶ νὰ σκεπτόμεθα καὶ νὰ ἀνακυκλώνομε στη μνήμη καὶ στὴν ψυχή μας τὰ Θεῖα δῶρα. Τὰ Θεῖα δῶρα τοῦ Χριστοῦ τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας, τὴ συμπαράσταση τῶν ἁγίων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὄχι πάνω ἀπὸ μᾶς. Εἶναι καὶ πάνω ἀπὸ μᾶς, ἀλλά, κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχήν, εἶναι ἀνάμεσά μας, μᾶς περιβάλλουν, «περίκεινται ἡμῖν», ὅπως θά ‘λεγε ὁ μέγας ἀπόστολος Παῦλος στην «Πρὸς Ἑβραίους» Ἐπιστολή του. Καὶ εἴμεθα καὶ εὑρισκόμεθα ὄντως «ἐν ταῖς λαμπρότησι τῶν ἁγίων».
Γι’ αὐτὸ καὶ ἀπὸ χθὲς αἰσθανόμεθα αὐτὴ τὴν ἰδιαίτερη χαρά, μὲ τὴ μνήμη τῶν μεγάλων Θεοστέπτων καὶ ἐνδόξων βασιλέων καὶ ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης. Θὰ πεῖτε, γιατί λέω ὅλους αὐτοὺς τοὺς τίτλους; Γιατὶ ἔχει σημασία ὁ καίσαρας νὰ γίνει Χριστιανός. Ἐκεῖ εἶν’ τὸ μεγαλεῖο τῆς Ἐκκλησίας. Στὸ γεγονὸς ὅτι ἔπεισε καὶ τὸν καίσαρα, ποὺ ἐδῶ ἦταν καλοπροαίρετος καὶ ὄχι κακοπροαίρετος, καὶ ἔγινε Χριστιανός, ὁ Μέγας καὶ ἅγιος Κωνσταντῖνος, ἐκ πεποιθήσεως καὶ ἔχοντας ἀγαθὴ ψυχὴ καὶ καλὴ προαίρεση. Τὸν ἐφώτισε ὁ Κύριος ἀπὸ τὸν οὐρανό, τοῦ ἐξαπέστειλε τὶς ἀκτίνες τοῦ Παναγίου Πνεύματος καὶ τὸ σημεῖον τῆς ἀγάπης Του. Τὸν ἔκανε νὰ δεῖ τὸ καταμεσήμερο στὸν οὐρανὸ τὸν Τίμιο Σταυρό, φτειαγμένο μὲ ἄστρα. Καὶ κάτω, στὴ βάση του, να γράφει: «Ἐν τούτῳ νίκα». Μὲ τοῦτο νὰ νικᾶς.
Κι ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας καὶ καλοπροαίρετος, ἐπληγώθη καὶ ἐλαβώθη ἀπ’ τὸν ἔρωτα κι ἀπ’ τὴ θέα κι ἀπ’ τὴν ἀγάπη τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ. Καὶ τὸν ἔβαλε ποῦ; Στὰ κατάβαθα τῆς καρδιᾶς του. Στὰ κατάβαθα τῆς καρδιᾶς του! Καὶ τοῦ παρουσιάστηκε καὶ ὁ Χριστος Κυρίου. Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός! Καὶ τοῦ εἶπε: «Κάνε το αὐτὸ σημαία καὶ λάβαρο. Βάλ’ το μπροστὰ καὶ προχώρα. Καὶ θὰ νικᾶς, μ’ αὐτό, τοὺς ἐχθρούς σου καὶ ἐχθρούς μου». Και σηκώθηκε. Καὶ τὸ ἔκανε σημαία.
Εἶναι ἡ ἴδια ἡ σημαία ἐκείνη, ποὺ ἔχομε κι ἐμεῖς οἱ Έλληνες Ὀρθόδοξοι, μέχρι σήμερα. Η σημαία, ποὺ σηκώνομε. Αὐτὸ τὸ ἱερὸ πανί. Τὸ ἱερὸ καὶ τὸ ἅγιο πανί, ποὺ ὑψώνομε, κάθε φορά, στὶς παρελάσεις, στὰ σπίτια μας ἢ ἔχομε πάντοτε, ὁπουδήποτε τιμοῦμε τὴ σημαία. Αὐτὸ εἶναι ἀκριβῶς τὸ λάβαρο τοῦ ἁγίου καὶ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Δηλαδή, ἡ ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ.
Γι’ αὐτὸ καὶ τόση μανία κατὰ τῆς Χριστιανικῆς Ἑλληνορθοδόξου σημαίας μας. Ἄλλοι τὴν καῖνε, ἄλλοι τὴν πατᾶνε, κάποια κυρία θὰ τὴν ντυθεῖ, ἄκουα το μεσημέρι στὶς εἰδήσεις, μαζὶ μὲ τὴν τουρκική. Λὲς καὶ ἡ σημαία εἶναι …, μὴν πῶ τί. Μὴν πῶ τί! Γι’ αὐτὴ τὴ σημαία μας ἔπεσαν παλληκάρια στοὺς πολέμους. Ἀπορφανίστηκαν οἰκογένειες καὶ γυναῖκες και μανάδες. Βυθίστηκαν στο πένθος ἀμέτρητες Ἑλληνικὲς Ὀρθόδοξες οἰκογένειες. Μά δὲν τὴν ὑπέστειλαν. Οὔτε τὴν πρόδωκαν. Οὔτε τὴν ἄφησαν στὰ χέρια τῶν ἀπίστων. Κι αὐτὸ εἶναι θυσία.
Κι ὅποιος κρατάει τη σημαία, μὲ πίστη καὶ ἀγάπη στὸν Χριστὸ καὶ στὴν πατρίδα, ἐκεῖνος εἶναι Χριστιανός. Ἐκεῖνος εἶναι ἀκόλουθος τοῦ ἁγίου καὶ Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ τῆς ἁγίας Ἑλένης, ποὺ τὸν βρῆκε στοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ τὸν ἐφανέρωσε. Ἐκεῖνος, ποὺ πέφτει ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος, πάει στὴν ἀγκαλιά τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγιᾶς. Κι ὅσες ἁμαρτίες καὶ κρίματα κι ἂν ἔχει – καὶ ποιός δὲν ἔχει, ἄλλωστε; – συγχωροῦνται. Καὶ μεταβαίνει στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ Ἰακώβ. «Ἐν τόπῳ φωτεινῷ, ἐν τόπῳ χλοερῷ, ἐν τόπῳ ἀναψύξεως, ἔνθα ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός».
Ἐκείνη τὴ σημαία ὕψωσε, στὶς 13 Μαρτίου, δώδεκα ἡμέρες πρὶν ἀρχίσει ἐπισήμως ἡ μεγάλη Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασις, ὕψωσε πρώτη, στὸ νησί τῶν Σπετσῶν, πρώτη, ἡ Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, τῆς ὁποίας, πρὶν λίγο, διαβάσαμε Τρισάγιο, ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς αὐτῆς. Γιατί, σὰν σήμερα, 22 Μαΐου 1825, καθὼς μπῆκε στὴ μέση, νὰ χωρίσει τὸν ἑτεροθαλῆ ἀδελφό της ἀπὸ ἕνα γυιό της, ποὺ μάλωναν μὲ τὰ ὅπλα, καθὼς μπῆκε στὴ μέση, μιὰ σφαῖρα ἀπὸ τοὺς δυὸ ἦλθε καὶ τὴν ἄφησε στὸν τόπο. Ποιός ξέρει γιατί μάλωναν αὐτοί; Προφανῶς θὰ εἶχαν ἄχτι καὶ τὴν Λασκαρίνα, γιατὶ ἐκείνη ὅλη τὴν ἀμύθητη περιουσία της τὴν ἀφιέρωσε στὴν πατρίδα καὶ στὴν πίστη. Κι ἔτσι ἄδοξα ἔφυγε ἡ μεγαλύτερη ἡρωίδα τοῦ 1821.
Γι’ αὐτό, κι ἂν κάποια γυναῖκα σήμερα εἶναι ἀνδρεία, καὶ μακάρι νά ‘χομε πολλὲς τέτοιες, τὶς χρειαζόμεθα, ἂν κάποια γυναῖκα εἶναι ἡρωίδα, ἂν κάποια γυναῖκα ἔχει πυγμὴ καὶ κτυπάει τὸ χέρι καὶ ἀκοῦνε ὅλοι, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, αὐτὴ τὴ γυναῖκα τὴ χαρακτηρίζομε, ἀκόμα καὶ σήμερα, ὡς Μπουμπουλίνα. Ἡ Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα γεννήθηκε 11 Μαΐου 1771 στὴ Βασιλεύουσα, ὅταν ὁ πατέρας της εἶχε συρθεῖ ἀπὸ τοὺς Τούρκους ἐκεῖ στὶς φυλακές, γιατί, τάχα, συνεργάστηκε μὲ τοὺς Ρώσους στὸν Ρωσοτουρκικὸ πόλεμο. Καὶ τὸν εἶχαν γιὰ ἐξόντωση. Καὶ ἡ Σκεύω, ἡ γυναῖκα του, πῆγε στὸν Σταυριανό τὸν Πινότση – ἀπὸ τὴν Ὕδρα κατήγοντο – νὰ τὸν δεῖ, νὰ τὸν ἀποχαιρετήσει, κι ἦταν ἔγκυος, ἦταν στὸν μῆνα της. Καὶ ἐγέννησε στη φυλακὴ καὶ μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ μελλοθανάτου ἀνδρός της Σταυριανοῦ τὸ πρῶτο της κορίτσι. Καὶ τὸ βάφτισαν οἱ προύχοντες τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Κι ἔδωσαν τὸ συμβολικὸ ὄνομα Λασκαρίνα.
Μὴν ξεχνᾶμε τὸν Θεόδωρο τὸν Α’, τὸν Λάσκαρη, τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας. Μὴν ξεχνᾶμε τὸν μεγάλο καὶ ἔνδοξο, ἡρωικὸ Ἰωάννη Βατάτζη Λάσκαρη, τὸν ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας, τὸν μεγαλύτερο σοσιαλιστὴ αὐτοκράτορα τοῦ Βυζαντίου καὶ τῆς οἰκουμένης. Πῆρε, λοιπόν, αὐτὸ τὸ συμβολικὸ ὄνομα ἡ Λασκαρίνα. Κι ὁ πατέρας της πῆρε τὴν τελευταία χαρὰ στὴ ζωή του, καθὼς εἶδε τὴν πρωτοκόρη του νὰ βγαίνει στὴ ζωὴ καὶ νὰ βαφτίζεται καὶ νὰ παίρνει αὐτὸ τὸ ἡρωικὸ ὄνομα. Καὶ ἀσφαλῶς, ὁ μεγάλος αὐτὸς πατριώτης, ὁ Σταυριανὸς Πινότσης, νὰ τὰ λέμε αὐτά, γιατὶ μᾶς κύκλωσαν οἱ βάρβαροι καὶ ἡ ἄγνοια κι ἡ καταστροφὴ τῆς ἱστορίας, ἔδωσε τὴν εὐχή του στὴν πρωτοκόρη του, νὰ τοῦ μοιάσει στὴν ἀνδρεία, στὴ λεβεντιά, στὴν πίστη, στὴ φιλοπατρία. Καὶ τὴν «ἔφτυσε», λέτε, «στὸ στόμα». Τοῦ ‘μοιασε καθ’ ὅλα.
Παντρεύτηκε δυὸ φορές. Οἱ ἄντρες της, Δημήτριοι καὶ οἱ δύο, πέθαναν στὸν πόλεμο με τους πειρατές. Κι ἐκείνη, ἀπ’ τὸν δεύτερο ἄντρα της Δημήτρη Μπούμπουλη, κληρονόμησε μεγάλη περιουσία. Μποροῦσε νὰ καθήσει καὶ νὰ ζήσει κι αὐτὴ σὰν πασᾶς καὶ σὰν ἀγᾶς, ποὺ ἔλεγε και χθες ὁ Μακαριώτατος. Νὰ ζήσει κι αὐτὴ καὶ νὰ χαρεῖ τὴ ζωή της, νὰ πάρει κι ἄλλον ἄντρα, ἦταν πολὺ νεαρά. Δὲν ἔκανε τίποτα ἀπ’ αὐτά. Κι ἐκεῖ ποὺ σκεπτότανε πῶς νὰ διαθέσει γιὰ τὴν πατρίδα, γιὰ τὴν πίστη καὶ τὸ Γένος, τὴν περιουσία της, τῆς ἔρχεται μια διαταγὴ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, πὼς ὁ σουλτάνος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ ἔκαναν κατάσχεση τῆς μεγάλης περιουσίας της, διότι καὶ ὁ ἄντρας της καὶ ὁ πατέρας της εἶχαν πολεμήσει γιὰ χάρη τῶν Ρώσων.
Τί νὰ κάνει; Ἀφήνει πίσω τὰ παιδιά, καὶ δὲν εἶχε λίγα, εἶχε ἕξι! Σήμερα, ἕνα κάνομε καὶ βαριόμαστε ἢ ἔχομε προβλήματα ἢ δὲν ἔχομε τί νὰ φάει. Εἶχαν τότε νὰ φᾶνε; Εἶχαν τότε νὰ ζήσουν; Κι ὅμως, ἔκαναν παιδιὰ καὶ γέμιζε ἡ Ἑλλάς Έλληνες. Σήμερα γεμίζει Αλβανούς, γεμίζει μαύρους, καὶ σὲ λίγο θὰ μποῦν καὶ μὲς στὰ σπίτια μας κι ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες θὰ ἀποτελοῦμε μειονότητα. «Στῶμεν καλῶς! Στῶμεν μετὰ φόβου!» Τί κάνει, λοιπόν, ἡ μεγάλη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα; Χμ… Ζώνεται τ’ ἄρματα, πετάει καὶ τὸ ταγάρι στὸν ὦμο, καὶ μιὰ καὶ δυὸ πάει γιὰ τὴ Βασιλεύουσα. Πῆγε ἀπὸ δῶ, πῆγε ἀπὸ κεῖ, ἀπελπίστηκε. Ὅλοι τῆς τά ‘φεραν δύσκολα. Τῆς τά ‘φεραν μαῦρα. Τὴν στενοχωροῦσαν.
Καὶ καθὼς ἐκεῖ μιὰ μέρα ἦταν ἀπελπισμένη στὴ Βασιλεύουσα, στὴν Κωνσταντίνου Πόλη, μπαίνει σὲ μιὰ ἐκκλησιά, καὶ πάει μπροστὰ στὸ εἰκόνισμα τῆς Παναγιᾶς καὶ γονατίζει καὶ τῆς λέει: «Μεγάλη Κυρά, ἄκου νὰ σοῦ πῶ. Να ξηγηθοῦμε οἱ δυό μας λεβέντικα. Ἡ μεγάλη Ἐσὺ κι ἡ μικρούλα ἐγὼ ἔχουμε νὰ ποῦμε δυὸ ρηματάκια. Δυὸ ρηματάκια, Παναγίτσα. Σὲ παρακαλῶ πάρα πολύ, τακτοποίησε ἐδῶ τὴν περιουσία μου. Καὶ σοῦ ὑπόσχομαι, μπροστὰ στη χάρη Σου, ὅτι, μέχρι τελευταία δεκάρα, ὅλα τὰ χρήματα, καὶ τὰ ἀκίνητα καὶ τὰ πάντα, θὰ τ’ ἀφιερώσω στὴ γλυκύτατη πατρίδα καὶ στὴν Ὀρθόδοξη πίστη μας». Και βγῆκε
ἔξω.
Πέρναγε ἀπ’ τὸ Πατριαρχεῖο. Μπαίνει μέσα, ἦταν ὁ Πατριάρχης, ἡ ψυχὴ τῆς Ἐπαναστάσεως, ἡ ὁρατὴ καὶ ἀόράτη, συνάμα, κεφαλὴ τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας. Ὁ ἅγιος καὶ ἔνδοξος ἱερομάρτυς, μετέπειτα, Γρηγόριος ὁ Ε’. Γρηγόριος ὁ Ε’! Τὸ ἐγκαύχημα τοῦ Γένους μας. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν πολεμοῦν κι αὐτὸν τόσο πολύ. Γιατὶ εἶναι καρυδιὰ μὲ καρύδια καὶ μάλιστα ἀφράτα καὶ μεγάλα. Μπαίνει μέσα καὶ τοῦ λέει: «Πατέρα μου, αὐτὸ κι αὐτὸ μοῦ ‘τυχε. Απ’ τὴν Παναγιὰ ἔρχομαι κι ἐσὺ εἶσαι ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Υἱοῦ της. Σε παρακαλῶ, δός μου λύση. Φέρε με σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν σουλτάνο ἢ ὅποιον ἄλλον». Κι ἐκεῖνος γνώριζε τὴ βασιλομήτορα, τὴ μάνα τοῦ σουλτάνου. Καὶ τὴ στέλλει κατ’ εὐθεῖαν ἐκεῖ. Καὶ γυναῖκες οἱ δυό, τὰ βρήκανε. Ἀποδέσμευσε τὴν περιουσία της ὁλόκληρη καὶ τῆς τὴν ἐχάρισε. Κάνουν κι οἱ Τοῦρκοι, πολλὲς φορές, εὐεργεσίες, ἅμα ὁ Θεὸς τὸ θέλει. Ἀκόμα καὶ ὁ διάβολος μᾶς εὐεργετεῖ, ἅμα ὁ Θεὸς τὸν βάνει ὄργανό του, νὰ μᾶς σώσει.
Καὶ γύρισε. Καὶ γύρισε! Ἀφοῦ εἶχε μυηθεῖ —πῶς νὰ γινόταν ἀλλοιῶς— ἀπὸ τὸν πατριάρχη στὴ Φιλικὴ Ἑταιρεία. «Γυναῖκα ἀνδρεία τίς εὑρήσει;», λέει ὁ μέγας καὶ σοφὸς Σολομών, ποὺ ἤξερε καλὰ ἀπὸ γυναῖκες. «Τιμιωτέρα δὲ ἐστὶ λίθων πολυτελῶν ἡ τοιαύτη». Εἶναι τιμιότερη κι ἀπ’ τὰ πολύτιμα λιθάρια αὐτὴ ἡ γυναῖκα, αὐτοῦ τοῦ είδους ἡ γυναῖκα. Ξαναπάει στη Βασιλεύουσα, βρίσκει τὸν πατριάρχη καὶ τοὺς ὑπόλοιπους καὶ κανονίζουν τὰ τῆς Ἐπαναστάσεως. Ένα χρόνο και κάτι, πρὶν τὴν Ἐπανάσταση. Καὶ τί κάνει αυτή; Τί κάνει αὐτή, μόλις γύρισε; Βάζει λεφτὰ καὶ ὅ,τι ἄλλο καὶ φτειάχνει, τί φτειάχνει; Τὸ πρῶτο πολεμικὸ πλοῖο, προσέξτε το αὐτό, τὸ πρῶτο πολεμικό πλοῖο τῆς σκλαβωμένης πατρίδος μας! Τὸ πρῶτο πολεμικὸ πλοῖο, νὰ τ ̓ ἀκούσουν ὅλοι, urbi et Orbi, τῆς σκλαβωμένης πατρίδος μας. Καὶ τὸ ὀνόμασε «Ἀγαμέμνονα». Τὸ ὀνόμασε «Ἀγαμέμνονα!»
Ήταν μεγάλο, τὸ ἐξόπλισε κι ἔβαλε πάνου δικούς της ἀνθρώπους ἀπ’ τὰ νησιά, ἐκεῖ, τοῦ Σαρωνικοῦ, ἀπὸ τὴν Ὕδρα καὶ κυρίως ἀπὸ τις Σπέτσες. Μετά τον θάνατο τοῦ πατέρα της, τὴν εἶχε φέρει ἡ μητέρα της καὶ ἔμεναν ἐκεῖ. Γι’ αὐτὸ τὴν ἔχει ἡ νῆσος τῶν Σπετσῶν, κυρίως, ἐγκαύχημα καὶ ἐγκαλλώπισμα καὶ τὴν τιμᾶ τόσο πολὺ τὴ Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Ἔβαλε, λοιπόν, δικούς της ανθρώπους. Καὶ νὰ φᾶνε ψωμάκι καὶ νὰ τῆς εἶναι πιστοί. Κι ἔλυσε τόσα οἰκονομικὰ καὶ κοινωνικὰ προβλήματα. Ἔχει σημασία αὐτό. Ἐδῶ οἱ ξένοι, ποὺ ἔρχονται, παίρνουν δικούς τους ἀνθρώπους καὶ οἱ Ἕλληνες μένουμε στὸν δρόμο, ἄνεργοι, φτωχοί, περιφρονημένοι, καὶ ἡ κρατικὴ ἀρωγὴ μᾶς ταλαιπωρεῖ τόσο πολύ, ὅσο κανέναν ἄλλον. “Ας ἔχουμε μυαλό κι ἂς ξεσηκωθοῦμε ψυχικὰ κι ἂς ἀναλάβομε τὶς εὐθύνες τῆς πατρίδος καὶ τῆς ψυχῆς μας καὶ τῶν νέων μας ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, οἱ Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί.
Στη συνέχεια ἔφτειαξε κι ἄλλα τέσσερα πλοῖα. Καὶ τὰ ἐπάνδρωσε. Κι ἀκόμα, κι ἕνα τάγμα στρατοῦ πεζικοῦ, μὲ ἄνδρες ἀπὸ τὶς ἡρωικὲς Σπέτσες. Καὶ στὶς 13 Μαρτίου 1821 ὕψωσε τὴ σημαία τῆς Ἐπαναστάσεως, πρώτη αὐτὴ ἀπὸ ὅλους, στὸ νησί τῶν Σπετσῶν, στὸ πλοῖο «Αγαμέμνων». Κι ἡ σημαία της εἶχε τὸν φοίνικα, πού ‘ναι σύμβολον τῆς ἀναγεννήσεως τοῦ ἔθνους μας, ὅπως καὶ τὸ πρῶτο νόμισμα, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση, τὸ νόμισμα τοῦ Καποδίστρια, ὀνομάζετο «Φοίνιξ». Εἶναι συμβολικὸ αὐτό.
Καὶ στὴ συνέχεια, ἀφοῦ εἶχε ἐκραγεῖ καὶ στὰ ὑπόλοιπα μέρη τῆς Πελοποννήσου καὶ τῆς Στερεᾶς καὶ ἀλλοῦ ἡ Ἐπανάστασις, ἡ Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα μάζεψε ὅλα τὰ πλοῖα τῶν νήσων τοῦ Ἀργοσαρωνικοῦ, καὶ στὶς 3 Απριλίου, Κυριακὴ τῶν Βαΐων, Κυριακὴ τῶν Βαΐων!, ὕψωσαν σ’ ὅλα τὰ πολεμικὰ πλοῖα τὴ σημαία τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ χαιρέτησαν αὐτὴ τὴ μεγάλη πράξη, αὐτὸ τὸ μεγάλο τόλμημα, με ἀμέτρητους κανονιοβολισμούς. Κι ἀπ’ τὰ κανόνια τῶν πλοίων,- ἀλλὰ κι ἀπ’ τὰ ὅπλα τῆς ξηρᾶς. Καὶ ἔγινε πανηγύρι.
Μπαίνει μπροστά ποιός ἄλλος; Ἡ Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα! Φορτώνει τὰ πλοῖα, λοιπόν, στρατιῶτες, βοηθητικό προσωπικό, ναῦτες κλπ., τὸ τάγμα τῶν πεζῶν, φορτώνει καὶ τὸ ἄλογό της, —ὁ Κολοκοτρώνης, λοιπόν, τῶν νήσων!— καὶ φτάνουν στοὺς Μύλους. Ἦταν Τετάρτη τῆς Διακαινησίμου. Μεγάλη Ἑβδομὰς γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησιά, ἀλλὰ καὶ Μεγάλη Ἑβδομὰς γιὰ τὴ σκλαβωμένη πατρίδα μας. Προχωροῦν ἀπὸ τοὺς Μύλους, ἡ Μπουμπουλίνα καβάλα στὸ ἄλογό της, ὡς γυναῖκα ἀνδρεία, φτάνουν στὸ Ἄργος. Καὶ οἱ κάτοικοι τοῦ Ἄργους καὶ τῶν πέριξ τοὺς ὑπεδέχθησαν μὲ ἀλαλαγμούς χαρᾶς, μὲ κανονιοβολισμούς, μὲ δάκρυα καὶ ἀσπασμούς. Καὶ ἔγινε Πάσχα. Καὶ ἦταν Πάσχα! Τετάρτη τῆς Διακαινησίμου. Καὶ τότε ἔκαναν συμβούλιο ὅλοι οἱ Ἀργεῖοι καὶ ὑπόλοιποι καὶ ἀνακήρυξαν την Μπουμπουλίνα Καπετάνισσα καὶ Κυρὰ ἀνδρειωμένη.
Ἐν τῷ μεταξύ, ἔγιναν οἱ μάχες του Βαλτετσίου, τῶν Βερβένων καὶ Δολιανῶν, καὶ νίκησαν οἱ μεγάλοι πολεμάρχοι Θεόδωρος Κολοκοτρώνης καὶ Νικηταρᾶς, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι καὶ κυρίως οἱ Μανιάτες, ποὺ ὑπερηπίζοντα τὴν περιοχή γύρω ἀπὸ τὴν Τριπολιτσά. Ὁ Χουρσὴτ πασᾶς, ποὺ πολιορκοῦσε τὸν Ἀλῆ Πασᾶ στα Γιάννενα, καὶ ποὺ ἦταν ὁ Χουρστ ὁ πασᾶς τῆς Πελοποννήσου, ἔστειλε τὸν Μουσταφάμπεη, τὸν Τάταρο αυτό, φοβερὸ Μουσταφάμπεη, τὸν ἔστειλε στὴν Πελοπόννησο, μὲ τρεισήμισυ χιλιάδες φοβερούς Τουρκαλβανούς, νὰ καταπνίξει τὴν Ἐπανάσταση. Ἀποβιβάστηκε στην Πάτρα, σταμάτησε στὴ Βοστίτσα, στὸ Αἴγιο, ἔκαψε καὶ λεηλάτησε την πόλη καὶ τὴν περιοχή, προχώρησε καὶ διὰ Κορίνθου, κι ἔφτασε στὸ Ἄργος. Ἀνάμεσα Ἄργους καὶ Ναυπλίου. Ἔλυσε την πολιορκία τοῦ Ναυπλίου, πού ‘χε κάνει ἡ Λασκαρίνα και οἱ ὑπόλοιποι, καὶ σὲ μιὰ συμπλοκὴ φονεύεται ὁ καλύτερος γυιός της, ὁ Γιάννης.
Σκεφθεῖτε τὸ πένθος, τὸν πόνο τῆς μητέρας, νὰ ἔχει στὴν ἀγκαλιά της τὸ ἡρωικό, ἀλλὰ καὶ ἄψυχο κουφάρι τοῦ μεγάλου γυιοῦ της, τοῦ καυχήματός της, τοῦ Ἰωάννη. Ἔκαμε, ὅμως, τὴν καρδιά της πέτρα. Ἔκαμε τὴν καρδιά της πέτρα καὶ προχώρησε. Ἔθαψε καὶ ἔκλαψε τὸν γυιό της, ἀλλὰ γιγαντώθηκε περισσότερο ἡ ψυχὴ καὶ ἡ καρδιά της καὶ ὁ ἔνθεος πόθος της νὰ ἐλευθερώσει τὴν πατρίδα. Καὶ φθάνει μὲ τ’ ἀσκέρι της στὴν Τριπολιτσά. Ἔξω ἐκεῖ ἀπὸ τὰ τείχη τῆς ἀθλίας Τριπολιτσᾶς, ὅπως λέει στὸν Ἐθνικὸ Ὕμνο ὁ μεγάλος ποιητής μας Διονύσιος Σολωμός. Ενώθηκε μὲ τὸν Κολοκοτρώνη καὶ μὲ τοὺς ἄλλους, καὶ πολιορκοῦσαν στενὰ τὴν Τριπολιτσά. Τρεῖς μέρες πρὶν τὴν ἅλωση, ἡ γυναῖκα τοῦ Χουρσήτ-πασᾶ, ποὺ ἦταν ἐκεῖ, μὲ ὅλη τὴ συνοδεία καὶ τὰ τιμαλφῆ καὶ τὰ ὑπόλοιπα, ζήτησε νὰ ἰδεῖ τὴν Μπουμπουλίνα. Κι ἐκείνη, ἀνδρεία, πῆρε στρατιῶτες καὶ συνοδεία καὶ μπῆκε στὴν Τριπολιτσὰ καὶ βρῆκε τὴ γυναῖκα τοῦ Χουρσήτ. Τὴ διαβεβαίωσε καὶ τὴν καθησύχασε καὶ τῆς ἔδωσε τον λόγο της —αὐτὸς εἶν’ ὁ λόγος, ἄγραφο συμβόλαιο — ὅτι θὰ τὴν φροντίσει, ἄμα γίνει ἡ ἅλωσις. Καὶ ὄντως, ὕστερα ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες, ἔγινε ἡ ἅλωσις. 23 Σεπτεμβρίου 1821. Μὴν τὰ ξεχνᾶμε αὐτά. Καὶ μπῆκε μέσα ὁ Θοδωράκης Κολοκοτρώνης μὲ τ’ ἄλογο κι ἡ Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Κι ἕνας τράβηξε κατὰ τοὺς Ἀλβανούς, νὰ τοὺς προασπίσει, —αὐτοὶ εἶναι οἱ Ἕλληνες, κι οἱ Ἀλβανοὶ ξέρετε τί εἶναι, λοιπόν— καὶ ἡ ἄλλη πῆγε κατ’ εὐθεῖαν στ’ ἀνάκτορα. Καὶ βρῆκε τὴ γυναῖκα τοῦ Χουρσήτ. Καὶ τῆς φέρθηκε μὲ λεβεντιά, ὅπως ξέρουν οἱ Ἕλληνες Ορθόδοξοι νὰ φέρονται. Μὲ λεβεντιὰ καὶ μεγαλεῖο, μὲ εὐγένεια καὶ καλοσύνη, καὶ μὲ φρόνημα ὑπέροχο. Καὶ τὴν ἔβγαλε ἔξω, μὲ ὅλη της τη συνοδεία. Τῆς ἔδωσε καὶ στρατὸ καὶ φρουρούς. Καὶ τῆς εἶπε νὰ πάει στὸ καλό. Κι ἔφυγε ἐκείνη γιὰ τὰ Γιάννενα.
Αὐτοὶ εἶναι οἱ Ἕλληνες, ἀδελφοὶ καὶ πατέρες μου! Ἔχουν καρδίαν οἱ Ἕλληνες! Οἱ Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες ἔχουν καρδίαν! Ἔχουν ἀγάπη. Ἔχουν αἰσθήματα. Καὶ ξέρετε, οἱ Τοῦρκοι, οἱ Τοῦρκοι τά ‘χουν χάσει μὲ τὴ συμπεριφορά μας. Τουλάχιστον τῶν παλαιοτέρων Ἑλλήνων ἀλλὰ καὶ τῶν νῦν. Καὶ τώρα πάλι ὑπάρχουν Ἕλληνες μὲ καρδιά. Εὐτυχῶς. Λένε: «Τους κάναμε τόσα. Τοὺς κρεμάσαμε. Τοὺς σκοτώσαμε. Τοὺς χαλάσαμε. Τοὺς κάναμε τὰ πάντα. Μέχρι καὶ τὴ Μικρασιατικὴ καταστροφή. Μέχρι καὶ τὴν Κύπρο, τελευταῖα». Καὶ μέχρι τόσα ποὺ κάνουν κάθε μέρα. Καὶ βγῆκε προχθὲς καὶ τὸ Σισμίκ, γιὰ νὰ μᾶς πεῖ χαιρετίσματα. Λοιπόν. «Κι ἐκεῖνοι δὲν μᾶς τὸ κρατᾶν. Μᾶς συγχωροῦν». Καὶ τώρα, δῶ, οἱ περισσότεροι Ἕλληνες εἶναι ἁπαλοί, δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς, μὲ τοὺς Τούρκους.
Δὲν ξέρω ποῦ ὀφείλεται. Στὴν Ὀρθόδοξη καρδιά μας. Στὴ μεγάλη μας ἀγάπη. Στὴν εὐγενική μας ψυχή. Στὴ χάρη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγιᾶς καὶ τῶν ἁγίων, ποὺ μᾶς δίνουν ἀποθέματα συγγνώμης, καλοσύνης, λεβεντιᾶς καὶ μεγαλείου. Που κανένα ἄλλο κράτος, κανένα ἄλλο ἔθνος, καμμία ἄλλη κοινότης στὸν κόσμο δὲν τὸ ἔχει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Καὶ μάθανε, λοιπόν, ὅπου γῆς, ὅτι εἴμεθα φιλάνθρωποι. Ὅτι εἴμεθα ἐλεήμονες. Ὅτι εἴμεθα ἤπιοι. Ὅτι εἴμεθα μαλακοί. Καὶ ἔφθασαν ἐδῶ, στὸ ἐνδοξότερο ἁλωνάκι τοῦ κόσμου, στὴν Ὀρθόδοξη πατρίδα μας, τὴν Ἑλλάδα, λαοί, φυλαὶ καὶ γλῶσσαι.
Καὶ μακάρι να ‘χαμε τὴ δύναμη καὶ τὴ Χάρη τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου, ποὺ τὴν ἔχει, ὄντως, ἡ Ἐκκλησία μας, αὐτοὺς τοὺς λαούς, αὐτὲς τὶς φυλὲς κι αὐτὲς τὶς γλῶσσες, νὰ τοὺς κάναμε Ὀρθόδοξους Χριστιανούς. Ελάχιστοι ἀπ’ αὐτοὺς εἶναι πρὸς ἐκκλησιασμόν. Καὶ μερικοὶ εἶναι πολὺ καλύτεροι ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες. Ἔχουν ψυχή. Ἔχουν αἰσθήματα. Ἔχουν ἀγάπη. Ἔχουν τὴν καρδιὰ τοῦ Ἀβραάμ. Αὐτοὶ εἶναι δεκτοὶ καὶ πάνδεκτοι, καὶ νὰ μείνουν ἐδῶ. Οἱ Ἕλληνες δὲν ἔχουμε τέτοια πράγματα, φυλετικές διακρίσεις, ποὺ μᾶς κατηγοροῦν ἐπ ̓ ἐσχάτων οἱ ὅποιοι ἐχθροί, μέσα καὶ ἔξω, γιὰ ρατσισμό. Μὰ ρατσισμὸ δὲν ὑφίστανται αὐτοὶ ποὺ ἔρχονται ἐδῶ. Ὑφιστάμεθα ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες ἐκ μέρους αὐτῶν. Τὸ καταλαβαίνετε; Ἐκεῖ πάει. Ἐμεῖς ὑφιστάμεθα τὸν ρατσισμὸ τῶν ἄλλων. Καὶ μοῦ ‘λεγε κάποιος: «Ἂν πᾶς ἕνα ἀλλοδαπὸ στὸ δικαστήριο ἢ ὁτιδήποτε, τὸ δικαστήριο θὰ ἀθωώσει αὐτὸν καὶ θὰ ἐνοχοποιήσει ἐσένα». Γι’ αὐτὸ κι οἱ Ἕλληνες πιὰ δὲν καταφεύγουν στα δικαστήρια. Καὶ δὲν καταφεύγουν στις νόμιμες ἀρχές. Γιατὶ εἶναι ὅλες ἐν διαλύσει.
Έτσι, λοιπόν, ἔφθασαν ἐδῶ λαοί, φυλαὶ καὶ γλῶσσαι. Περνοῦσα προχθὲς ἀπὸ τὸ κέντρο, νὰ πάω σὲ μιὰ ἐκκλησιά, λίγο, τὸ βραδάκι, κατὰ τὶς ὀκτώ, καὶ τί δὲν εἶδα; Οὔτε ἕναν «Έλληνα. Πάρτε τὴ Σοφοκλέους καὶ προχωρῆστε κάτω νὰ βγεῖτε πρὸς τὴν Πειραιῶς. Καὶ σιγά-σιγά, ἔρχονται καὶ πρὸς τὰ Ἐξάρχεια, εἶναι ἀμέτρητοι στὴν Κυψέλη, καὶ παντοῦ. Καὶ κάθε μέρα φθάνουν καὶ καταφθάνουν. Καὶ μᾶς ἐνοχλοῦν ὅλες τὶς ὧρες καὶ τὶς στιγμές. Εγώ, τουλάχι στον, ἔχω χάσει τὸν ὕπνο μου, ἔχω χάσει τὴν ἡσυχία μου, μὲ τοὺς Ἀραπάδες τῆς γειτονιᾶς. Δὲν φτάνει, ποὺ φωνάζουν καὶ καυγαδίζουν καὶ ὠρύονται μ’ αὐτὲς τὶς φωνές, πού ναι γιὰ τὴ ζούγκλα κι ὄχι γιὰ τὴν Ἑλλάδα! Έχει σημασία ποῦ εἶσαι ιθαγενής. Ὁ Θεὸς τοὺς ἔφτειαξε ἔτσι, και καλῶς τοὺς ἔφτειαξε, ἀλλὰ γιὰ τὶς ζούγκλες, πού ‘ναι μεγάλες καὶ ἀχανεῖς οἱ ἀποστάσεις, γιὰ ν’ ἀκούονται, οἱ καημένοι, ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλον καὶ νὰ μποροῦν νὰ συνεννοοῦνται.
Ἐδῶ, ὅμως, ἐμεῖς δὲν ἔχουμε σχέση μὲ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Ποτὲ δὲν ὑπῆρξαν ἐδῶ, παρότι ὑπάρχει τώρα καὶ μιὰ θεωρία, ποὺ κυκλοφορεῖ, γιὰ τὴ μαύρη, τάχα, Ἀθηνᾶ. Αὐτὰ εἶναι, ὅπως θά ‘λεγε ὁ μεγάλος Παπαφλέσσας, «αὐτὰ εἶναι κουραφέξαλα». Ἔτσι τά ‘λεγε ὁ μεγάλος Παπαφλέσσας. Εἶναι κουραφέξαλα. Ἀλλὰ συνέχεια, νύχτα καὶ μέρα, τὰ περισσότερα Μέσα Ενημερώσεως αὐτὰ πιπιλίζουν. Καὶ αὐτὰ λένε καὶ αὐτὰ τσαμπουνᾶνε συνέχεια. Μέχρι ποὺ νὰ κάνουν κι ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες νὰ τὰ πιστέψομε, νὰ τὰ υἱοθετήσομε. Ἀρκετοὶ τὰ ἔχουν πιστέψει! Καὶ τόλμησα, προχθές, στον Σταθμὸ τῆς Ἐκκλησίας, κι εἶπα γιὰ τοὺς λαθρομετανάστες δυὸ ρήματα ἀγάπης. Δὲν μιλάω ποτὲ μὲ κακία, τὸ ξέρετε, ἄλλωστε. Ἀλλὰ πάντοτε μὲ ἀγάπη. Καὶ μερικές φορές, μὲ παραπαίρνει καὶ μὲ παρασέρνει ὁ πόνος καὶ λέω δυὸ ρηματάκια παραπάνω. Καὶ μερικοὶ τηλεφώνησαν καὶ λέει: «Τί κάνετε; Τί λέτε, πάτερ; Μᾶς χαλάσατε τὴν καρδιά. Πιστεύαμε ὅτι εἶσαι καλός».
Ἐγὼ δὲν εἶμαι καλός. Ἐσεῖς ἐδῶ τὸ ξέρετε, τουλάχιστον. Δὲν εἶμαι καλός. Καλός εἶν’ ὁ Χριστός, ὅμως. Καλή εἶν ̓ ἡ Παναγιά. Καλὴ εἶν’ ἡ Ἐκκλησούλα μας. Καλοὶ εἶν’ οἱ ἅγιοι. Σωστικὸ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο. Καὶ καλή, καλή, καλὴ καὶ ἡ πατρίδα μας, ἡ Ὀρθόδοξος Ἑλλάς. Ἐνοχλοῦνται οἱ πάντες, οἱ περισσότεροι, ὅταν μιλᾶμε γιὰ τὴν πατρίδα, κι ὅταν τολμήσομε νὰ ἐπαινέσομε κάποιον, ἐνοχλοῦνται ὅλοι ἐν σώματι. Τόσα ἄλλα καλά, ποὺ λέμε, δὲν μᾶς λέει ἀπ’ αὐτούς, —ὄχι ἀπὸ σᾶς, ἐσεῖς εἶστε καλοί — ἕνα μπράβο, μιὰ καλὴ κουβέντα καὶ μιὰ προσευχή. Καὶ μιὰ προσευχή, νὰ μᾶς στηρίξει ὁ Κύριος.
Ἡ πατρίδα μας σὲ λίγο χάνεται. Ἐξαφανίζεται. Κι ἂν οἱ Ἕλληνες δεν ξυπνήσομε… Παλιά, τὰ κόμματα καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς, ὅταν ἤθελαν νὰ πετύχουν κάτι, — καὶ μπράβο τους, γιὰ μένα— ξήλωναν καὶ τὰ πεζοδρόμια, ἀκόμη! Το ξέρετε. Τά ‘χομε δεῖ οἱ μεγαλύτεροι. Ξήλωναν καὶ τὰ πεζοδρόμια! Τα κόμματα, οἱ συνδικαλισταὶ καὶ ὅποιοι ἄλλοι. Καὶ πέρναγαν ὡς θύελλα. Ὡς ἡ μάστιγα τοῦ Θεοῦ. Ὡς ἡ μάστιγα τῶν κοινωνικῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ἄνθρωπίνων, γενικότερα. Καὶ τὰ πετύχαιναν! Καὶ κατόρθωσαν, ὅμως, νὰ χαλάσουν τὴν πατρίδα μας, τὴν ἱστορία μας, τὴ νεολαία μας, τὴ γλῶσσα μας. Δὲν πέρασαν τὸν μαρξισμὸ στὴ δεκαετία του ’40, 50. Τὸν πέρασαν τώρα. Τα ‘λεγε ὁ Γέροντας Πορφύριος. «Περνάνε μαρξισμὸ κι ἐσεῖς», λέει, «χειροκροτεῖτε τὴ δημοκρατία!» Εἶναι ρῆμα τοῦ Γέροντος.
Ας ξυπνήσομε οἱ Ὀρθόδοξοι Έλληνες. Κι ἂς κάνομε —ἐγὼ δὲν ξέρω τί νὰ κάνω, ἅμα ἤξερα, θα ‘κανα κι ὁ ἴδιος— ἂς κάνομε αὐτὸ ποὺ θὰ μᾶς φωτίσει ὁ Θεός, θὰ μᾶς φωτίσει ἡ πατρίδα, θὰ μᾶς φωτίσουν οἱ ἥρωες. Γιατὶ εἶμαστε ὑπόλογοι απέναντι σ’ αὐτοὺς ποὺ ἔπεσαν ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος. Ἀπέναντι σ’ αὐτοὺς ποὺ ἔδωσαν τὰ πάντα γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὴ Ρωμιοσύνη. Ἀπέναντι στὸν ἅγιο καὶ Μεγάλο Κωνσταντῖνο καὶ στὴν ἰσάξια μητέρα του ἁγία Ἑλένη, τοὺς Θεοστέπτους βασιλεῖς τῆς Ρωμιοσύνης καὶ τοῦ κόσμου. Θὰ εἴμαστε ὑπόλογοι ἀπέναντι στὴ Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, ποὺ τὰ ἔδωσε ὅλα αὐτὴ ἡ ψυχή, γιὰ τὴν πίστη καὶ τὸ Γένος. Σ’ αὐτὴ τὴν ἡρωίδα. Θὰ εἶμαστε ὑπόλογοι ἀπέναντι σ’ ὅλους τοὺς ἥρωες καὶ στοὺς νεομάρτυρες καὶ στὶς ἡρωίδες, καὶ σὲ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔπεσαν ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος.
Καὶ θά ‘μαστε, ἀκόμα, ὑπόλογοι, καὶ στὰ παιδιά μας. Προπαντός στὰ παιδιά μας. Σ’ αὐτὰ ποὺ γεννήθηκαν καὶ σ’ αὐτά, ποὺ δὲν ἀφήσαμε νὰ γεννηθοῦν. Καὶ σ ̓ αὐτὰ ποὺ σκοτώσαμε ἀπ’ τὴν κοιλιὰ τῆς μάνας των. Ἀλλὰ καὶ σ’ αὐτά, ποὺ θὰ ἔλθουν. Μᾶς ἔφεραν τὴ μόδα τῶν ἐκτρώσεων. Μᾶς ἔφεραν τὴ μόδα τῆς ἀποφυγῆς τῆς τεκνογονίας. Νά, πῶς λιγοστεύει ἡ Ἑλλάς. Καὶ νά, πῶς ἁλώνεται ἀπὸ τοὺς βαρβάρους, κατὰ τρόπον εἰρηνικόν. Δὲν εἶναι μόνο οἱ μάχες κι οἱ παλληκαριές, που δὲν περνᾶν σήμερα, ἀλλὰ εἶναι ὅλοι οἱ ἄλλοι τρόποι.
Καὶ μᾶς ἔφεραν, ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς ἔφεραν, κι ἂς ὄψονται κι ἂς τὸ βροῦν ἀπὸ τὸν Θεό, μᾶς ἔφεραν σὲ δεύτερη Τουρκοκρατία, πού ‘ναι πιὸ ὕπουλη, πιὸ καταχθόνια, πιὸ ἀποτελεσματική. Καὶ μᾶς ἔριξε σ’ ἕναν ὕπνο βαρούχειο.
Καὶ μᾶς ἔφερε σὲ μιὰ νεκροφάνεια. Καὶ μᾶς ὁδήγησε σὲ μία σύγχυση. Καὶ μᾶς ἔφτασε σὲ μιὰ διαίρεση, μὲ την κατάρα τῶν κομμάτων, ὅλων τῶν κομμάτων. Δὲν μιλῶ ὡς ἐκπρόσωπος κανενός κόμματος. Οὔτε ποτὲ εἶχα σχέση. Οὔτε θέλω νὰ ἔχω. Ὁμιλῶ ὡς Ἕλλην ἱερεύς. Μὲ πόνο και ἀγάπη. Μὲ θλίψη καὶ στενοχώρια. Καὶ δὲν μιλῶ τώρα. Οἱ παλαιότεροι το ξέρετε.
Ἀπ ̓ τὸ 84, πού ‘μεθα δῶ, μέχρι τώρα, ἐπιμένω, ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα, ὅτι πρέπει νὰ φροντίζομε τὴν ψυχή μας. Τὴν Ὀρθόδοξη ψυχή μας. Νὰ φροντίζομε τὴν πατρίδα μας. Νὰ σεβόμεθα τὴν ἱστορία μας. Νὰ φρουρούμε τὴ γλῶσσα μας. Νὰ κρατοῦμε τὶς ἱερὲς καὶ ἅγιες παραδόσεις μας. Καὶ νὰ ἔχομε τὸ φῶς τοῦ κόσμου στὶς ψυχὲς καὶ στὴ ζωή μας καὶ στὶς καρδιές μας. Καὶ τότε, ποιός θὰ τολμοῦσε νὰ βάλει χέρι στὴν πατρίδα καὶ στὶς ψυχές μας; Κι ἂν κάποιος ἔβανε, θὰ τὸ μετάνοιωνε πικρά.
Ἀλλά, δυστυχῶς, ἡ δικαιοσύνη ἐκοιμήθη μέσα στὶς ψυχές μας, στὶς οἰκογένειες καὶ φαμελιές μας καὶ στὴν πατρίδα μας καὶ στὴν Οἰκουμένη. Καὶ ὅλα τὰ ὄρνεα τοῦ κακοῦ ἄρχισαν καὶ κρώζουν. Καὶ πετᾶνε πάνω ἀπ’ τὰ κεφάλια μας. Καὶ μπαίνουν καὶ στὰ σπίτια μας, μὲ τὴ δασκάλα τῆς ζωῆς μας, τὴν τηλεόραση, καὶ ὄχι μόνο. Καὶ μᾶς δημιουργοῦν τόσο μεγάλο κακό. Τόσο μεγάλη σύγχυση. Ποὺ ἂν σηκωνόντουσαν οἱ Κολοκοτρωναῖοι καὶ οἱ ὑπόλοιποι, θὰ «ἔκλαιαν τὴν Ἑλλάς», ὅπως λέει ὁ ἴδιος στὰ «Απομνημονεύματά» του, δηλαδή, τὴν Ἑλλάδα. Δὲν ἤξερε γράμματα, ἀλλὰ ἤξερε ἄλλα γράμματα καὶ ἔκαμε θάματα.— Καὶ θὰ μᾶς κλαίγανε. Αλλά, κι ἐκεῖ ποὺ εἶναι καὶ μᾶς βλέπουν, στενοχωροῦνται, κλαῖνε, ὑποφέρουν καὶ ὑψώνουν ἐκεῖνα τὰ χεράκια τους, ποὺ πολέμησαν ὑπέρ πίστεως καὶ πατρίδος. Καὶ ὑψώνουν ἐκεῖνα τὰ ματάκια τους, πρὸς Τὸν «δυνάμενον σώζειν», πρὸς τὸν Μεγαλομάρτυρα τοῦ Γολγοθᾶ, πρὸς τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ Ἀναστημένο Χριστό μας. Καὶ Τὸν παρακαλοῦν, θερμὰ καὶ ἐγκάρδια, γιὰ τὴν πίστη καὶ τὸ Γένος.
Ας δώσει ἡ χάρις τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγιᾶς καὶ τῶν ἰσαποστόλων, μεγάλων βασιλέων καὶ Θεοστέπτων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης καὶ τῶν ὑπολοίπων ἁγίων καὶ ἡρώων, μικρῶν καὶ μεγάλων, ἂς δώσει νὰ ξυπνήσουμε. Νὰ ξυπνήσουμε ὅλοι. Νὰ Ἀναστηθοῦμε ὅλοι. Κι ἂς δώσει, πρῶτα καὶ κύρια, νὰ ἀναστηθοῦν καὶ νὰ ἀναγεννηθοῦν ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς κυβερνοῦν καὶ φέρουν καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου καὶ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ἡ εὐχή του ἂς τοὺς φωτίσει. Ἂς τοὺς εὐλογήσει. Ὁ Χριστὸς ἂς τοὺς συγχωρήσει. Κι ἂς ἔλθουν ξανά προσκυνηταὶ στὴν ἅγια Του Ἐκκλησία. Στὴν Ἑλληνικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Νὰ Τοῦ ζητήσουν συγγνώμη. Καὶ συνάμα τὸ φῶς καὶ τὴ χάρη Του, νὰ κυβερνήσουν, ὅπως κυβέρνησαν οἱ μεγάλοι καὶ Θεόστεπτοι βασιλεῖς Κωνσταντῖνος καὶ Ἑλένη. Κυβέρνησαν τὴν πατρίδα μας, κυβέρνησαν καὶ τὴν Οἰκουμένη, «μὲ λογισμό καὶ μ ̓ ὄνειρο», μ’ ἀγάπη καὶ θυσία.
Γι’ αὐτό, οὔτε ἡ Ἐκκλησία οὔτε ἡ ἱστορία οὔτε οἱ λαοὶ καὶ τὰ ἔθνη πρόκειται νὰ ξεχάσουν τὸν ἅγιο καὶ Μεγάλο Κωνσταντῖνο καὶ τὴν ἁγία Ελένη. Γιατί, μέσα στὰ ἔργα ἐκείνων καὶ στὶς μεγάλες τους πράξεις, ἀναπνέομε ἀκόμα. Κατοχύρωσαν, μὲ νόμο καὶ μὲ διάταγμα καὶ μὲ συμφωνία, τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου, ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Όποιοι κι ἂν ἦσαν, ὅπου κι ἂν ἦσαν, ὅπως κι ἂν ἦσαν.
Κατοχύρωσαν τὰ δικαιώματά τους. Καὶ μέσα σ’ αὐτὸ τὸ ἀγέρι τῆς ἀνεξιθρησκίας, με κάποια διαλείμματα, ἀναπνέομε μέχρι σήμερα. Καὶ οἱ Ἕλληνες καὶ πάντα τὰ ἔθνη. Ὕστερα δέ, μετέφερε τὴν πρωτεύουσα στὴν Ἀνατολὴ καὶ τὴν βάφτισε στὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἔντυσε τὸν Χριστό. Καὶ τὴν ὀνόμασε Νέα Ρώμη καὶ Κωνσταντινούπολη. Καὶ ἐπὶ 1118 ἔτη καὶ 23 ἡμέρες, η Πόλις αὐτή, ἡ Θεοφρούρητος, ἡ Πόλις τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ τῶν λοιπῶν αὐτοκρατόρων, τῶν ἡρώων καὶ τῶν ἁγίων, ἐστάθη κυματοθραύστης κατὰ τῶν πολεμίων καὶ τῶν βαρβάρων. Καὶ ἐγλύτωσε τὴν ἀνθρωπότητα ἀπὸ τὴ βαρβαρότητα καὶ τὸ σκοτάδι, ποὺ τόσες φορὲς ἐπετέθη, ἀλλὰ ἡ Ὑπέρμαχος Στρατηγὸς καὶ οἱ ἅγιοι καὶ οἱ αὐτοκράτορες καὶ οἱ γενναῖοι προπάτορές μας τοὺς ἔτρεψαν εἰς φυγήν. Καὶ τοὺς ἔστειλαν ἀπὸ κεῖ ποὺ ἦλθαν.
Ὅταν ἔπεσε η Πόλις, ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ἡ Ἑλλὰς καὶ ὁ κόσμος μπῆκε στὸν Τροπικὸ τῆς Βαρβαρότητος. Καὶ πέρασε καὶ περνάει τόσα. Ἀλλὰ γι’ αὐτὸ θὰ μιλήσομε, σὺν Θεῷ, στὴν ἑπόμενη συνάντησή μας, με θέμα «Ἅλωση καὶ Ἅλωση». Σᾶς εὐχαριστῶ ὁλόψυχα, ποὺ ἦρθατε μὲ τὴν ψυχή σας καὶ μὲ τὴν ἀγάπη σας, νηστικοὶ καὶ κουρασμένοι οἱ περισσότεροι, καὶ κάναμε ἐδῶ τὴν Παράκληση τῶν ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης, τὸ τρισάγιον τῆς Μπουμπουλίνας, καὶ τὴν ταπεινὴ αὐτὴ ὁμιλία. Ἂν ἔχει καὶ κάποιες φραστικὲς ὑπερβολές, θέλω καὶ πάλι νὰ μὲ συγχωρήσετε, γιατί προέρχεται ἀπὸ ἀγάπη καὶ πόνο καὶ γίνεται πάνω ἀπ’ αὐτὰ καὶ μ’ αὐτὰ ἡ παραφορά. Θέλω νά ‘χω τη συγγνώμη καὶ τὴν ἀγάπη σας καὶ προπαντὸς νὰ προσευχόμεθα ὅλοι γιὰ τὴν πίστη καὶ γιὰ τὸ Γένος καὶ νὰ ἀναδείξει ὁ Χριστὸς καὶ νέους Μεγάλους Κωνσταντίνους καὶ ἁγίες Ἑλένες ἀλλὰ καὶ νέες Μπουμπουλίνες, Κολοκοτρωναίους, Παπαφλέσσηδες καὶ τοὺς ὑπόλοιπους. Χίλια εὐχαριστῶ.
Ἐξεφωνήθη την 22α Μαΐου 2002
Λόγοι για τους ήρωες του 1821, πατρός Ανανία Κουστένη, 9. Μέγας Κωνσταντίνος – Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα .. 172-,
Ο Άγιος Κωνσταντίνος και η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα π Ανανίας Κουστένης 22.5.2002
https://www.youtube.com/watch?v=F48SIB-hpiQ
Αγιασμένες πνοές της Ρωμιοσύνης…
https://iconandlight.wordpress.com/2026/03/25/%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%b1%cf%83%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b5%cf%82-%cf%80%ce%bd%ce%bf%ce%ad%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%cf%81%cf%89%ce%bc%ce%b9%ce%bf%cf%83%cf%8d%ce%bd%ce%b7%cf%82/
Πάτερ, ετοιμάσου να γίνης Δεσπότης…. Ο άγιος Νεκτάριος προαναγγέλλει την εκλογή του αγίου επισκόπου Σιατίστης Αντωνίου – Γερόντισσα Σαλώμη εκ Θέρμου
https://iconandlight.wordpress.com/2023/05/21/%ce%bf-%ce%ac%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%82-%ce%bd%ce%b5%ce%ba%cf%84%ce%ac%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%82-%cf%80%cf%81%ce%bf%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%ad%ce%bb%ce%
bb%c
e%b5%ce%b9-%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%b5-2/
Η παγκοσμιοποίηση είναι η κατάρα των καιρών μας. Πόσο ελεεινός είναι ο Ευρωπαίος άνθρωπος όταν εκστρατεύει κατά του Ουρανού..! Ίσως σου φανεί σκληρός αυτός ο λόγος. Αλλά εγώ πνίγομαι αληθινά μέχρι φρίκης από την εικόνα της επικαιρότητάς μας. Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς – Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ
https://iconandlight.wordpress.com/2023/05/23/%ce%b7-%cf%80%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%bf%cf%83%ce%bc%ce%b9%ce%bf%cf%80%ce%
bf%ce%
af%ce%b7%cf%83%ce%b7-%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b1%ce%b9-%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%ac%cf%81%ce%b1-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%ba/
Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος δʹ.
Ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, χαροποιήσας τοὺς Μαθητάς, τῇ ἐπαγγελίᾳ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, βεβαιωθέντων αὐτῶν διὰ τῆς εὐλογίας, ὅτι σὺ εἶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Λυτρωτὴς τοῦ κόσμου.
Ἀπολυτίκιον τοῦ ἁγίου μάρτυρος Βασιλίσκου
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον
Ὡς βασίλειον δῶρον καὶ θῦμα ἅγιον, τῷ Βασιλεῖ τῶν αἰώνων καὶ ἀθλοθέτῃ Θεῷ, δι’ ἀθλήσεως στερρᾶς προσήχθης ἔνδοξε· σὺ γὰρ τὴν πλάνην καθελὼν, στρατιώτης εὐκλεὴς, πανεύφημε Βασιλίσκε, τῆς ἀληθείας ἐδείχθης, Χριστῷ πρεσβεύων ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.
Ἀπολυτίκιον τῆς Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Δευτέρας Συνόδου.
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς Δευτέρας Συνόδου ὑποφῆται καὶ σύνεδροι, ἑκατὸν πεντήκοντα θεῖοι, Ἱεράρχαι μακάριοι, οἱ στόματι κηρύξαντες σοφῷ, τοῦ Πνεύματος τοῦ θείου τὴν ἰσχύν, πάσης βλάβης καὶ αἱρέσεως χαλεπῆς, λυτρώσασθε τοὺς ψάλλοντας· δόξα τῷ θαυμαστώσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ μεγαλύντι, δόξα τῷ βεβαιοῦντι δι’ ὑμῶν πιστῶν τὴν διάνοιαν.
Ἀπολυτίκιον τῶν ἁγίων Δημητρίου καί Παύλου τῶν Πελοποννησίων.
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς Τριπόλεως δόξα καὶ θερμοὶ ἀντιλήπτορες, ἀθλήσαντες ἐν ταύτῃ, Νεομάρτυρες ὤφθητε, Δημήτριε γενναῖε Ἀθλητά, καὶ Παῦλε τῶν Μαρτύρων μιμητά· διὰ τοῦτο τὴν ἁγίαν μνήμην ὑμῶν, τιμῶμεν ἀνακράζοντες· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι δι’ ὑμῶν, πᾶσιν ἰάματα.
Ἀπολυτίκιον τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου
Ἦχος δ’.
Κανόνα πίστεως καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας Διδάσκαλον, ἀνέδειξέ σε τῇ ποίμνῃ σου, ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια· διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια, πάτερ Ἱεράρχα Ἀντώνιε· πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν
Δόξα· καὶ νῦν. Τῆς Ἑορτῆς.
Ἦχος πλ. βʹ.
Ἐν τοῖς ὄρεσι τοῖς ἁγίοις, θεωροῦντές σου τὰς ὑψώσεις Χριστέ, τὸ ἀπαύγασμα τῆς δόξης τοῦ Πατρός, ἀνυμνοῦμέν σου τὴν φωτοειδῆ τοῦ προσώπου μορφήν· προσκυνοῦμέν σου τὰ παθήματα· τιμῶμεν τὴν Ἀνάστασιν, τὴν ἔνδοξον Ἀνάληψιν δοξάζοντες· ἐλέησον ἡμᾶς
Εἰς τὸν Στίχον.
Ἦχος πλ. α΄. Χαίροις ἀσκητικῶν.
Χαίροις, Νεομαρτύρων δυάς, ἄνθη νεόβλαστα ἀρτίως ἀνθήσαντα, λειμῶνι τῆς εὐσεβείας, καὶ οὐρανίαις ὀδμαῖς, Ἐκκλησίαν πᾶσαν κατευφραίνοντα· ἀστέρες νεόφωτοι, οἱ ἀγώνων ταῖς λάμψεσι, νύκτα βαθεῖαν, ἀσεβείας μειώσαντες, καὶ τὸ πλήρωμα, τῶν πιστῶν καταυγάσαντες. Μάρτυρες ἀεισέβαστοι, Ἀγγέλων συνόμιλοι, τῶν Ὀρθοδόξων ἡ δόξα, Παῦλε ὁμοῦ καὶ Δημήτριε, Χριστὸν δυσωπεῖτε, ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν δοθῆναι, τὸ μέγα ἔλεος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου