
π. Στέφανος Ἀναγνωστόπουλος:
«Οἴδαμεν δὲ ὅτι τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν, τοῖς κατὰ πρόθεσιν κλητοῖς οὖσιν» (Ρωμ. 8, 28).
Ὅλοι μας γνωρίζουμε ὅτι ἡ πορεία αὐτῆς τῆς ζωῆς εἶναι κάθε ἄλλο παρά ἀκύμαντη καί εἰρηνική, μᾶλλον εἶναι γεμάτη θλίψεις, πειρασμούς, διωγμούς καί παθήματα. Ὅμως, μέ τόν στίχο «πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν», ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς βεβαιώνει ὅτι καί τότε τό Ἅγιο Πνεῦμα βοηθᾶ καί συντρέχει, μεταστρέφοντας αὐτά τά φαινόμενα ἀπό δυσάρεστα καί θλιβερά σε οὐράνια χαρά καί δόξα.
Κι ἄν ἀκόμα στή φουρτούνα τῶν δοκιμασιῶν φαίνωνται ἄκαρπες οἱ προσευχές μας, καί πάλι τά πάντα στό ἀγαθό συνεργοῦν.
Καί αὐτό ἀποτελεῖ ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας καί ἐμπειρία ζωῆς. Σέ ποιούς ὅμως γίνεται αὐτή ἡ μεταστροφή; Μόνο σ’ ἐκείνους πού ἀγαποῦν τόν Θεό, τηροῦν τίς ἐντολές Του καί συμμετέχουν στά ἅγια Μυστήρια συνειδητά. Μέ τίς προϋποθέσεις αὐτές, ἀκόμη καί τά κακά καί τά βλαβερά συνεργοῦν στό ἀγαθό. Ἀντίθετα, σ’ ἐκείνους πού βλασφημοῦν καί εἰρωνεύονται τήν Ἐκκλησία καί τά Μυστήριά της, ἀρνοῦνται νά ἐργασθοῦν τίς εὐαγγελικές ἐντολές καί ἀπιστοῦν, τά πάντα συνεργοῦν στήν καταστροφή τους, ἀκόμη καί τά δῆθεν ὠφέλιμα.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος δέν εἶπε ὅτι οἱ πιστεύοντες καί ἀγαπῶντες καί λατρεύοντες τόν Θεό δέν θά ‘χουν καμμία λύπη καί στενοχώρια, ὄχι! Θά ἔχουν, καί μάλιστα πολλές… Ἄλλωστε: «ἐν τῷ κόσμῳ θλίψιν ἕξετε» (Ιωάν. 16, 33) καί «διὰ πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. 14, 22). Ἀλλά ἡ διαφορά εἶναι ὅτι σ’ ἐκείνους πού ὑπομένουν τά δεινά δοξολογώντας τόν ἅγιο Θεό, σ’ αὐτούς τά λυπηρά θά γίνωνται αἰτία νά δοξάζεται ὁ πανάγιος Θεός ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους, ἀλλά καί αὐτοί πού τά ὑπομένουν νά ἐξαγιάζωνται.
Σχετικά, ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος (1) ἀναφέρει ὅτι «ἀκόμη καί οἱ ἁμαρτίες συνεργοῦν στό ἀγαθόν, διότι προκαλοῦν μετάνοια πού σώζει». Δηλαδή: Ἀγαπᾶς τόν Θεό, ἀλλά ὡς ἄνθρωπος πέφτεις. Μετά τήν πτῶσι, ἀκολουθοῦν θλίψεις, ὀδύνη. Καί σύ, συνδυάζεις τή θλίψι μέ τήν πτῶσι. Καί τότε κατανύγεσαι, συντρίβεσαι, μετανοεῖς… καί ἰδού ἡ σωτηρία!
Γι’ αὐτό, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μᾶς λένε ὅτι εἶναι χίλιες φορές προτιμότερα τά δεινοπαθήματα, ὅταν τά ὑπομένουμε κατά Θεόν μέ γενναῖο φρόνημα, παρά νά μᾶς καταλάβη τό πνεῦμα τῆς δειλίας, τῆς ὀλιγοπιστίας καί τῆς ἀκηδίας. Καί αὐτό, γιατί ἡ ὑπομονή στίς θλίψεις διεγείρει διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τήν προσευχή, ἡ προσευχή τήν ἐλπίδα καί ἡ ἐλπίδα δέν ντροπιάζει ποτέ τόν ἐλπίζοντα.
Ἔτσι, εἶναι προτιμότερες οἱ πτώσεις πού διεγείρουν τήν ψυχή σέ μετάνοια, παρά ὁ ὕπνος καί ἡ ραθυμία, πού τρέφουν τά κρύφια πάθη, τά ὁποῖα, ὅταν πλέον φανερωθοῦν, θά προκαλέσουν στήν ψυχή μύριες καταστροφές.
Ὅπως βεβαιώνει καί ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης (2), ἡ θεία Πρόνοια χρησιμοποιεῖ καί τά πλέον κακά καί δυσάρεστα ἀγαθοπρεπῶς γιά τήν ὠφέλεια ἐκείνων πού ἀγαποῦν τόν Θεό, καί τούς ὁποίους κάλεσε ὁ Ἴδιος ὁ Θεός. «Τοῖς κατὰ πρόθεσιν κλητοῖς οὖσιν».
Μᾶς ἐκάλεσε, λοιπόν, ὁ Θεός, ἀλλά «κατά πρόθεσιν», δηλαδή σύμφωνα μέ τήν ἀγαθή προαίρεσί μας. Διότι οἱ Πατέρες μᾶς λένε ὅτι ὁ Θεός καλεῖ ΕΚΕΙΝΟΥΣ μόνο, πού ἔχουν ἀγαθή πρόθεσι καί καλή προαίρεσι.
Αὐτό σημαίνει, λέγει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (3), ὅτι δέν εἶναι ἀρκετό τό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ γιά νά σωθῆ ὁ ἄνθρωπος. Πρέπει κι αὐτός ν’ ἀπαντήση θετικά στο κάλεσμά Του. Νά πηγάζη ἀπό μέσα του ή καλή του πρόθεσις. Ἄρα ὁ ἄνθρωπος σώζεται τότε μόνον, ὅταν ἀνταποκριθῆ καλοπροαίρετα στο θεῖο κάλεσμα. Διότι ὁ Θεός «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι» (Α’ Τιμ. 2, 4). Στούς ἔχοντας, λοιπόν, τήν καλή πρόθεσι, σ’ αὐτούς καί μόνον ἐνεργεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τά σωτηριώδη ενεργήματα καί τούς ἀνεκλαλήτους στεναγμούς. Σ’ αὐτούς καί μόνο τά πάντα συνεργοῦν στό ἀγαθόν.
Κάποτε ὑπῆρχε μιά φτωχή γυναῖκα, ἡ ὁποία ὅλη τήν ὥρα, ὅ,τι καλό κι ἂν τῆς συνέβαινε, κοίταζε τόν οὐρανό καί ἔλεγε: «Δόξα τῷ Θεῷ!» Αἰσθανόταν πολύ εὐγνώμων γιά τό ὁ,τιδήποτε. Κάπου ἐκεῖ κοντά της, ἔμενε ἕνας πλούσιος ἄνθρωπος. Κάθε φορά, λοιπόν, πού περνοῦσε μπροστά ἀπό το σπίτι τῆς γυναίκας, τήν ἄκουγε να λέη: «Δόξα τῷ Θεῷ! Εὐχαριστῶ, Κύριε». Στήν ἀρχή δέν ἔδινε σημασία, ἀλλά κάποια στιγμή αὐτό ἄρχισε νὰ τὸν ἐκνευρίζη. «Πῶς μπορεῖ αὐτή ἡ γυναῖκα, τόσο φτωχή, νὰ εὐχαριστῆ συνέχεια τόν Θεό;», σκεφτόταν.
Μιά μέρα, λοιπόν, ὅταν ξαναπέρασε μπροστά ἀπό τό σπίτι της καί τήν ἄκουσε να λέη πάλι «δόξα τῷ Θεῷ», νευρίασε τόσο πολύ, πού εἶπε στόν ὑπηρέτη του: «Πήγαινε στό παντοπωλεῖο καί γέμισε δύο τσάντες τρόφιμα. Πήγαινέ τα σ’ αὐτή τή γυναῖκα καί, ὅταν σε ρωτήση ποιός τά στέλνει, νὰ τῆς πῆς ὅτι ὁ διάβολος τά στέλνει».
Ἔτσι λοιπόν ἔκανε ὁ ὑπηρέτης. Τήν ἑπομένη ἡμέρα πῆγε στό παντοπωλεῖο, γέμισε δύο τσάντες μέ τρόφιμα καί τά πῆγε. Ἔφθασε στο σπίτι της καί χτύπησε τήν πόρτα. Ἐκείνη, μόλις βγῆκε ἔξω καί ἀντίκρυσε τίς δύο τσάντες γεμάτες τρόφιμα, ἀναφώνησε: «Δόξα τῷ Θεῷ! Εὐχαριστῶ Κύριε!»
Ὁ ὑπηρέτης τή ρώτησε ἀνυπόμονα:
-Δέν θέλετε να μάθετε ποιός σᾶς ἔστειλε τα τρόφιμα;
-Ὄχι, παιδί μου, δέν ἔχει σημασία. Ὅταν θέλη ὁ Θεός, καί ὁ διάβολος Τόν ὑπηρετεῖ!
Καί παίρνοντας τά τρόφιμα, μπῆκε μέσα εὐτυχισμένη. Ὁ ὑπηρέτης ἔμεινε κατάπληκτος. Τό ἴδιο, ἀσφαλῶς, καί τό ἀφεντικό του.(4)
(1) Ἅγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, «Ερμηνεία εἰς τάς ΙΔ’ Ἐπιστολάς…», σελ. 202.
(2) Τοῦ ἰδίου, ὅ. ἀ., ὑποσ. 212.
(3) Τοῦ ἰδίου, ὅ. ἀ. σελ. 202.
(4) Περιοδικό «Μεταμόρφωσις», Παραβόλα Ἁγρινίου, Γ.Δ. Κουβελας.
Πηγή: «Ἐγὼ φταίω… Ἐσύ;», Πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστοπούλου, ἔκδοσις Ἱεροῦ Γυναικείου Ἡσυχαστηρίου «Τὸ Γενέθλιον τῆς Θεοτόκου» Σεργούλα Δωρίδος, Πειραιᾶς 2019, ἔκδοση Γ’, σέλ.376-378
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου