
μ. Θεόκτιστος ὁ Κρής:
«Ἔρχονται ἐδῶ στὸ μοναστήρι καμιὰ φορὰ ἄνθρωποι ποὺ ἑτοιμάζονται νὰ βαφτίσουν ἕνα παιδάκι καὶ μὲ ρωτοῦν:
«Πάτερ, τί σταυρὸ νὰ πάρουμε; Χρυσό; Πόσα καράτια; Νὰ εἶναι μεγάλος; Νὰ εἶναι μικρός;»
Καὶ τοὺς λέω:
«Βρὲ παιδιά, ἕνα ξύλινο σταυρουδάκι πᾶρτε του».
Μὲ κοιτάζουν.
«Ξύλινο, πάτερ; Γιὰ τὴ βάφτιση;»
Ἔ, ξύλινος δὲν ἦταν καὶ ὁ πρῶτος; Τί φοβόμαστε; Μήπως στενοχωρηθεῖ ὁ Χριστὸς ἐπειδὴ δὲν κάναμε τὸν Σταυρὸ Τοῦ χρυσό;
Ὁ Χριστὸς ἐπάνω σὲ ξύλο ἀνέβηκε. Ἐμεῖς γιατί θέλουμε νὰ κατεβάσουμε τὸ ξύλο καὶ νὰ κρατήσουμε τὸ χρυσάφι;
Δὲν εἶναι κακὸς ὁ χρυσός. Μὴ λέμε ὑπερβολές. Οὔτε κάνει κακὸ ἡ γιαγιὰ ποὺ θέλει νὰ χαρίσει ἕναν χρυσὸ σταυρὸ στὸ ἐγγονάκι της. Ἀγάπη ἔχει.
Ἀλλὰ θέλει προσοχὴ ἡ καρδιά. Γιατί μπορεῖ σιγά-σιγά νὰ ξεχάσουμε τί φορᾶμε καὶ νὰ θυμόμαστε μόνο πόσο κόστισε. Καὶ τότε ὁ Σταυρὸς γίνεται κόσμημα.
Μὰ ὁ Σταυρὸς δὲν δόθηκε στὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ τὸν στολίζει.
Δόθηκε γιὰ νὰ τὸν ἀλλάζει.
Γι’ αὐτὸ λέω στοὺς νονούς:
«Μὴ βασανίζεστε τόσο μὲ τὸν σταυρό. Τὸ λάδι νὰ προσέξετε».
«Ποιό λάδι, πάτερ;»
Τὸ ἐπορκιστὸν ἔλαιον. Ἐκεῖ νὰ σταθεῖτε λίγο. Πρὶν βάλει ἡ Ἐκκλησία τὸ παιδάκι μέσα στὸ νερό, τὸ ἀλείφει μὲ λάδι. Ὅπως ἀλείφονταν οἱ ἀθλητὲς πρὶν μποῦν στὸν ἀγῶνα. Βλέπεις τί ὡραῖα τὰ ἔχει βάλει ἡ Ἐκκλησία;
Τὸ παιδάκι ἀκόμη δὲν ξέρει νὰ περπατήσει καὶ ἡ Ἐκκλησία τὸ ἑτοιμάζει ἤδη γιὰ ἀγῶνα.
Ὁ ἀθλητὴς μπαίνει στὸν στίβο λαδωμένος, ὄχι στολισμένος. Κι ἐμεῖς ἔχουμε μπροστά μας ἕναν μικρὸ ἀθλητὴ τῆς Βασιλείας καὶ συζητοῦμε γιὰ καράτια!
Ἔ, τί νὰ τὰ κάνει τα καράτια ὅταν ἀρχίσει ὁ ἀγῶνας;
Ὅταν χρειαστεῖ νὰ συγχωρήσει;
Ὅταν πρέπει νὰ χάσει τὸ δίκιο του;
Ὅταν πονέσει;
Ὅταν πέσει καὶ πρέπει νὰ σηκωθεῖ;
Ἐκεῖ δὲν χρειάζεται χρυσάφι. Ἐκεῖ χρειάζεται Χριστός.
Καὶ χρίεται ὅλο τὸ σῶμα.
Τὸ στῆθος.
Τὰ αὐτιά.
Τὰ χέρια.
Τὰ πόδια.
Σὰν νὰ τοῦ λέει ἡ Ἐκκλησία: «Ὅλος δικός Του τώρα».
Τὰ αὐτιά σου νὰ μάθουν νὰ ἀκοῦν.
Τὰ χέρια σου νὰ μάθουν νὰ προσφέρουν.
Τὰ πόδια σου νὰ μάθουν νὰ πηγαίνουν ἐκεῖ ὅπου σὲ χρειάζεται ὁ ἄλλος.
Καὶ ἡ καρδιά σου νὰ μάθει νὰ μὴ ζητᾶ πάντοτε τὸ δικό της.
Αὐτὸ εἶναι ὁ ἀγῶνας.
Γιατί ἡ Βάπτιση δὲν εἶναι μιὰ ὡραία οἰκογενειακὴ γιορτὴ γιὰ νὰ ἀποκτήσει τὸ παιδὶ ὄνομα. Εἶναι θάνατος καὶ Ἀνάσταση μαζὶ μὲ τὸν Χριστό. Τὸ βάζουμε μέσα στὸ νερὸ καὶ τὸ παραλαμβάνουμε ἀπὸ τὸ νερὸ ἄλλον ἄνθρωπο.
Γι’ αὐτὸ ψάλλει ἡ Ἐκκλησία:
«Ὅσοὶ εἰς Χρὶστὸν ἐβαπτίσθητε, Χρὶστὸν ἐνεδύσασθε».
Πρόσεξε.
Δὲν λέει «χρυσὸν ἐνεδύσασθε». Χριστόν.
Αὐτὸ πρέπει νὰ θυμᾶται ὁ νονός.
Γιατί ὁ νονὸς δὲν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀγόρασε τὸν σταυρό.
Εἶναι ἐκεῖνος ποὺ παρέλαβε ἕναν χριστιανὸ ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα.
Τὸν χρυσὸ σταυρὸ τὸν ἀγοράζεις σὲ μία ὥρα.
Νὰ μάθεις ὅμως στὸ παιδὶ τί σημαίνει νὰ σηκώνει τὸν Σταυρὸ μπορεῖ νὰ χρειαστεῖ ὁλόκληρη ζωή.
Γιατί ἔχουμε κι ἐμεῖς μιὰ ἀρρώστια.
Θέλουμε τὸν Σταυρὸ ἀπ’ ἔξω καὶ δὲν τὸν θέλουμε ἀπὸ μέσα.
Ἀπ’ ἔξω νὰ γυαλίζει.
Ἀπὸ μέσα ὅμως νὰ μὴ μᾶς κοστίζει τίποτε.
Νὰ μὴ συγχωρήσω.
Νὰ μὴ χάσω τὸ δίκιο μου.
Νὰ μὴ χαμηλώσω τὸν ἐγωισμό μου.
Νὰ μὴ σηκώσω τὸν ἄνθρωπο ποὺ μὲ κουράζει.
Ἔ, τότε τί Σταυρὸ φοράω; Κρεμαστὸ φοράω.
Ὁ πραγματικὸς Σταυρὸς ἀρχίζει ὅταν σταυρώνεται λίγο τὸ «ἐγώ» μου γιὰ νὰ χωρέσει μέσα μου ὁ ἄλλος. Γι’ αὐτό μου ἀρέσει τὸ ξύλινο σταυρουδάκι.
Ὄχι ἐπειδὴ τὸ ξύλο εἶναι ἁγιότερο ἀπὸ τὸν χρυσό.
Ἀλλὰ ἐπειδὴ τὸ ξύλο θυμᾶται καλύτερα τὴν ἱστορία.
Τὸν Γολγοθᾶ.
Ὁ Σταυρὸς ἔγινε πολύτιμος ἐπειδὴ ἐπάνω τοῦ ἀνέβηκε ὁ Χριστός. Δὲν ἔγινε ὁ Χριστὸς πολύτιμος ἐπειδὴ ὁ Σταυρὸς ἦταν ἀπὸ πολύτιμο ὑλικό.
Καὶ τὸ λάδι νὰ μὴν τὸ ξεχάσουμε.
Γιατί ἐκεῖνο τὸ λάδι λέει στὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν πρώτη ἡμέρα:
«Τώρα ἀρχίζει ὁ ἀγῶνας σου».
Καὶ αὐτὸς ὁ ἀγῶνας θὰ κρατήσει μιὰ ζωή.
Θὰ πέσει.
Θὰ σηκωθεῖ.
Θὰ ἁμαρτήσει.
Θὰ μετανοήσει.
Θὰ ἀγαπήσει.
Θὰ πονέσει.
Θὰ κοινωνήσει.
Θὰ ξαναπέσει.
Θὰ ξανασηκωθεῖ.
Μέχρι ποῦ;
Μέχρι τὸν τάφο;
Ὄχι.
Μέσα ἀπὸ τὸν τάφο.
Γιατί ὁ τάφος γιὰ τὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι τὸ μέρος ὅπου πετᾶμε ἕνα σῶμα ποὺ δὲν μᾶς χρειάζεται πιά.
Αὐτὸ τὸ σῶμα βαφτίστηκε.
Αὐτὸ χρίστηκε.
Αὐτὸ κοινώνησε.
Αὐτὸ γονάτισε.
Αὐτὸ ἀγάπησε.
Αὐτὸ πόνεσε.
Καὶ αὐτὸ περιμένουμε νὰ ἀναστήσει ὁ Χριστός.

Σκέψου λοιπόν.
Κάποτε ἔφεραν ἕνα μικρὸ παιδάκι γυμνὸ στὴν κολυμβήθρα.
Τὸ ἄλειψαν μὲ λάδι σὰν ἀθλητή.
Καὶ ὕστερα ἀπὸ ὀγδόντα, ἐνενῆντα χρόνια μπορεῖ νὰ τὸ φέρουν πάλι μπροστὰ στὴν Ἐκκλησία.
Γερασμένο τώρα.
Κουρασμένο.
Μὲ ὁλόκληρο τὸν ἀγῶνα γραμμένο ἐπάνω του.
Καὶ θὰ τὸ παραδώσουν στὴ γῆ.
Στὴν ἀρχὴ ἦρθε χωρὶς τίποτε.
Στὸ τέλος φεύγει πάλι χωρὶς τίποτε.
Οὔτε σπίτια.
Οὔτε χρήματα.
Οὔτε τίτλους.
Οὔτε καράτια.
Παίρνει μόνο ἐκεῖνο ποὺ ἔγινε.
Καὶ ἡ Ἐκκλησία στέκεται πάνω ἀπὸ τὸ σῶμα του καὶ περιμένει.
Τί περιμένει;
Αὐτὸ τὸ ἴδιο σῶμα.
Τὸ σῶμα ποὺ βαφτίστηκε, χρίστηκε, κοινώνησε, πόνεσε, ἀγωνίστηκε. Νὰ τὸ σηκώσει ὁ Χριστός.
Γι’ αὐτό σας λέω, μὴ βασανίζεστε τί χρυσὸ σταυρὸ θὰ πάρετε.
Ἕνα ξύλινο σταυρουδάκι φτάνει.
Τὸ λάδι νὰ θυμᾶστε.
Γιατί στὴν ἀρχὴ εἶναι λίγο λάδι.
Στὸ τέλος λίγο χῶμα.
Καὶ ἀνάμεσά τους;
Ὁλόκληρη ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου.
Βλέπεις πῶς ἐργάζεται ὁ Θεός;
Ἐμεῖς θέλουμε χρυσάφι.
Ἐκεῖνος παίρνει νερό, λάδι, ξύλο καὶ χῶμα.
Πράγματα ποὺ δὲν κοστίζουν σχεδὸν τίποτε.
Καὶ μέσα ἀπὸ αὐτά μας μαθαίνει ὅλο τὸ Μυστήριο.
Μὲ τὸ νερὸ σὲ γεννᾶ.
Μὲ τὸ λάδι σὲ βάζει στὸν ἀγῶνα.
Μὲ τὸ ξύλο σου δείχνει πῶς ἀγαπᾶ.
Στὸ χῶμα σὲ παραδίδουμε περιμένοντας Ἐκεῖνον.
Καὶ ὅταν κάποτε πιάσεις τὸ μικρὸ ξύλινο σταυρουδάκι στὸ στῆθος σου, νὰ μὴ θυμηθεῖς τὸ κοσμηματοπωλεῖο.
Νὰ θυμηθεῖς τὸν Γολγοθᾶ.
Γιατί ὁ χριστιανὸς δὲν βαφτίζεται γιὰ νὰ φορέσει ἕναν Σταυρό.
Βαφτίζεται γιὰ νὰ περάσει ὁλόκληρη τὴ ζωή του μέσα ἀπὸ τὸν Σταυρό.
Καὶ στὸ τέλος ὁ Θεὸς παίρνει πάλι τὰ πιὸ ταπεινὰ πράγματα.
Λίγο ξύλο.
Λίγο χῶμα.
Ἕνα σῶμα ποὺ κουράστηκε.
Καὶ κάνει ἐκεῖνο ποὺ κανένα χρυσάφι δὲν μπόρεσε ποτὲ νὰ κάνει: Ἀνάσταση.»
Facebook: Manos Lambrakis
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου