
Τὸ 2005, νομίζω, ὁ Γέροντας (ὁ Ἱερομόναχος παπα-Φώτης ὁ διὰ Χριστὸν σαλὸς) ἦταν βαριὰ ἄρρωστος ἀπὸ τὸν καρκίνο ποὺ τὸν ταλαιπωροῦσε. Ἦταν μάλιστα κλινήρης καὶ τὸν εἴχαμε ἐμεῖς ἐδῶ στὸ Μοναστήρι μας (στὴν Ἱερὰ Μονὴ Πιθαρίου τῆς Μυτιλήνης).
Παρέμενε ἀκίνητος. Τὸν εἴχαμε βάλει σ’ ἕνα κελλάκι μὲ δυὸ κρεβάτια, στὸ ἕνα κοιμόταν ὁ παπα-Φώτης καὶ στὸ ἄλλο ἐγώ. Ἦταν ἀδύνατο νὰ μείνει μόνος του, ἔπρεπε ἕνας ἄνθρωπος νὰ τὸν ὑπηρετεῖ νύχτα καὶ ἡμέρα.
Ὑπέφερε ἀπὸ φοβερὲς ἀϋπνίες. Εἶχε τρομεροὺς πόνους. Ἔλεγε χίλια δυὸ ἀσυνάρτητα. Ἄλλοτε ρωτοῦσε πότε ἔρχεται τὸ καράβι κι ἄλλοτε, νομίζοντας πὼς εἶναι στὸ Νοσοκομεῖο, ζητοῦσε την «κυρα-Νοσοκόμα»! Τοῦ εἴχαμε βάλει κιγκλίδωμα γύρω ἀπὸ τὸ κρεβάτι του, γιὰ νὰ μὴν μπορεῖ νὰ σηκωθεῖ.
Θυμᾶμαι, ἦταν Μεγάλη Πέμπτη, δὲ χτυπήσαμε τὸ βράδυ καμπάνα, γιατί ἂν τὴν ἄκουγε, θὰ ἐπέμενε νὰ τὸν μεταφέρουμε στὸ Ναό, πρᾶγμα ἀδύνατο λόγῳ καὶ τῆς μεγάλης Ἀκολουθίας.
Ὅταν τελειώσαμε τὴν Ἀκολουθία καὶ πῆγα στὸ κελί, μὲ ρώτησε τί μέρα εἶναι σήμερα. Τοῦ ἀπάντησα Πέμπτη, χωρὶς νὰ τοῦ θυμίσω τίποτε ἄλλο. Καθὼς πέσαμε νὰ κοιμηθοῦμε, ἐκεῖνος ἄρχισε μέσα στὴ νύχτα νὰ κάνει τρισάγια καὶ νὰ μνημονεύει τοὺς γονεῖς του καὶ ἕνα σωρὸ νεκρούς.
Τὸν ρώτησα γιατί καὶ μοῦ ἀπάντησε:
–Μεγάλη Πέμπτη δὲν εἶναι σήμερα; Τρισάγια δὲν κάνουν;
Ἐγὼ θαύμασα!
Μετά, τὶ μοῦ εἶπε γιὰ νὰ διασκεδάσει τὴν ἔκπληξή μου καὶ νὰ θολώσει τά… νερά;
–Τρισάγια κάνουν σήμερα. Κάτσε νὰ κάνω ἕνα καὶ γιὰ σένα, κι ἂς εἶσαι ζωντανός. Ἅμα πεθάνεις, δὲ θὰ τὸ ἀκούσεις, γι’ αὐτὸ ἄκουσέ το τώρα. Καὶ πράγματι, ἔκανε τὸ Τρισάγιο μου!
Καθὼς ἔφτασε στὸ σημεῖο ποὺ ἔπρεπε νὰ μνημονεύσει τὸ ὄνομά μου, μὲ ρώτησε:
–Πῶς σὲ λένε;
–Θεοφάνη, τοῦ ἀπάντησα.
–Ὄχι, τὸ Θεοφάνης εἶναι ζωντανὸ ὄνομα, τὸ ἄλλο θὰ σοῦ κάνω, τὸ κοσμικὸ ποὺ πέθανε.
Ἦταν κάπου ξημερώματα, ὅταν τὸν παρεκάλεσα νὰ ἡσυχάσει γιὰ νὰ κοιμηθοῦμε· ἐκεῖνος ἐπίμονα ὅμως ζητοῦσε νὰ τὸν σηκώσω, γιὰ νὰ πάει στὴν τουαλέτα. Ἐγὼ προσποιόμουν πὼς κοιμόμουν.
Τότε ὁ Γέροντας ἄρχισε νὰ λέει τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Θεοτόκου καὶ μετὰ τοὺς Χαιρετισμοὺς τὸν ἀκούω νὰ λέει γεμᾶτος δάκρυα πολλὲς φορὲς μέσα στὸ σκοτάδι: «Εὐχαριστῶ. Εὐχαριστῶ»!
Μετὰ ἀπὸ λίγο, καθὼς μὲ εἶχε θολώσει γιὰ μικρὸ διάστημα ὁ ὕπνος, ἄναψα τὸ φῶς καὶ τί νὰ δῶ; Τὸ κιγκλίδωμα γύρω ἀπὸ τὸ κρεβάτι του εἶχε φύγει κι ὁ Γέροντας καθόταν καθιστᾶς στὸ κρεβάτι του!
Κάποιος τὸν εἶχε ὑπηρετήσει! Ποιός ἄλλος, ἀλήθεια, ἀπὸ τὴν Παναγία;
Τὸ πρωί, ὅταν τὸν ρώτησα, ἀπότομα μοῦ ἀπάντησε:
–Ποιός μὲ βοήθησε τὸ βράδυ, νὰ μὴ σὲ νοιάζει.
Μὲ τὴν αὔριο, τὴ Μεγάλη Παρασκευή, ἔφυγε στὸ χωριό του, στὰ Πάμφιλα.
Μετὰ ἀπὸ πολὺ καιρό, θέλοντας νὰ μάθω τί εἶχε συμβεῖ ἐκεῖνο τὸ βράδυ, τὸν ρώτησα μὲ πλάγιο τρόπο:
–Γέροντα, ἡ Παναγία ἢ οἱ Ἅγιοι ἐμφανίζονται στοὺς ἀνθρώπους;
–Βέβαια καὶ ἐμφανίζονται, μοῦ ἀπάντησε.
Πῆρα θάρρος καὶ τὸν ξαναρώτησα:
–Πῶς ἐμφανίζονται; Πῶς εἶναι ἡ Παναγία;
–Τί ξέρω ἐγώ. Ἅγιος εἶμαι γιὰ νὰ ξέρω; μοῦ εἶπε ἀπότομα.
Μετὰ ἀπὸ λίγη ὥρα τὸν ἀκούω μὲ ἔκπληξη νὰ μοῦ περιγράφει τὸ πόσο ὄμορφη εἶναι ἡ Παναγία!
Μοῦ εἶπε:
–Δὲν ὑπάρχει ὀμορφότερη γυναῖκα. Ἔχει ἕνα γλυκὸ πρόσωπο! Φοράει ἕνα βυσσινὶ φόρεμα κι ἔχει τὰ μαλλιά Της κάτω. Κοιτάζοντάς Τὴν σὲ πιάνει κατάνυξη, τόση ποὺ δὲν μπορεῖς κι οὔτε τολμᾶς νὰ δεῖς τὸ πρόσωπό Της ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴ λάμψη.
Πῆρα θάρρος κι ἐγὼ καὶ τὸν ρώτησα νὰ μάθω γιατί τὴ Μεγάλη Πέμπτη ἔκλαιγε.
Ἀμέσως, μὲ τὸ δικό του χαρακτηριστικὸ τρόπο, ἔκλεισε τὴ συζήτηση λέγοντας μου:
–Νὰ μὴ σὲ νοιάζει…
(Μαρτυρία Ἱερομονάχου, π. Θεοφάνη Κάσσου)
Βιβλίο του π. Ἀθανασίου Γιουσμά, «Παπᾶ-Φώτης ὁ διὰ Χριστὸν Σαλός, (1912-2010)», Μυτιλήνη 2010
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου