Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

Ἅγιος Ἰάκωβος Τσαλίκης: «Ὁ Ἅγιος Γεώργιος καβάλλα στό ἄλογό του ὅλη νύχτα γυρίζει γύρω-γύρω ἀπ’ το μοναστήρι του»

 

Α) Ὁ μακαριστός καί ὅσιος Γέροντας π. Ἰάκωβος Τσαλίκης, πού διετέλεσε πνευματικός τῆς Ἱ. Μονῆς μας Ἁγίου Γεωργίου Ἡλίων, πολλάκις εἶχε διαβεβαιώσει τήν Γερόντισσα καί τίς ἀδελφές γιὰ τὴν ἄγρυπνη περιφρούρηση τῆς Ἱ. Μονῆς καί την προστασία της ἀπό τόν Ἅγιο.

Χωρίς ποτέ σωματικά νά ἔχει ἔλθει στήν Ἱ. Μονή μας καί χωρίς νά ἔχει δεῖ τόν χῶρο, κάθε φορά πού τοῦ ἐκφράζαμε ἀνησυχίες γιά τήν ἀσφάλειά μας, μᾶς ἔλεγε: «Ἐσεῖς κοιμᾶστε ἐπάνω – κι ἔδειχνε μέ τό χέρι του πρός τα πάνω – κι ὁ Ἅγιος ὅλη νύχτα γυρίζει γύρω-γύρω ἀπ’ το μοναστήρι καί σᾶς φυλάει». Πραγματικά, τά κελλιά τῶν μοναχῶν εἶναι ἐπάνω, ψηλά, στόν ὄροφο.

Κάποια ἄλλη φορά, ἐπικοινωνώντας τηλεφωνικῶς μέ την Γερόντισσα, τῆς λέγει:

– Νά ξέρετε ὅτι ὁ Ἅγιος Τροπαιοφόρος Γεώργιος σᾶς προστατεύει. Νά, τόν βλέπω καβάλλα στό ἄλογό του, νά ‘ναι πάνω ἀπ’ τήν Μονή Του καί νά σᾶς φυλάει.

– Τόν βλέπετε τώρα, Γέροντα;

– Ναί, τέκνον μου τώρα πού μιλᾶμε, τόν βλέπω νά ‘ναι πάνω ἀπ’ τόν τροῦλλο τῆς Ἐκκλησίας κ’ ἐσᾶς να σᾶς ἔχει ἀπό κάτω.

 

Β) Μιά ἁγία Γερόντισσα, πού ‘χαμε τήν εὐλογία νά διακονήσουμε στήν Μονήν μας, ἡ μοναχή Εὐπραξία (Μπρούλη), εἶχε ἰδιαίτερη ἀγάπη καί εὐλάβεια στόν Ἅγιο Γεώργιο. Οἱ γονεῖς της καί τά δύο ἀδέλφια της ἔγιναν μοναχοί· ἡ μητέρα της – ἔπειτα γερόντισσα Μητροδώρα – γυναίκα ἁγία καί πολύ ἀσκητική, ἀγαποῦσε πάρα πολύ τίς ἀγρυπνίες. Ὅπως μᾶς διηγοῦνταν ἡ γερόντισσα Εὐπραξία, ὅταν ἡ ἴδια ἦταν μωρό στην κούνια, ἡ μητέρα της τήν ἄφηνε στα χέρια τοῦ Θεοῦ καί πήγαινε στίς ἀγρυπνίες τοῦ Ἅγ. Νικολάου Πλανᾶ στόν Ἅγ. Ελισσαῖο.

Μετά ἀπό μιά ἀγρυπνία, τήν βρίσκει καί βλέπει νά ‘ναι το κεφαλάκι της ὅλο μιά πληγή, γεμάτη πύον. Ἀλλά ἦταν τόση ἡ πίστη καί ἡ ἁγιότητά της, πού δέν ἡττήθηκε καί δέν ἄφησε καθόλου τίς ἀγρυπνίες της· ἀπεναντίας αὔξησε τίς προσευχές της. Ἔτσι, γυρίζοντας ἀπό τὴν ἀγρυπνία τοῦ Ἁγ. Γεωργίου, βρίσκει ὡς ἐκ θαύματος ὑγιέστατη τήν μικρή Μαρία, ὅπως τήν εἶχε ἀφήσει πρίν ν’ ἀρρωστήσει.

Ἡ ἴδια γερόντισσα λίγο πρίν νά κοιμηθεῖ εἶδε τόν Θεῖο Γεώργιο να περιφέρεται χαρούμενος καί ὑπέρλαμπρος μέσ’ τόν ναό του καί νά τόν συγυρίζει.

 

Γ) Μᾶς διηγεῖται μιά ταπεινή καί εὐλαβής γιαγιά, πώς ἔμενε στο μοναστήρι ὀκτώ χρόνια καί διακονοῦσε τόν Ἅγιο σέ ὅ,τι μποροῦσε. Μιά βραδυά πού ἔπεσε νά πλαγιάσει, κατά τά μεσάνυχτα, ἐνῶ ἦταν ξύπνια, βλέπει νά ἀνοίγει ἡ πόρτα, ἄν καί ἦταν κλειδωμένη. Μπαίνει μέσα ἕνας πανέμορφος νέος, ψηλός, καστανόξανθος, μέ πηλίκιο καί ροῦχα χακί. Τήν πλησίασε καί τῆς λέγει:

– Μέ γνωρίζεις;

– Ὄχι, τοῦ ἀπαντᾶ.

– Γιά κοίταξέ με καλά. Δέν μέ γνωρίζεις; Τῆς ξαναλέει.

– Ὄχι, τοῦ ἀπαντᾶ πάλι.

– Καλά, κοιμήσου τώρα καί τό πρωΐ πού θ’ ἀνάβεις τά καντήλια, κοίταξε τήν εἰκόνα καί θά μέ γνωρίσεις.

Κ’ ἔγινε ἄφαντος.

Γυρίζει μιά ἄλλη γυναίκα, πού κοιμόταν μαζί της καί τήν σκουντάει, νομίζοντας πώς παραμιλοῦσε. Τῆς λέγει τότε τί τῆς συνέβη καί ἔκαναν καί οἱ δύο τόν σταυρό τους, δοξάζοντας τόν Θεό καί τόν Ἅγιό Του, χωρίς ὅμως να ξέρουν ποιόν.

Τό πρωΐ εἶδε ἡ γιαγιά καί ἀναγνώρισε στήν εἰκόνα τοῦ τέμπλου τόν Ἅγιο Γεώργιο, πού τήν ἐπισκέφτηκε ἀποβραδίς.

Δ) Σε κάποια ἄλλη γυναίκα, ἐμφανίστηκε το βράδυ τῆς ἑορτῆς του καί τῆς εἶπε νὰ τοῦ φέρει λουλούδια, πολλά λουλούδια γιασεμιά, γιατί δέν εἶχε, καί νά στολίσει τίς εἰκόνες του πού ἦταν ἀστόλιστες. Αὐτή σηκώθηκε χαράματα, μάζεψε ἕνα μεγάλο κάνιστρο λουλούδια καί τοῦ τὰ πῆγε.

Τό πόσο λεπτός κ’ εὐαίσθητος εἶναι ὁ Ἅγιος Γεώργιος καί πόσο ἀγαπᾶ τά λουλούδια φαίνεται κι ἀπ’ τὸ ἑξῆς: Στά μέρη τῆς Θράκης, ἐμφανίστηκε σ’ ἕναν βοσκό, πού φύλαγε τὰ ζῶα του γύρω ἀπό ἕναν ναΐσκο παλαιό τοῦ Ἁγίου καί τόν παρακάλεσε νά ἐπισκευάσει τό ἐκκλησάκι του καί νά τό περιποιεῖται. Ἔπειτα, τοῦ ξαναφανερώθηκε καί τοῦ εἶπε νὰ τοῦ φυτέψει λουλούδια στήν αὐλή του, γιατί τοῦ ἀρέσουν πολύ. Κι αὐτός γέμισε τόν τόπο ὁλόγυρα λουλούδια!

 

Ε) Κάποιος εἶχε καρδιοπάθεια κ’ ἔπρεπε να κάνει μιά ἐπέμβαση στό Λονδίνο. Φοβόταν ὅμως πάρα πολύ. Ἔρχεται στόν Ἅγιο, ἀνάβει ἕνα κεράκι, κάνει τήν προσευχή του καί φεύγει.

Ξαναπάει σ’ ἕναν φίλο του γιατρό τόν ἐξετάζει, τοῦ λέγει πώς δέν χρειάζεται να πάει πουθενά. Πέταξε καί τὰ φάρμακα πού τοῦ εἶχαν δώσει καί σ’ ὅλους λέγει:

«Εγώ ἔχω τόν Ἅϊ-Γιώργη μου, αὐτός μ’ ἔκανε καλά. Δέν λέει «ἀσθενούντων ἰατρός» τό τροπάρι του; Δέν ξαναπάω σε γιατρό».

Κ’ ἔχουν περάσει τώρα σχεδόν πέντε χρόνια, χωρίς καμμιά ἐνόχληση.

Πηγή: «Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Τροπαιοφόρος», ἐκδ. Ι. Μ. Ἁγίου Γεωργίου Ἡλίων, Αἰδηψός, σελ. 102-104, 109

Συντάκτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου