Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

παπα-Φώτης: «τώρα ποὺ πλάκωσαν “βαρεῖς λύκοι” στὴν Πατρίδα καὶ τὴν Ἐκκλησία μας, νὰ λέτε τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας»

 

Σταχυολογήματα ἀπὸ τὴ ζωή του παπα-Φώτη Λαυριώτη, εἰς μνήμην τοῦ διὰ Χριστὸν σαλοῦ τῆς Μυτιλήνης. 5 Μαρτίου 2010 ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ. Τὴν εὐχή του νὰ ἔχουμε.

 

Οἱ Χαιρετισμοὶ τῆς Παναγίας καὶ οἱ λύκοι

Ὁ μεγάλος σύγχρονος Ἅγιος γέροντας τῆς Μυτιλήνης, ὁ παπα-Φώτης ὁ Λαυριώτης, ὁ διὰ Χριστὸν σαλός, καταγράφει κάποια στιγμὴ τῆς ζωῆς του:

«Τὴν δεκαετία τῆς φτώχειας τοῦ ‘40, ἔπρεπε νύχτα πεζοπορῶντας νὰ πάω ἀπὸ τὸ ἕνα χωριὸ στὸ ἄλλο, διασχίζοντας τὶς παγωμένες πεδιάδες τοῦ Κιλκίς. Οἱ χωριανοί μου ἔδωσαν ἕνα φακὸ γιὰ τὸν δρόμο, ἀλλὰ στὴ μέση τοῦ δρόμου μὲ περικύκλωσε ἕνα κοπάδι λύκων πεινασμένων. Στὴν ἀρχὴ τρόμαξα, ὅμως χωρὶς νὰ χάσω καθόλου τὴν πίστη, καὶ τὴν ψυχραιμία μου ἄρχισα ἀμέσως νὰ λέω τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας. Τότε εἶδα κάτι τὸ πρωτόγνωρο καὶ ἔζησα κάτι τὸ θαυμαστό.

Οἱ λύκοι ἐρχόταν ἕνας – ἕνας καὶ ἀκουμποῦσαν μὲ τὶς τρίχες τους τὸ ράσο μου καὶ ἔφευγαν, βαδίζοντας πιὸ μπροστὰ ἀπὸ ἐμένα. Αὐτὸ γινόταν ὅσο ἔλεγα τοὺς Χαιρετισμούς.

Παιδιά μου, τώρα ποὺ πλάκωσαν “βαρεῖς λύκοι” στὴν Πατρίδα καὶ τὴν Ἐκκλησία μας, τὸ ἴδιο νὰ κάνετε καὶ ἐσεῖς».

 

Ἡ τυχαία συνάντηση παπα-Φώτη μὲ τὸν Ἀμερικανὸ πρέσβη

Τὴ Μυτιλήνη ἐπισκέπτεται γιὰ δεύτερη φορὰ στὴ θητεία του ὁ Πρέσβης τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς στὴν Ἑλλάδα Νίκολας Μπέρνς. Ἕνας ἀπὸ τοὺς προορισμούς του καὶ ἡ Νομαρχία Λέσβου γιὰ συνάντηση μὲ τὸν τότε Νομάρχη Ἀλέκο Μαθιέλλη. (Σεπτέμβριος 1998)

Στὸ διάδρομο τῆς μπροστὰ ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ γραφείου τοῦ Νομάρχη, σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πολυθρόνες ρακένδυτος ὅπως πάντα καὶ σχεδὸν ξυπόλυτος, μὲ ἕνα ποτήρι νερὸ στὸ χέρι καθόταν ὁ συμπαθὴς καὶ μονίμως καλαμπουρίζων μὲ τοὺς δημοσιογράφους παπα-Φώτης.

-«Τί κάνιτι ρὲ μουρὰ ἰδῶ;» ρώτησε. Ὅταν ἔμαθε τὸ σκοπὸ τῆς συγκέντρωσης εἶπε μοναχὰ ἕνα «Ἄααααα» καὶ ξαναέκατσε.

Λίγα λεπτὰ ἀργότερα ἀνέβηκε τὶς σκάλες ὁ Πρέσβης, εἶπε πρὸς ὅλους μας ἕνα «καλησπέρα» βγαλμένο ἀπὸ καουμπόϊκο ἔργο καί… πρόσεξε τὸν παπα-Φώτη. Ὁ ὁποῖος τὸν κοίταζε ὁμολογουμένως περίεργα.

Σηκώθηκε ὁ παπα-Φώτης, προχώρησε ὁ πρέσβης πρὸς τὸ μέρος του καὶ τοῦ ἔτεινε τὸ χέρι.

-«Σὺ εἶσι αὐτός;» εἶπε του Μπέρνς.

Καὶ πρὶν προλάβει νὰ πεῖ κατιτὶς ὁ Ἀμερικανὸς ἐπίσημος, ὁ ρακένδυτος καὶ σχεδὸν ξυπόλυτος κοσμοκαλόγερος προσέθεσε «Νὰ χειτι τοῦ νοῦ σᾶς ἰσεὶς οἱ Ἀμιρικάν’. Γιατί Θγιὸ μέσα σᾶς ἐν ἔχειτι….».

Τί κατάλαβε ὁ Μπὲρνς ἄγνωστο. Κάποιος κάτι τοῦ εἶπε στὸ αὐτί, χαμογέλασε ἀμήχανα καὶ μπῆκε στὸ γραφεῖο τοῦ Νομάρχη.

Ὁ παπα-Φώτης ξαναέκατσε στὴν πολυθρόνα, πῆρε τὸ ποτήρι μὲ τὸ νερὸ στὸ χέρι καὶ ἀπευθυνόμενος στοὺς δημοσιογράφους ρώτησε μὲ ἕνα «ἀλιπδίσο» χαμόγελο νὰ διαγράφεται στὸ πρόσωπο του.

«Τ’τα ‘πὰ καλὰ ρὲ μουρά;».

 

«Ὁ παπα-Φώτης ἢ μεγάλος τρελὸς εἶναι ἢ μεγάλος Ἅγιος»

Ἡ Μητρόπολη Μυτιλήνης κρατοῦσε σὲ ἀπόσταση τὸν παπα-Φώτη τον Λαυριώτη

Ἕνα βράδυ γυρνῶντας ὁ Μητροπολίτης ἀπὸ κάποιο χωριὸ τὸν εἶδε νὰ περπατάει μόνος του, μέσα στὴ βροχή. Δὲν σταμάτησε οὔτε νὰ τοῦ μιλήσει, οὔτε νὰ τὸν πάρει.

Φτάνοντας ὁ Μητροπολίτης στὴ Μητρόπολη καὶ μὴ ἔχοντας κάνει καμιὰ ἄλλη στάση στὸ δρόμο, βλέπει τον παπα-Φώτη νὰ στέκεται χαμογελαστὸς ἔξω ἀπὸ τὴν εἴσοδο τῆς Μητρόπολης καὶ νὰ τὸν χαιρετᾶ. Κανένας δὲν ξέρει μὲ πιὸ τρόπο βρέθηκε νωρίτερα ἀπὸ τὸν Δεσπότη ἐκεῖ, κάπου 50 χλμ μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλη καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχει κανεὶς ἄλλος πιὸ σύντομος δρόμος.

Ὁμολόγησε τότε ὁ Μητροπολίτης καὶ εἶπε:

«Ὁ παπα-Φώτης ἢ μεγάλος τρελὸς εἶναι ἢ μεγάλος Ἅγιος καὶ μᾶς δουλεύει ὅλους».

 

Ἕνα βράδυ προσγειώθηκε στὴν αὐλή μας, ἀπ’ τὰ κεραμίδια! Πετοῦσε!!!

Πήγαινε σὲ σπίτια ξαφνικά, ὅπου ὑπῆρχε ἕνα πρόβλημα καὶ ὅταν τὸν βλέπανε τοῦ λέγανε ΠΑΠΑ-ΦΩΤΗ Ὁ ΘΕΟΣ ΣΕ ΕΣΤΕΙΛΕ, ΣΕ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΑΝ!

Δὲν εἶχε τηλέφωνο, ἀρκοῦσε μιὰ προσευχή, Χριστέ μου στεῖλε μου τὸν πατὴρ Φώτιο. Κι ἐρχόταν! Βοηθοῦσε πολὺ κόσμο μὲ πολλοὺς τρόπους. Ὑλικοὺς καὶ πνευματικούς, μὲ ἁπλότητα.

Δόξα τῷ Θεῷ, τὸν γνώρισα ὅταν πῆγα στὸ νησὶ καὶ μὲ βοήθησε πολύ.

Ἕνα βράδυ προσγειώθηκε στὴν αὐλή μας, ἀπ’ τὰ κεραμίδια. Πετοῦσε!!! Τὸν εἴδαμε 3 ἄνθρωποι. Καὶ μᾶς εἶπε αὐστηρά :

-Αὐτὸ ποὺ εἴδατε θὰ τὸ ξεχάσετε ἀμέσως.

Καὶ ὄντως τὸ ξεχάσαμε ἐντελῶς καὶ τὸ θυμηθήκαμε στὴν κηδεία του. Ὅσοι ἔχετε τὴν δυνατότητα, τρέξτε νὰ προσκυνήσετε τὸν τάφο του, στὸ χωριὸ Τρύγωνας τῆς Λέσβου. Ἡ εὐωδία ποὺ ἀναδίδεται εἶναι σὰ νὰ ἔρχεται κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Πραγματικὰ ὁ τάφος του εὐωδιάζει.

Εὐλογημένος τόπος τὸ χωριό του Τρύγωνα, ἕνα χωριὸ ποὺ τόσο πολὺ ἀγάπησε ὁ παπα-Φώτης καὶ ἀφιέρωσε τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ζωῆς του κάνοντας σπουδαῖα ἔργα. Ἂς ἔχουμε τὴν εὐχή του καὶ τὴν εὐλογία του στὶς δύσκολες μέρες ποὺ ζοῦμε. Χριστὸς Ἀνέστη ἀδερφοὶ ἀπὸ τὸν παπα-Φώτη τὸν διὰ Χριστὸ σαλό

Μαρτυρία κ. Κωνσταντίνου Κυριάκου

«Παπα-Φώτης Λαυριώτης – Ὁ περιφρονημένος καὶ ἀνυπόληπτος γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μας», τοῦ π. Θεμιστοκλέους Χριστοδούλου τόμος Β’ , ἐκδ. Παναγία ἡ Κοσμοσώτειρα

 

Ἡ μπουλντόζα καὶ ἡ προβατίνα

Κάποτε σὲ ἕνα χωριὸ τῆς Λέσβου δώρισαν μιὰ προβατίνα στὸν παπα-Φώτη τὸν Λαυριώτη καὶ πῶς νὰ τὴν πάει στὰ Πάμφιλα, δὲν εἶχε μέσον. Περίμενε στὴν διασταύρωση, ἐκεῖ περνοῦσαν τὰ Ι.Χ. ποὺ νὰ τὸν βάλουν, δὲν μποροῦσαν νὰ τὸν βάλουν μέσα, τὰ πούλμαν ποὺ νὰ τὸν βάλουν κι αὐτά, περνάει ἕνας μὲ μπουλντόζα μὲ φαγάνα μπροστά, τον σταματάει.

Τοῦ λέει: Μὲ πᾶς ὡς τὰ Πάμφιλα;

-Θὰ σὲ πάω παππούλη μου, τοῦ λέει. Ποὺ νὰ σὲ βάλω;

-Στὴν κουτάλα, στὴν κουτάλα, ἐκεῖ μέσα.

-Ἐντάξει, τοῦ λέει, τὸν βάζει μέσα σηκώνει τὴν κουτάλα, ξαπλώνει ὁ παπᾶ-Φώτης μὲ τὴν προβατίνα μέσα. Νύχτωσε μέχρι νὰ πάει στὰ Παμφιλα, τὰ φῶτα τῶν αὐτοκινήτων ἔπεφταν πάνω στὴν κουτάλα, κι ἔβλεπαν ἕναν παπᾶ νὰ κοιμᾶται καὶ μιὰ προβατίνα.

Παίρνουν τηλέφωνο στὸ 100, στὴν ἀστυνομία:

-Τρέξετε, ἕνας μὲ μιὰ μπουλντόζα μὲς στὴν κουτάλα ἔχει σκοτώσει ἕναν παπᾶ καὶ μιὰ προβατίνα καὶ πάει νὰ τοὺς ρίξει μὲς στὸ λάκκο ἔτσι. Προχωροῦσαν καὶ σὲ μιὰ στιγμὴ 100 μπροστά, 100 πίσω, δεξιά, ἀριστερά, τέσσερα περιπολικὰ χαμός, σταμάτησαν τὴν μπουλντόζα.

Τοὺς λέει ὁ μπουλντοζέρης: Παιδιὰ τί θέλετε;

-Ποὺ τὸν πᾶς τὸν παπᾶ; Τὸν σκότωσες;

-Ὄχι, λέει αὐτός. Πετάγεται ὁ παπᾶ-Φώτης: Ὤπ, ἐδῶ εἶμαι, τί θέλετε; Ἐγὼ εἶμαι ζωντανός, παρακάλεσα τὸν κύριο νὰ μὲ πάει στὸ χωριό. Αὐτὸς ἦταν ὁ παπα-Φώτης!!!

 

παπα-Φώτης: «Δὲν μὲ ἔνοιαζε τί θὰ ἔλεγε ὁ κόσμος, ἐγὼ γιὰ τὸ Χριστὸ ἐνεργοῦσα»

Κάποια φορά, ἀργὰ τὴ νύχτα ἐπισκέφθηκε ὁ Ἱερομόναχος παπα-Φώτης ἕνα ἀπὸ τὰ σπίτια τῆς πόλης μας στὸ ὁποῖο βρῆκε κατάλυμα.

Πρὶν κοιμηθεῖ, ἔδωσε τὴν ἑξῆς ἐντολὴ στὸν οἰκοδεσπότη:

-Αὔριο χαράματα, ἐσὺ κι ἐγὼ ἔχουμε μιὰ δουλειά.

Ξύπνησαν, ἔφυγαν ἀπὸ τὴ Μυτιλήνη, πῆγαν στὸ Ἡσυχαστήριό του. Πῆρε γρήγορα-γρήγορα ἱερὰ σκεύη καὶ τὴν ἱερατική του στολὴ καὶ κατευθύνθηκαν στὸ γραφικὸ ξωκλήσι τῆς Παναγίας της Γαλατούσας στὸ κάστρο τῆς πόλης μας.

Λειτούργησε. Πῆρε τὸ Ἅγιο Ποτήριο καὶ τὴ λαβίδα καὶ ἔτσι ὅπως ἦταν μὲ τὰ ἄμφιά του, κατευθύνθηκε σ’ ἕναν ἀπὸ τοὺς οἴκους ἀνοχῆς, ποὺ ὑπῆρχαν τότε σὲ αὐτὴν τὴν περιοχή.

Ἐκεῖ κοινώνησε μιὰ ἑτοιμοθάνατη πόρνη, τὴν Εὐλαμπία, ἡ ὁποία μάλιστα ἀμέσως μετὰ τὴ Θεία Κοινωνία ἀναπαύθηκε “ἐν Κυρίῳ”, πέθανε. Τὴν εἶχε προηγουμένως ἐξομολογήσει!

Ὅταν τὸν ρώτησα ἀργότερα σχετικὰ μ’ αὐτὸ τὸ θέμα, μοῦ εἶπε:

Αὐτὸ ἔχει γίνει πολλὲς φορές. Μία γυναῖκα κοντὰ στὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Συμεῶν μοῦ ἔλεγε τέτοιες περιπτώσεις κι ἐγὼ πήγαινα σ’ αὐτὲς τὶς ψυχὲς στοὺς οἴκους ἀνοχῆς. Μὲ ἀποδέχονταν. Τοὺς μιλοῦσα γιὰ τὴ μετάνοια γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς, γιὰ τὴν ἄλλη ζωή…

Ποτὲ δὲν τοὺς μιλοῦσα ἄσχημα, ἀλλὰ μὲ ἀγάπη τους ἔλεγα νὰ μετανοήσουν καὶ θὰ φροντίσει γι’ αὐτὲς ὁ Θεός, θὰ τὶς ἀποκαταστήσει στὴν καρδιά Του. Πολλὲς ψυχὲς μετανοοῦσαν! Μὲ ρώτησες ἂν φοβόμουν. Τί νὰ φοβηθῶ; Δὲν φοβᾶμαι κανέναν. Μόνο τὸ Θεὸ φοβόμαστε, ὅταν ἁμαρτάνουμε. Δὲν μὲ ἔνοιαζε τί θὰ ἔλεγε ὁ κόσμος, ἐγὼ γιὰ τὸ Χριστὸ ἐνεργοῦσα!

 

Ὁ παπα-Φώτης ἦταν κάθετα ἀρνητικὸς στὶς ἐκτρώσεις

Ὁ παπα-Φώτης ἦταν κάθετα ἀρνητικὸς στὶς ἐκτρώσεις. Ὑποστήριζε πὼς ἡ κάθε ἔκτρωση εἶναι φόνος.

Αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ καὶ ἡ Ἐκκλησία τονίζει. Γι’ αὐτὸ κατὰ καιροὺς ἔστελνε αὐστηρὲς ἐπιστολὲς στοὺς μαιευτῆρες τῆς πόλης μας, ὅταν μάθαινε πὼς εἶχαν προβεῖ σὲ ἔκτρωση.

Τὸ λεξιλόγιο ποὺ χρησιμοποιοῦσε ἦταν βαρὺ ὁμολογουμένως. Στὴ συνέχεια κατάγραφε ὁρισμένα μόνο ἀποσπάσματα ἀπὸ μερικὲς ἐπιστολές του, χωρὶς καμία ἀλλοίωση ἢ ὀρθογραφικὴ διόρθωση:

«Ὁ Ἀρχιμανδρίτης Φώτιος Λαυριώτης, πρὸς τ’ ἀνθρωπόμορφα τέρατα, τοὺς διαπρεπεῖς Νηπιοκτόνους τοῦ στυγεροῦ ἐγκλήματος, τὰ ὄργανα τοῦ Διαβόλου, τὰ δυστυχισμένα ὄντα τοῦ Νοσοκομείου, τοὺς ἑκατομμύρια φορᾶς χειροτέρους τοῦ Ἡρώδου, τοὺς ἐπιόρκους καὶ καταστροφεῖς τῆς ἀνθρωπότητος καὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀνωτέρους τοῦ Ἑωσφόρου…».

π. Ἀθανασίου Γιουσμά, «παπα-Φώτης ὁ Μυτιληνιός, γέροντας ἀσκητικὸς καὶ ἰδιόρρυθμος», Μυτιλήνη 2012

Συντάκτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου