Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2017

O ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.

π. Αυγουστ
Υπάρχουν, ἀγαπητοί μου, πολλοὶ ποὺ δέχονται μὲν ὅτι τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου εἶνε σπουδαῖα καὶ ἄξια θαυμασμοῦ, πλὴν ὅ­μως –λένε– δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθοῦν στὴ ζωὴ καὶ ἑπομένως μένουν σὰν μιὰ ὡραία θεωρία μακριὰ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα.
Τοὺς ἀπαντοῦμε, ὅτι ἡ μεγαλύτερη ἀπόδειξις ὅτι τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου δὲν εἶνε ψιλὴ θεωρία, μιὰ ἁπλῆ διδασκαλία, μιὰ συνηθισμένη φιλολογία ἀνεφάρμοστη στὴ ζωή, εἶ­νε τὰ ἑκατομμύρια τῶν ἁγίων τῆς χριστιανι­κῆς πίστεως. Οἱ ἅγιοι ἀποτελοῦν τὸν ἔμπρακτο χριστιανισμό. Στὰ πρόσωπά τους παίρνουν σάρκα καὶ ὀστᾶ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας· αὐ­τοὶ διαλαλοῦν σὲ ὅλους, ὅτι ὅσα ἐκεῖνος ἐκήρυξε εἶνε δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθοῦν.
Σᾶς καλῶ λοιπὸν νὰ κάνουμε μιὰ ἐπίσκεψι στὸ χορὸ τῶν μαρτύρων, ποὺ πέρασαν μπροστὰ ἀπὸ πολλοὺς αἰῶνες ἀπ᾽ τὴ γῆ, στὴν ὁ­ποία κ᾽ ἐμεῖς ζοῦμε σήμερα. Ὤ οἱ μάρτυρες, οἱ γενναῖοι ἥρωες τῆς στρα­τευμένης Ἐκκλησί­ας, οἱ ἀκατάβλητοι στρατι­ῶτες τοῦ Χριστοῦ! Ὅσοι αἰῶνες κι ἂν περάσουν, αὐτοὶ μένουν. Δὲν λησμονοῦνται, δὲν πεθαίνουν. Ἡ δόξα τους δὲ σβήνει, τὸ μεγα­λεῖο τους δὲν μειώνεται. Ζοῦν στὶς καρδιὲς τῶν Χριστιανῶν.
Ἀξίζει νὰ μεταφερθοῦμε τώρα στὴν ἡρω­ικὴ ἐποχὴ τῶν διω­γμῶν, τότε ποὺ οἱ Χριστιανοὶ πέ­θαιναν κατὰ χιλιάδες γιὰ τὴν πίστι στὸ Χριστό. Γιατὶ σήμερα, 8 Φεβρουαρίου, ἑορτά­ζει ἕνας γενναῖος καὶ δαφνοστεφανωμένος μαχητὴς τοῦ Κυρίου, ποὺ μαρτύρησε πρὶν ἀ­πὸ 16 καὶ πλέ­ον αἰῶνες, γύρω στὸ 320 μ.Χ.. Τὸ ὄνομά του Θεόδωρος· εἶνε ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ στρατηλάτης, ἕνας ἀπὸ τὶς χιλιάδες τῶν ἀθλητῶν τῆς χριστιανικῆς μας πίστεως.

* * *

Ὁ ἅγιος Θεόδωρος καταγόταν ἀπὸ τὰ Εὐ­χάιτα, μιὰ μικρὴ πόλι κοντὰ στὴν Ἀμάσεια τοῦ Πόντου, καὶ ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτο­ρος Λικινίου (308-324). Τὸ παρουσιαστι­κό του, ἡ εὐφράδειά του, ἡ γενναιότης, ἡ ὅλη ψυ­­χική του ὑπεροχὴ τὸν ἀνέβασαν σύντομα στὸ ἀ­ξίωμα τοῦ στρατηγοῦ διοικητοῦ τῆς Ἡρακλεί­ας τοῦ Πόντου, ποὺ ἦταν καὶ ἡ ἕδρα του.
Πίστευε στὸ Χριστό. Καὶ ἡ εὐθύτης, ἡ ἁγνότης καὶ ἡ καλωσύνη του τὸν ἔ­κα­­ναν ἀγαπητὸ σὲ ὅλους. Οἱ κατώτεροι ὄχι μόνο τὸν σέβον­ταν ἀλλὰ καὶ τὸν ἀγαποῦσαν, οἱ ἀνώτεροι καὶ οἱ ἐχθροί του τὸν θαύμαζαν. Ἔτσι ἔφερνε πολλοὺς ἀπὸ τὰ εἴδωλα στὴν Ἐκκλησία.
Ὁ Λικίνιος στὴ Νικομήδεια ἔμαθε τὰ φρονή­ματα τοῦ Θεοδώρου. Δὲν ἔδειξε τί σκέπτε­ται. Ἔ­στειλε νὰ τὸν φέρουν ἐκεῖ μὲ τιμές. Αὐ­τὸς ὅ­μως τοῦ μήνυσε ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχουν διάφο­­ρες διοικητικὲς ὑποθέσεις, καλύτερα εἶνε νὰ ἔρθῃ ἐκεῖνος στὴν Ἡράκλεια φέρνοντας μαζὶ καὶ τὰ εἴδωλα ποὺ λάτρευε. Ἔτσι καὶ ἔ­γινε. Ὁ Χριστιανὸς διοικητὴς ὑποδέχθηκε τὸν εἰδωλο­λάτρη αὐτοκρά­τορα μὲ λαμπρότητα, κ᾽ ἐκεῖ­νος πάλι τοῦ ἔδειξε εὐαρέσκεια, γιὰ νὰ προσ­ελκύσῃ τοὺς Χριστιανούς.
Τὴν ὡρισμένη μέρα ὁ Λικίνιος κάλεσε ἐνώπιον ὅ­λων τὸν στρατηλάτη Θεόδωρο νὰ προσ­­φέρῃ θυσία στοὺς θεούς. Αὐτὸς ζήτησε, πρὶν τὴ δημοσία θυσία, νὰ πάρῃ τὰ εἴδωλα στὸ σπίτι του, γιὰ νὰ τὰ θυμιάσῃ δῆθεν καὶ νὰ τὰ μυρώ­σῃ, κι αὐτοὶ τὸν πίστεψαν. Ἐνισχυ­όμενος ἀπὸ θεῖο ὄνειρο, ποὺ εἶχε δεῖ, ἔβλεπε ὅτι ἦρ­θε ἡ ὥρα νὰ μαρτυρήσῃ. Τὴ νύ­χτα κομμάτιασε τὰ εἴδωλα καὶ τὸ πρωὶ μοίρασε στοὺς φτωχοὺς τὰ χρυσᾶ καὶ ἀσημέ­νια κομμάτια.
Τὴν ὥρα ποὺ τὸν καλοῦσαν πάλι νὰ προσ­φέρῃ θυσία, ἔρχεται ὁ ἑκατόν­ταρχος Μαξέν­τιος καὶ φέρνει τὴν εἴδησι, ὅτι εἶδε στὸ δρόμο ἕνα φτω­χὸ νὰ βαστάῃ τὸ κεφάλι τῆς μεγά­λης θε­ᾶς Ἀρτέμιδος. Ἐξαγριωμένος ὁ Λικίνι­ος προσ­τάζει νὰ συλλάβουν τὸ στρατηγό. Ὁ ἅγιος θυ­μήθηκε τὰ λόγια τῶν ἀποστόλων «Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀν­θρώποις» (Πράξ. 5,29). Πῆρε θάρρος, γιγάντωσε, ὡ­μολόγησε τὴν πίστι του.
Πῶς τώρα νὰ περιγράψουμε τὸ μαρτύριό του; Μὲ βαθειὰ κατάνυξι ἡ Ἐκκλησία τοῦ ψάλλει·
«Καὶ σταυρῷ ἀναρτώμενος
καὶ τὰς σάρκας τυπτόμενος,
ὀξυτάτοις βέλεσι τιτρωσκόμενος
καὶ ἐπὶ ξύλου τεινόμενος
καὶ πλευρὰς ξεόμενος
καὶ παντοίαις χαλεπαῖς
ἀλγηδόσι κυκλούμενος
ἀπαράτρωτος
καὶ ἀήττητος ὤφθης τῇ δυνάμει
τοῦ σταυρῷ προσηλωθέντος,
κλέος μαρτύρων Θεόδωρε» (αἶν. β΄ τροπ.).
Τὸν γύ­μνωσαν, τὸν τέντωσαν ἀπ᾽ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια καὶ τοῦ ἔδωσαν μὲ βούνευρα ἑφτακόσα χτυπήματα στὴ ράχη, πε­νήντα στὴν κοιλιά, καὶ πολλὰ στὸ λαιμὸ μὲ μολύβδινες σφαῖ­ρες. Τοῦ ἔξυσαν τὸ σῶ­μα, τὸν ἔ­καιγαν μὲ ἀναμ­μένες λαμπάδες, ἔ­τριβαν τὶς πληγὲς μὲ σπασμένα τοῦ­βλα καὶ κερα­μίδια. Ἄ­φθονο ἔτρεχε τὸ αἷμα του. Στὴν κατάστασι αὐ­τὴ τὸν ἔρριξαν στὴ φυλα­κή, μὲ τὰ πόδια δεμέ­να στὸ τιμωρητικὸ ξύλο, καὶ τὸν ἄφησαν νηστικὸ ἑφτὰ μέρες. Κι ὅ­ταν τὸν ἔβγαλαν, τὸν κάρ­φωσαν σὲ σταυρό, διαπέρασαν οἱ ἀπάνθρωποι τὸ γεννητικό του ὄργανο μὲ σιδερένιο ῥαβδὶ ποὺ ἔ­φθασε μέχρι τὰ ἐντόσθιά του καὶ τὰ ξέσχισε, ἐνῷ κάτι παιδιὰ ἔρριχναν βέλη στὸ πρό­σωπό του καὶ τοῦ ἔβγαλαν τὰ μάτια. Τὰ ὑπέμεινε ὅ­λα μὲ καρτερία προσευχόμενος. Ἡ χαρά του ἦταν μεγάλη, γιατὶ θεωροῦσε ἰδιαίτερη τιμὴ νὰ λάβῃ τὸ θάνατο τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Πέρα­σε ἔ­τσι μιὰ νύχτα κρεμασμένος στὸ σταυρό.
Ἐκεῖ, πάνω ἀπὸ τὸ σταυρό, ὁ ἅγιος Θεόδω­ρος θὰ ἔκανε ἕνα μεγάλο θαῦμα· θὰ μετέβαλ­λε τὸ σταυρό του σὲ ἄμβωνα τῆς χριστι­ανι­κῆς διδασκαλίας· τῆς διδασκαλίας ποὺ ῥίχνει βαθειὰ τὶς ῥίζες της στὶς καρδιὲς τῶν ἀν­θρώπων, κι αὐτῶν ἀκόμη τῶν ἀπίστων, τῶν δι­­ωκτῶν καὶ τῶν δημίων, ποὺ βλαστάνει καὶ καρποφορεῖ γρήγορα μὲ πλουσίους καρποὺς – πότε ὅ­μως· ὅταν δὲν κηρύσσεται μόνο μὲ λόγια, ἀλ­λὰ καὶ μὲ ἅγιο βίο, μὲ μαρτύρια, μὲ αἷ­μα. Τὸ αἷμα ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ τὸ μελάνι.
Τὸ πρωὶ ἐπρόκειτο νὰ κατεβάσουν τὸ σῶ­μα του ἀπὸ τὸ σταυρὸ καὶ νὰ τὸ ῥίξουν στὴ θά­λασσα. Ἀλλ᾽ ὅταν ἦρθαν νὰ τὸν ἀ­ποκαθηλώσουν οἱ στρατιῶτες ―ὀγδονταπέντε στὴν ἀρ­χὴ καὶ ἄλλοι τριακόσοι ἐν συνεχείᾳ―, τὸν βρῆ­καν ὄχι μόνο ζωντανὸ ἀλλὰ καὶ τελείως ὑ­γιῆ. Ἄγγελος Κυ­ρίου τὸν εἶ­χε θεραπεύσει! Αὐτὸ τοὺς κατέ­πληξε. Ὑπομένοντας, δηλαδή, ὁ ἅ­γι­­ος Θε­όδω­ρος τὸ φρικτὸ μαρτύριο εἶχε δώσει μία ἰσχυ­ρὴ μαρ­τυρία γιὰ τὸν Κύριο, δίδαξε ὅ­λους ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ ἀληθινὸς Θεός. Καὶ συνέ­βη ἔτσι, κάτω ἀπὸ τὸ σταυρό του, νὰ πιστέψουν τό­σοι ἄνθρωποι· τριακόσοι ὀγδοντα­πέντε (385) εἰ­δωλολάτρες, ὅλοι αὐτοὶ πίστεψαν στὸ Χριστό! Τὸ γεγονὸς ἔκανε μεγάλη αἴσθησι στὴν πόλι.
Βλέποντας ὁ Λικίνιος τὴν ἀναταραχὴ ποὺ δημιουργήθηκε καὶ φοβούμενος τὰ χειρότερα διέταξε χωρὶς ἄλλη καθυστέρησι νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν. Ἔτσι ἡ ἁγία ψυ­χὴ τοῦ μεγαλομάρτυρος ἄφησε τὸ θνητό του σῶμα καὶ τὸν φθαρτὸ τοῦτο κόσμο καὶ φτερούγισε, γιὰ ν᾽ ἀ­νεβῇ στοὺς οὐρανούς, στὴν ἀγκάλη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖο τόσο ἀγάπησε καὶ μὲ μαρτυρικὴ θυσία ἀπέδειξε τὴν ἀνυπόκριτη καὶ ζωντανή του ἀγάπη. Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ στρατηλάτης εἶνε «ὁ πολλοῖς βασάνοις ὠνησάμενος Θεοῦ τὴν οὐράνιον βασιλείαν», ἐ­κεῖνος δηλαδὴ ποὺ μὲ πολλὰ βάσανα ἀγόρασε τὴν οὐράνιο βασιλεία τοῦ Θεοῦ (στιχηρ. ἑσπ. α΄ τροπ.).
Μετὰ τὸ μαρτυρικὸ τέλος τὸ ἱερὸ λείψανό του μετακομίσθηκε ἀπὸ τὴν Ἡράκλεια στὰ Εὐ­χάιτα, στὸ πατρικό του κτῆμα, ὅπως εἶ­χε παραγγείλει ὁ ἴδιος στὸν ταχυγράφο του Οὔαρο, ὁ ὁποῖος περιέγραψε καὶ τὸ μαρτύριό του.

* * *

Ἰδού, ἀγαπητοί μου, γενναῖα καὶ ὑψηλὰ παραδείγματα ποὺ προβάλλονται πρὸς μίμησιν σ᾽ ἐκείνους ποὺ θέλουν ὄχι μόνο νὰ λέγωνται ἀλλὰ καὶ νὰ εἶνε Χριστιανοί. Αὐτὴ εἶνε ἡ μεγαλειώδης ἱστορία, ποὺ τὴν ἔγραψαν μὲ τὸ αἷ­μα τους οἱ ἅγιοι πρόγονοί μας καὶ τὴν ἄφησαν σ᾽ ἐμᾶς γιὰ νὰ τὴ συνεχίσουμε.
Ἐκεῖνοι ἀπέδειξαν ὁλοφάνερα, ὅτι τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου εἶνε πραγματικότης, μποροῦν νὰ γίνουν βίωμα. Πῶς τὸ ἀπέδειξαν; μὲ τὸ ὅτι περισσότερο ἀπὸ γονεῖς, ἀπὸ παιδιά, ἀπὸ γυναῖκες καὶ τὰ λοιπὰ ἀγαθὰ ἀγάπησαν τὸ Σωτῆρα Χριστό. Ἔδωσαν σ᾽ αὐτὸν τὰ πάν­τα, ἀλλὰ καὶ κέρδισαν τὰ πάντα.
Ἂν τοὺς θαυμάζουμε, ἂς τοὺς μιμηθοῦμε κάνοντας κ᾽ ἐμεῖς λίγα ἀπὸ ὅσα ἐκεῖνοι ἔκαναν. Μὲ τὶς σκέψεις μας, μὲ τὰ λόγια μας, μὲ τὶς πράξεις μας, σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς μας, νὰ ὁμολογοῦμε τὸ Χριστό, ὁ ὁποῖος πρῶτος ἔχυσε τὸ αἷμα του γιὰ μᾶς καὶ γιὰ τὸν ὁποῖον οἱ ἐκλεκτοί του δοῦλοι θυσιάστηκαν, καὶ ὁ ὁποῖος παντοῦ καὶ πάντοτε εἶνε θαυμαστὸς μὰ ἰδίως εἶνε «θαυμαστὸς… ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ» (Ψαλμ. 67,36).
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Γραπτὴ ὁμιλία, ἡ ὁποία μετεδόθη ὡς ἐκπομπὴ ἀπὸ τὸν ῥαδιοφωνικὸ σταθμὸ Ἐνόπλων Δυνάμεων Λαρίσσης τὴν Τρίτη 8-2-1955.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου