Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Τί λένε οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ Μεγάλη Παρασκευή.

 

Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ μὲ συγχωρεῖτε

Μία Μεγάλη Παρασκευή τὴν ὥρα τῆς Ἀποκαθηλώσεως μὸλις κατέβασε τὸ Σῶμα ἔκλαιγε καὶ δὰκρυσε πολύ μὲ μεγάλη συγκίνηση καὶ δέος. Καὶ μετά μᾶς εἶπε:

«Πατέρες μου, σὴμερα δὲν κατέβασα σῶμα ἁγιογραφημένο, ἀλλά σῶμα ἀνθρώπινο, οἱ φλέβες του χτὺποῦσαν στὴ δικιές μοῦ φλέβες. Ἡ σάρκα του ἀκούμπαγε στὴν δικιά μοῦ σάρκα. Καταλάβαινα τὸ αἷμα νὰ τρὲχη στὶς φλέβες του».

«Σὺζῶ καὶ συλλειτουργῶ μὲ τὴν ἁγία Τριάδα. Ζεῖ Κύριος ὁ Θεός».

 

Δημήτριος Παναγόπουλος – Ἱεροκήρυκας:

Τὴ Μεγάλη Παρασκευή, ἀνάμεσα στὰ ἐγκώμια ποὺ ψάλλονται γιὰ τὸν Χριστό, ὑπάρχει κι ἕνα, ποὺ Τὸν παρουσιάζει σὰν τὸν πελεκάνο.

Ὁ πελεκάνος, ὅταν γυρίσει στὴ φωλιά του καὶ βρεῖ τὰ πουλάκια ἑτοιμοθάνατα, διότι δηλητηρίαστηκαν ἀπὸ τὸ τσίμπημα τοῦ φιδιοῦ, σπεύδει ἀμέσως καὶ τρυπάει τὴν πλευρά του καὶ τὰ ποτίζει μὲ τὸ αἷμα του καὶ τελικὰ ἐκεῖνα ἐπιβιώνουν.

Αὐτὸ ἔκανε ὁ Χριστός! Ἐμᾶς τρώει τὸ φίδι, ὁ σατανᾶς, καὶ ὁ Χριστὸς μᾶς δίνει τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Του, διὰ τῆς Θείας Κοινωνίας καὶ ζωντανεύομε.

 

Ἅγιος Παΐσιος: «Τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ δὲν πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ κάνη τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ προσευχή»

Ὅταν ὁ νοῦς εἶναι στὰ θεῖα νοήματα, ζῇ τὰ γεγονότα ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἔτσι ἀλλοιώνεται.

Στὴν γιορτή, γιὰ νὰ νιώση κανεὶς τὸ γεγονός, δὲν πρέπει νὰ δουλεύη. Τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ λ.χ., ἐὰν θέλη νὰ νιώση κάτι, δὲν πρέπει νὰ κάνη τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ προσευχή. Στὸν κόσμο οἱ καημένοι οἱ κοσμικοὶ τὴν Μεγάλη Ἐβδοβάδα ἔχουν δουλειές. Μεγάλη Παρασκευὴ νὰ δίνουν εὐχές. «Χρόνια πολλά! Νὰ ζήσετε! Μὲ μιὰ νύφη!»… Δὲν κάνει!

Ἐγὼ τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ κλείνομαι στὸ Καλύβι. Όπως καὶ μετὰ τὸ Ἀγγελικὸ Σχῆμα ἡ ἑβδομάδα τῆς ἡσυχίας ποὺ ἀκολουθεῖ, βοηθάει, γιατί ποτίζει ἡ θεία Χάρις τὴν ψυχὴ καὶ καταλαβαίνει ὁ μεγαλόσχημος τί ἔγινε, ἔτσι καὶ στὶς γιορτὲς ἡ ἡσυχία πολὺ βοηθάει.

Μᾶς δίνεται περισσότερη εὐκαιρία νὰ ξεκουρασθοῦμε λίγο, νὰ μελετήσουμε καὶ νὰ προσευχηθοῦμε. Θὰ ἔρθη ἕνας καλὸς λογισμός, θὰ ἐξετάσουμε τὸν ἑαυτό μας, θὰ ποῦμε λίγο τὴν εὐχὴ καὶ θὰ νιώσουμε ἔτσι κάτι ἀπὸ τὸ θεῖο γεγονὸς τῆς ἡμέρας…

 

Δημήτριος Παναγόπουλος – Ἱεροκήρυκας:

Ἀνεβαίνουμε στὸν Γολγοθᾶ γιὰ νὰ παρακολουθήσουμε τὰ πάθη του Χριστοῦ, ἢ ἀνεβαίνουμε γιὰ νὰ Τὸν ξανασταυρώσουμε;

Ἐμεῖς οἱ περισσότεροι, ἀνεβαίνουμε γιὰ νὰ Τὸν ξανασταυρώσουμε. Τὸ θῦμα εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ οἱ θύτες εἴμαστε ἐμεῖς. Καὶ ἔχουμε τὸ θράσος, χωρὶς μετάνοια, χωρὶς ἐξομολόγηση καὶ χωρὶς ἀναγνώριση τῆς ἐνοχῆς μας, νὰ πᾶμε στὸν Ἐπιτάφιο τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ καὶ νὰ κηδεύουμε τὸ Χριστὸ καὶ μάλιστα νὰ Τὸν κοροϊδεύουμε ἐκ τῶν ὑστέρων, μὲ τὸ νὰ περνᾶμε κάτω ἀπὸ τὸν Ἐπιτάφιο.

Ὑπάρχει πιὸ ἀνακόλουθο πρᾶγμα ἀπ’ αὐτό; Ὑπάρχει πιὸ μεγάλο θαῦμα ἀπ’ αὐτό, νὰ εἰρωνευόμαστε ἔτσι τὸ Χριστὸ καὶ Ἐκεῖνος νὰ μᾶς ἀνέχεται καὶ νὰ μᾶς περιμένει…; Διότι τὸ πέρασμα μας κάτω ἀπὸ τὸν Ἐπιτάφιο, τὴν Μεγάλη Βδομάδα, τί συμβολίζει; Βάζουμε μετάνοια στὸ Χριστό, ὅτι ἀπὸ ἐδῶ καὶ στὸ ἑξῆς, θὰ κάνουμε τὸ θέλημα Τοῦ καὶ ὄχι τὸ δικό μας. Ἐν τούτοις ἐμεῖς συνεχίζουμε νὰ κάνουμε τὸ δικό μας θέλημα καὶ δὲν ἀποχωριζόμαστε τὰ πάθη μας. Πῶς λοιπὸν ἄνθρωπε τολμᾶς νὰ περνᾶς κάτω ἀπὸ τὸν Ἐπιτάφιο; Αὐτοὶ εἴμαστε…

 

Ὅσιος Φιλόθεος Ζερβάκος

Ὁ ὅσιος Φιλόθεος Ζερβάκος κατὰ τὴν τελευταία Μεγάλη Παρασκευὴ τῆς ἐπίγειας ζωῆς του, του ἔτους 1980, ήταν πολὺ ἐξαντλημένος καὶ οἱ Ἀδελφὲς τῆς Μονῆς Θαψανῶν, προσπάθησαν νὰ τοῦ δώσουν κάποια τροφή. Λίγη ταχινόσουπα ἢ ἔστω ἕνα ζεστὸ ρόφημα. Ἦταν τελείως ἀρνητικός. Τὰ λόγια του, τους ἔμειναν ἀξέχαστα: «Ὁ Χριστὸς στὸ Σταυρὸ κι ἐγὼ νὰ φάω;».

 

Παπα – Φώτης Λαυριώτης

Μιὰ Μεγάλη Παρασκευὴ ὁ Παπα – Φώτης περνοῦσε ἀπ’ την Παναγιούδα (χωριὸ εὑρισκόμενο 3χλμ. βορείως τῆς Μυτιλήνης) καὶ εἶδε κάποιον μὲ τὴν οἰκογένειά του νὰ τρῶνε μπριζολάκια σὲ μιὰ ταβέρνα.

Τὸν πλησίασε καὶ τοῦ ἔκανε παρατήρηση γιὰ τὸ «αἰδέσιμον» τῆς ἡμέρας.

Καὶ ἐκεῖνος τὸν ἀποπῆρε μὲ σκαιὸ τρόπο. Βεβαίως κουβέντα στὴν κουβέντα, ὁ Παπα – Φώτης στὸ τέλος πέταξε τὰ φαγιὰ μαζὶ μὲ τὸ τραπεζομάντηλο, ὁπότε ὁ ἐνοχλημένος οἰκογενειάρχης σηκώθηκε καὶ τὸν πλάκωσε στὸ ξύλο. Ὁ Παπα – Φώτης ὑπέμεινε τὸ ξύλο ἀγόγγυστα, καὶ τοῦ εἶπε φεύγοντας:

«Ἐγὼ τὸ ξύλο τό ‘φαγα, ἀλλὰ καὶ σὺ δὲν πιστεύω νὰ ξαναφᾶς μπριζόλες Μεγάλη Παρασκευή;»

 

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς γιὰ τοὺς τρεῖς χιτῶνες τοῦ Χριστοῦ:

Μὲ ῥωτᾶς, σεβαστὴ ἀδελφή, γιὰ τοὺς τρεῖς χιτῶνες μὲ τοὺς ὁποίους ἦταν ντυμένος καὶ σκεπασμένος ὁ Κύριος κατὰ τὸ διάστημα ἀρκετῶν ὡρῶν τὴ Μεγάλη Παρασκευή.

Γιατὶ ὁ Πιλᾶτος τὸν ἔντυσε μὲ πορφυρὸ χρῶμα;

Γιατὶ ὁ Ἡρώδης τὸν ἔντυσε μὲ λευκὸ χρῶμα;

Καὶ γιατὶ οἱ ἐκτελεστὲς ἐπίσης λίγο πρὶν Τὸν θανατώσουν Τὸν ἔντυσαν πάλι μὲ τὸν δὶκὸ Τοῦ χιτῶνα;

Δὲν βλέπεις σ’ ὅλα αὐτὰ ἕνα μεγάλο δίδαγμα γιὰ μᾶς; Οἱ ἄνθρωποι συχνὰ ἀποφαίνονται γιὰ τὸ ἂν εἴμαστε καλοὶ ἢ κακοί. Ἀνάλογα μὲ τὴν ἀπόφασή τους μᾶς ἐκτιμοῦν, μᾶς θαυμάζουν ἢ μᾶς κατακρίνουν.

Οἱ διάφορες κρίσεις τῶν ἀνθρώπων δὲν μοιάζουν γιὰ μᾶς μὲ χιτῶνες; τὴ μία μᾶς ντύνουν μὲ τὸν χιτῶνα τοῦ σοφοῦ, τὴν ἄλλη μὲ τὸν μανδύα τοῦ τρελλοῦ.

Τὴ μία μᾶς περιβάλλουν μὲ τὸν μανδύα τῆς ἀνδρείας, τὴν ἄλλη μᾶς σκεπάζουν μὲ τὰ κουρέλια τῆς ἀπαξίωσης.

Ἀλλὰ ὅλοι οἱ χιτῶνες γρήγορα βγαίνουν κι ἀλλάζουν, ἀνάλογα μὲ τὶς ἀσταθεῖς καὶ συχνὰ ἐναλλασσόμενες κρίσεις τῶν ἀνθρώπων.

Ὅμώς, ἐν τέλει, τὴν ὥρα τοῦ θανάτου ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς θὰ φανεῖ μὲ τὸ δικὸ του χρῶμα, μὲ τὸν δικὸ του χιτῶνα.

 

Ὁ Ἅγιος Πορφύριος ἔβλεπε τὴ σταύρωση τοῦ Χριστοῦ:

Στὴν ἐκκλησία, ἐννοῶ στὸν Ἅγιο Γεράσιμο, πολὺ συγκινιόμουνα. Ἄκουγα τὸ Εὐαγγέλιο καὶ συγκινιόμουνα. Τὸ πάθαινα αὐτό, ἐπειδὴ «ἔβλεπα» τὴν εἰκόνα, τὸν Χριστὸ τὸν ἴδιο.

Μιὰ Μεγάλη Παρασκευὴ κάναμε τὴν ἀκολουθία. Ἡ ἐκκλησία ἦταν γεμάτη κόσμο. Τί ἔπαθα ἐκεῖ! Διάβαζα τὸ Εὐαγγέλιο κι ὅταν ἔφθασα στὴ φράση:

«Ἠλί, Ἠλί, λιμὰ σαβαχθανὶ· τοὺτ’ ἔστι Θεέ μου, Θεέ μου, ἰνατὶ μὲ ἐγκατέλιπες;» δὲν μπόρεσα νὰ τὴν τελειώσω. Δὲν εἶπα τὸ «ἰνατὶ μὲ ἐγκατέλιπες;».

Μὲ πλημμύρισε ἡ συγκίνηση. Κόπηκε ἡ φωνή μου. Μπροστά μου εἶχα ὅλη τὴν τραγικὴ σκηνή. Εἶδα ἐκεῖνο τὸ πρόσωπο. Ἄκουσα ἐκείνη τὴ φωνή. Τὸν ἔβλεπα τὸν Χριστὸ πολὺ ζωντανά. Ὁ κόσμος κάτω περίμενε. Ἐγὼ τίποτα, ἀδύνατον νὰ προχωρήσω. Ἀφήνω τὸ Εὐαγγέλιο στὸ τετράποδο καὶ γυρίζω μέσα στὸ Ἱερό. Κάνω τὸ σταυρό μου, ἀσπάζομαι τὴν Ἁγία Τράπεζα. Ἔβαλα μία ἄλλη εἰκόνα, πιὸ ὡραῖα, μέσα μου. Ὄχι πιὸ ὡραία. Πιὸ ὡραία ἀπὸ κείνη δὲν ὑπῆρχε, ἀλλὰ ἦλθε στὸ νοῦ μου ἡ Ἀνάσταση. Ἀμέσως γαλήνευσα. Μετὰ βγῆκα στὴν Ὡραία Πύλη καὶ εἶπα:

«Συγχωρέστε με, παιδιά μου, παρασύρθηκα».

Μετὰ πῆρα τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸ εἶπα ἀπ’ τὴν ἀρχή. Ἐκείνη, ὅμως, τὴν ὥρα ὅλο τὸ ἐκκλησίασμα πέταξε δάκρυα.

Ἦταν κακὸ αὐτό. Ὁ καθένας μπορεῖ νὰ σκέπτεται ὅ,τι θέλει. Δὲν εἶναι, ὅμως, καλὸ ν’ ἀφηνόμαστε. Πρέπει νὰ εἴμαστε συγκρατημένοι.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτη “Βίος καὶ Λόγοι”. Ἔκδοση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Χρυσοπηγής.

Συντάκτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου