
Ὁ Γιωργάκης γεννήθηκε στὴν Ἑλλάδα. Ὁ παππούς του τὸν ἔκλεψε ἀπὸ τοὺς γονεῖς του καὶ τὸν μετέφερε σὲ βουδιστικὸ μοναστήρι στὸ Θιβέτ. Ἐκεῖ μεγάλωσε μὲ τὴν ἐπήρεια τοῦ σατανᾶ, ὁ ὁποῖος τὸν ἔθελγε μὲ τὶς ἱκανότητές του. Κάποτε ὁ Γιωργάκης ἔμαθε ὅτι εἶχε γονεῖς καὶ αὐτοὶ διέμεναν στὴν Σουηδία, Ἕλληνες μετανάστες. Μὲ ὑπερφυσικὸ τρόπο ποὺ τοῦ ἐξασφάλισε ὁ πονηρὸς ἔφθασε στὸ σπίτι τῶν γονιῶν του.
Ἔτυχε τότε νὰ περάσει ἀπὸ αὐτὸ ὁ Ἱεραπόστολος πατὴρ Εὐσέβιος Βίττης. Τὸ παιδὶ δὲν εἶχε δεῖ ποτὲ Ὀρθόδοξο Ἱερεα οὔτε ἤξερε τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Ἦταν δέσμιος τοῦ Σατανᾶ ποὺ δὲν ἀφήνει περιθώρια στοὺς δικούς του γνώσεως τῆς ἀληθείας. Τὸν πατέρα Εὐσέβιο τὸν πέρασε γιὰ κινέζο, τοῦ ἔκανε τὴν γνωστὴ κινέζικη ὑπόκλιση καὶ τοῦ μιλοῦσε κινέζικα.Ὁ πατὴρ Εὐσέβιος ἀπόρησε μὲ τὴν συμπεριφορὰ τοῦ Γιωργάκη καὶ ὁ πατέρας τὴν ἀπορία αὐτὴ μετέφερε στὸν γιό του. Τότε ἄρχισε ἡ συζήτηση. Τί εἶναι Ὀρθοδοξία, ποιός δημιούργησε τὸ σύμπαν, ποιός εἶναι ὁ ἀληθινὸς Τριαδικὸς Θεός, γιατί ἐνανθρώπησε ὁ Θεάνθρωπος ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία, γιὰ τὸ πάθος καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας. Ἐξήγησε ὁ Γέροντας ὅλη τὴν θεία οἰκονομία ποὺ ἀποσκοποῦσε στὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν ἁρπαγή του ἀπὸ τὸ νύχια τοῦ διαβόλου.
Ὁ Γιωργάκης ἄκουγε ὅλα αὐτὰ σὰν παραμύθια καὶ γελοῦσε ἐνδόμυχα. Ἤξερε τὴν δύναμη τοῦ Σατανᾶ καὶ σὲ αὐτὴν πίστευε. Ὅταν μετὰ ἀπὸ λίγο ὁ πατὴρ Εὐσέβιος ζήτησε νὰ τοῦ προσφέρουν λίγο νερό, θέλησε νὰ δείξει τὴν δύναμη τοῦ Σατανᾶ μὲ τὴν ὁποία δροῦσε.
-Μὴν κουνηθεῖ κανεις, εἶπε! Θὰ ἔλθει τὸ ποτήρι μὲ τὸ νερό.
Ἐπικαλέσθηκε τὸν Σατανᾶ καὶ ἀμέσως ἕνα ποτήρι μὲ νερὸ παρουσιάσθηκε στὸ τραπέζι. Λέει τότε στὸν πατέρα Εὐσέβιο:
-Εἶδες, ὁ δικός μου Θεὸς εἶναι δυνατὸς καὶ μπορεῖ νὰ κάνει θαυμαστὰ πράγματα. Ἀπόδειξέ μου ὅτι ὁ δικός σου εἶναι πιὸ δυνατός!
-Ὁ δικός μου Θεός, λέει ὁ πατὴρ Εὐσέβιος, εἶναι ταπεινὸς καὶ δὲν κάνει ἐπιδείξεις.
Βγάζει τοτε ἀπὸ τὴν τσέπη του ἕνα ξύλινο σταυρουδάκι καὶ τοῦ λέει:
-Κράτα αὐτὸ στὸ χέρι σου καὶ φέρε μου πάλι ἕνα ποτήρι μὲ νερό.
Ὁ Γιωργάκης γέλασε καὶ εἶπε:
-Εἶναι δυνατὸ αὐτὸ τὸ ξυλαράκι νὰ σταματήσει τὴν δύναμη τοῦ Σατανᾶ;
Τὸν ἐπικαλέσθηκε, ἀλλὰ νερὸ δὲν ἦλθε. Δεύτερη φορά, ἀλλὰ πάλι «οὐκ ἦν φωνὴ καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις» (Γ΄ Βασ. 17,1). Ὁ Γιωργάτης ταράχθηκε. Τὰ ἔβαλε μὲ τὸν Σατανᾶ καὶ νευριασμένα λέγοντάς του ὅτι τὸν ντρόπιασε. Τοῦ φώναξε:
-Ποῦ εἶσαι καὶ δὲν ἀκοῦς. Γιατὶ δὲν ἔρχεσαι ποὺ σὲ φωνάζω.
Ἀκούει τότε τὴν φωνὴ τοῦ Σατανᾶ νὰ τοῦ λέει:
-Πέταξε ἀμέσως αὐτὸ ποὺ κρατᾶς στὸ χέρι σου.
Ἄνοιξε ὁ Γιωργάκης τὸ χέρι καὶ τοῦ δείχνει τὸ σταυρουδάκι.
-Πέταξε ἀμέσως αὐτό, οὔρλιαξε δυνατὰ καὶ βρύβοντας τὰ μάτια του μὲ τὰ βρώμικα χέρια του.
Ὁ Γιωργάκης κατάλαβε, ὅτι ὑπάρχει μιὰ ἄλλη δύναμη μεγαλύτερη ἀπὸ αὐτὴ τοῦ Σατανᾶ. Ὁ πατὴρ Εὐσέβιος μὲ ταπεινὸ φρόνημα τοῦ εἶχε δείξει ὅτι ὁ Σταυρὸς εἶναι «δαιμόνων τὸ τραῦμα» καὶ «φύλαξ πάσης τῆς οἰκουμένης». Οἱ γνώσεις τοῦ Γέροντος, ἡ προσευχή του καὶ ἡ ἱεραποστολική του διάθεση εἶχαν κερδίσει μια ψυχή. Στὰ αὐτιά του βούιζαν τὰ λόγια τοῦ Ἀδελφοθέου Ἰακώβου «Ἐάν τις ἐν ὑμῖν πλανηθῇ ἀπὸ τῆς ἀληθείας, καὶ ἐπιστρέψῃ τις αὐτόν, 20 γινωσκέτω ὅτι ὁ ἐπιστρέψας ἁμαρτωλὸν ἐκ πλάνης ὁδοῦ αὐτοῦ σώσει ψυχὴν ἐκ θανάτου καὶ καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν» (Ἰακ. ε’ 19).
Ὁ Γιωργάκης μεταστράφηκε, γνώρισε ἀργότερα τὸν πατέρα Παΐσιο καὶ ἀκολούθησε τὴν μοναδικὴ ὁδὸ τῆς σωτηρίας.
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου