ΡΟΛΟ'Ι'

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΡΟΣΤΑΝΔΗΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ.

Ξαφνικά ό γέροντας έκανε τό σημείο τοϋ Σταυροΰ στόν αέρα τρεις φορές. Καί είδα πλήθος πτωμάτων καί ποταμούς αίματος. ’Άγγελοι πετοϋσαν πάνω άπό τούς φονευθέντας καί μετά δυσκολίας κα-τάφερναν νά άνεβάσουν τίς ψυχές των Χριστιανών ενώπιον τοΰ θρόνου τού Θεού. ’Έψαλλον «Αλληλούια». "Ήταν τρομερό νά βλέπης όλα αύτά. ’Έκλαυσα πικρά καί προσευχήθηκα. Ό γέροντας μέ έπια-σε μέ τό χέρι καί είπε: «Μη κλαίς. Ό Κύριος τό έκρινε αύτό άναγκαΐο έξ αιτίας τής χλιαρής πίστεως καί τής άθλιότητός μας. ’Έτσι πρέπει νά γίνη. Ό ίδιος ό Σωτήρας μας, ό ’Ιησούς Χριστός, έπαθε καί έχυσε τό Πανακήρατον Αίμα του έπάνω στόν Σταυρό. ’Έτσι λοιπόν θά μαρτυρήσουν πολλοί άκόμη γιά τόν Χριστό - εκείνοι πού θά άρνηθοϋν νά δεχθούν τήν σφραγίδα τού ’Αντίχριστου, θά χύσουν τό αίμα τους καί θά λάβουν τόν στέφανο τού μαρτυρίου».
Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΡΟΣΤΑΝΔΗΣ

Κατόπιν ό γέροντας προσευχήθηκε, έκανε τρεις φορές τόν σταυρό του πρός άνατολάς καί είπε: «Έδώ εκπληρώνεται ή προφητεία τού Δανιήλ. Τό έσχατο βδέλυγμα τής έρημώσεως». Είδα τόν ναό τής 'Ιερουσαλήμ καί ένα άστέρι έπάνω στό τροΰλλο του. Εκατομμύρια άνθρωποι συνωστιζόταν γύρω από τόν ναό, προσπαθώντας νά είσέλ-θουν μέσα. "Ηθελα νά κάνω τόν σταυρό μου, αλλά ό γέροντας μοΰ έπιασε τό χέρι καί είπε πάλι: «Έδώ είναι τό βδέλυγμα τής έρημώσεως». Είσήλθαμε στόν ναό, όπου υπήρχε πλήθος κόσμου. Καί νά! Είδα ένα θρόνο στό μέσον τού ναού. Γύρω του έκαιγαν τρεις σειρές μαύρα κεριά άπό πίσσα· καί πάνω στόν θρόνο καθόταν ό έξουσιαστής τού κόσμου, ντυμένος μέ λαμπερή κόκκινη πορφύρα, μέ όλό-χρυσο στέμμα μέ διαμάντια κι ένα άστρο. Ρώτησαν τόν γέροντα ποιος ήταν αύτός. «Είναι ό ’Αντίχριστος», είπε. Ψηλός, μέ μαύρα μάτια σάν κάρβουνα, μαύρη μυτερή γενειάδα, πρόσωπο σκληρό, πανούργο καί μοχθηρό σάν αγρίμι καί γαμψή μύτη.

Ξαφνικά ό ’Αντίχριστος πετάχθηκε άπό τόν θρόνο, τεντώθηκε μέ όλη του τήν μεγαλοπρέπεια, σήκωσε ψηλά τό κεφάλι καί άπλωσε τό χέρι του πρός τό πλήθος. Τά νύχια των δακτύλων του ήταν σάν τής τίγρεως καί άρχισε νά βρυχάται μέ τήν κτηνώδη του φωνή: «’Εγώ είμαι ό Θεός σας, ό βασιλεύς καί κυβερνήτης σας. 'Όποιος δέν δεχθή τήν σφραγίδα μου θά πεθάνη έπί τόπου». 'Όλοι έπεσαν στά γόνατα, προσκύνησαν καί δέχθηκαν τήν σφραγίδα στά μέτωπά τους. Μερικοί όμως προχώρησαν μπροστά του θαρραλέα καί φώναξαν όλοι μαζί μέ δυνατή φωνή: «Είμαστε Χριστιανοί καί πιστεύουμε στόν Κύριο ’Ιησού Χριστό». ’Αμέσως τό σπαθί τού ’Αντίχριστου άστραψε καί τά κεφάλια των νεαρών Χριστιανών κύλησαν κάτω· τό αίμα τους χύθηκε γιά τήν πίστι τού Χριστού. Κατόπιν έφεραν μέσα νεαρούς, γυναίκες καί μικρά παιδιά. Αύτή τήν στιγμή έξαγριώθηκε άκόμη περισσότερο καί ούρλιαζε σάν θηρίο: «Θάνατος. Αύτοί οί Χριστιανοί είναι έχθροί μου - θανατώστε τους». ’Ακολούθησε άμεσος έκτέλεσις. Κύλησαν κεφάλια στό πάτωμα καί σ’ όλόκληρο τόν ναό έρρευσε αίμα ’Ορθοδόξων.

Κατόπιν έφεραν ένα δεκάχρονο αγόρι γιά νά προσκυνήση. «Πέσε στά γόνατα!», τού είπαν. Τό παιδί όμως πλησίασε στόν θρόνο τού ’Αντίχριστου μέ θάρρος: «Είμαι Χριστιανός καί πιστεύω στόν Κύριο ήμών ’Ιησού Χριστό. Κι εσύ είσαι ένας δαίμονας, ό ύπηρέτης τού Σατανά· είσαι ό ’Αντίχριστος». «Θάνατος!», κραύγασε μ’ ένα τρομερό, κτηνώδες μούγκρισμα. "Ολοι γονάτισαν μπροστά στόν ’Αντίχριστο. Ξαφνικά έπεσαν χιλιάδες κεραυνοί καί χιλιάδες άστραπές με πύρινα βέλη διέσχισαν τόν άέρα καί κτύπησαν τούς ύπηρέτες τού ’Αντίχριστου. Τό μεγαλύτερο βέλος, πού ήταν φλογερό καί είχε τό σχήμα τοΰ σταυρού, έπεσε άπ’ τόν ούρανό στό κεφάλι τού ’Αντίχριστου. Κούνησε τό χέρι του κι έπεσε· τό στέμμα του κύλησε στό έδαφος καί πέταξαν έκατομμύρια πουλιά ραμφίζοντας τά πτώματα τών άθέων ύπηρετών του.

Τότε ένοιωσα τόν γέροντα νά μέ κτυπά στόν ώμο καί νά μου λέη: «νΑς προχωρήσουμε στόν δρόμο μας». Καί νά! Είδα καί πάλι πλήθος αίματος - έφθανε μέχρι τά γόνατα, μέχρι τήν μέση. ΤΩ, πόσο Χριστιανικό αίμα χύθηκε! Τότε θυμήθηκα τά λόγια τού άγιου Ίωάν-νου τού Θεολόγου στήν ’Αποκάλυψη: «Καί έξήλθεν αίμα έκ τής ληνού άχρι τών χαλινών τών ίππων» (Άποκ. ιδ' 20). ΤΩ Κύριε, σώσέ με τόν αμαρτωλό. Μέ κυρίευσε μεγάλος φόβος. Δέν ήμουν ούτε ζωντανός, ούτε νεκρός. Τότε είδα πολλούς άγγέλους νά πετούν καί νά ψάλλουν: «"Αγιος, "Αγιος, "Αγιος Κύριος Σαβαώθ». Ό γέροντας προσευχόταν γονατιστός. Κατόπιν σηκώθηκε καί είπε τρυφερά: «Μή λυπάσαι. Γρήγορα, γρήγορα θά έλθη τό τέλος τού κόσμου. Νά προσεύχεσαι στόν Θεό. Είναι οίκτίρμων στούς δούλους Του»...

('Από όραμα του άγιου τήν νύκτα τής 1ης Ιανουάριου 1908, όπου τοΰ παρουσιάσθηκε ό άγ. Σεραφείμ τοΰ Σάρωφ - γέροντας).
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ 
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΗΣ ΚΡΟΣΤΑΝΔΗΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.