Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026

Οἱ τρεῖς ἐμφανίσεις τοῦ Ἁγίου Δημητρίου καὶ ὁ ἀργυρὸς θρόνος.

 

(Τό σχετικό θαῦμα ἔγινε στά χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορος Φωκᾶ 602-610 μ.Χ.)

Τόν φιλαλήθη ἀρχιερέα Εὐσέβιο, ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης (πιθ. 590-610 μ.Χ.). τόν ἀκούσαμε νά διηγεῖται καί τοῦτο γιά τή μέγιστη πρόνοια καί φροντίδα τοῦ ἀθλοφόρου πρός τήν πόλη, τήν ὁποία ἐμεῖς, Θεοῦ θέλοντος, θά προσπαθήσουμε νά διευκρινίσουμε στά ἑπόμενα. Συνέβη, λέγει, νά ἐμπρησθεῖ τή νύχτα τό κιβώριο τοῦ μάρτυρος, τό ὁποῖο βρισκόταν μέσα στό πανάγιο τέμενός του καί ἦταν στολισμένο ὁλόκληρο μέ ἄργυρο (ἀσήμι). Ἀπό τή φωτιά ἔλιωσε ὅλος ὁ ἄργυρος κι ἕνα μέρος του χάθηκε. Ὁ ὁσιότατος λοιπόν ἀρχιεπίσκοπος πού ἀναφέραμε προηγουμένως, σπεύδοντας νά ἀνακατασκευάσει τό προλεχθέν ἅγιο κιβώριο καί ἐπειδή δέν ἔβρισκε ἐπαρκή τήν ποσότητα τοῦ χωνευμένου ἀργύρου γιά τήν ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου, σκεφτόταν να λιώσει τόν ἀργυρό θρόνο πού ἦταν στόν ἴδιο πάνσεπτο Ναό, προκειμένου νά ὁλοκληρώσει τήν ἀνακατασκευή τοῦ κιβωρίου ὡς ἀναγκαιότερη, διότι αὐτό περιέκλειε, ὅπως λέγεται, καί τόν ἁγιασμένο τάφο τοῦ μάρτυρος· ἄλλωστε αὐτό τύχαινε, πράγματι, νά ἀποτελεῖ καί σπουδαιότατο κόσμημα ὅλου τοῦ οἴκου.

Τή σκέψη καί ἀπόφαση αὐτή ὁ ἀρχιεπίσκοπος τήν κράτησε μυστική καί δέν τή γνώριζε κανένας ἄλλος (ἐξάλλου δέν ὑπῆρχε καμιά ἄλλη πηγή ἀπ’ ὅπου θά ἐξασφάλιζε τήν ἀναπλήρωση τοῦ ἀργύρου πού ἔλειπε).

Τότε ἐμφανίστηκε σέ ὄνειρο ὁ βοηθός ὅλων μας, ὁ μέγας μάρτυς τοῦ Χριστοῦ Δημήτριος, σὲ ἕναν ἄνδρα ἄριστο στή ζωή του καί πρεσβύτερο (ἱερέα) στό ἀξίωμα, ὀνομαζόμενο Δημήτριο, καί τοῦ εἶπε: «Πήγαινε να πεῖς στὸν ἐπίσκοπο τῆς πόλεως: “μήν τολμήσεις να διαλύσεις τό θρόνο τοῦ οἴκου μου”».

Καί ὅταν ἔπραξε τοῦτο ὁ πρεσβύτερος, ὁ ἀρχιερέας στήν ἀρχή ἐξεπλάγη ἀπό τὴν ἀποκάλυψη τοῦ σχεδίου του, διότι κανένας, ὅπως εἶπε, δέν ἤξερε την κρυφή ἀπόφασή του. Ἔπειτα ὅμως, νομίζοντας ὅτι αὐτά τά ἔπλασε ὁ πρεσβύτερος ἀπό κάποια σκοπιμότητα (ἀφοῦ τύχαινε νά εἶναι καί προϊστάμενος τοῦ ἀναφερθέντος πάνσεπτου Ναοῦ), τόν ἔδιωξε, λέγοντάς του τά ἀκόλουθα, λίγα καί λυπητερά, λόγια: «Τί εἶναι αὐτά πού ἄκουσες; Ἅφησέ με στήν ἡσυχία μου, ἀδελφέ».

Μετά ἀπό μερικές ἡμέρες ὁ ἀρχιεπίσκοπος, ἀφοῦ ἐρεύνησε πολύ, πλήν ὅμως δέν βρῆκε καμιά πηγή γιά τήν ἐξασφάλιση τοῦ ἀργύρου πού χρειαζόταν να γίνει τό ἔργο, ἐπανῆλθε στήν ἀρχική του ἀπόφαση περί τοῦ θρόνου. Μόλις ὅμως διέταξε νά κληθεῖ ὁ ἀργυροχόος, γιά νά τοῦ δώσει τήν ἐντολή να πάρει τό θρόνο, τήν ἴδια ἀκριβῶς ὥρα κάποιος τοῦ μήνυσε: «ὁ πρεσβύτερος Δημήτριος ζητεῖ ἐπίμονα νά εἰσέλθει στήν ἁγιοσύνη σου». Κι αὐτός, μόλις εἰσῆλθε, τοῦ εἶπε: «Ὁ σκεπαστής μας άθλοφόρος ἐμφανίστηκε πάλι σ᾽ ἐμένα τόν ἁμαρτωλό, στόν ὕπνο μου κατά κάποιον τρόπο καί μέ σκυθρωπό τό πρόσωπο, καί μέ πρόσταξε νά ἀναγγείλω στή μακαριότητά σου κατά λέξη τά ἑξῆς: “γιά τήν ἀγάπη σου, μή μέ λυπήσεις μέ τήν ἀφαίρεση τοῦ θρόνου”». Ἀκούγοντας αὐτά ὁ ἀρχιεπίσκοπος, ἀγανάκτησε ἀπό τόν πρεσβύτερο (διότι νόμιζε πώς αὐτός τά ἔπλαθε αὐτά) καί τόν ἔδιωξε μέ περισσότερη αὐστηρότητα, ἀφοῦ τοῦ φανέρωσε πλέον το σχέδιό του, λέγοντας: «Καί ἀπό ποῦ ζητᾶς ἐσύ νά ἀναπληρωθεῖ τό ἔλλειμμα στήν ποσότητα τοῦ ἀργύρου; Μήπως ξέρεις ἄν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος; Πές τον μας. Σέ αντίθετη περίπτωση, να μήν κατακρίνεις μὲ αὐθάδεια, κάνοντας τὸν ἔξυπνο στίς θλίψεις των άλλων».

Ὁ πρεσβύτερος βγήκε ἀπὸ τὴν Ἀρχιεπισκοπή, συγχυσμένος, ἀφοῦ ὁ ἀθλοφόρος δὲν τοῦ εἶχε πεῖ ἀκόμη τί έπρεπε να γίνει, παρά μόνο ἀπέτρεπε να διαλυθεῖ ὁ θρόνος. Ἔτσι, ὁ πρεσβύτερος θεωρούνταν ἀναξιόπιστος σύμβουλος, γιατί ἔλεγε ὅτι ὁ ἅγιος πρόσταζε να μή σηκωθεῖ ὁ θρόνος από τη θέση του, ἀπό ποῦ ὅμως ἔπρεπε να γίνει ἡ συμπλήρωση τοῦ κιβωρίου δὲν εἶχε νὰ πεῖ τίποτε. Ἀφοῦ τὸ θέμα αὐτό ἀναβλήθηκε περίπου δεκαοκτώ μήνες καί δέν παρουσιαζόταν άλλος τρόπος γιὰ τὴν ἀναπλήρωση τοῦ ἐλλείμματος, ὁ ἀρχιερέας ἀποφάσισε τελικά νά πραγματοποιήσει ἐξάπαντος το σχέδιο του καί νά μήν ἀφήνει ἔτσι ἄσχημο ὅλο τὸ Ναό ἐξαιτίας τῆς καταστροφῆς τοῦ κιβωρίου, πού ἀποτελοῦσε στολίδι του και δέν εἶχε ἀκόμη ἀποκατασταθεί.

Κατά την κρίσιμη ἐκείνη στιγμή εὐδόκησε ὁ Θεός καί ὁ πανένδοξος άθλοφόρος ἄνοιξε το χέρι του τό πλουσιοπάροχο: ἐμφανίστηκε γιά τρίτη φορά στον πρεσβύτερο λέγοντάς του: «Πήγαινε νά πεῖς στόν ἐπίσκοπο: “μήν εἶσαι ἀπερίσκεπτος· ἐγώ ἐνδιαφέρομαι περισσότερο ἀπό σένα γιά τόν οἶκο μου καί τήν πόλη, να μήν κάνεις τίποτε”».

Ὅταν ὁ πρεσβύτερος ἄκουσε αὐτά, ἔσπευσε ἀμέσως καί πολύ χαρούμενος στόν ἀρχιεπίσκοπο καί, ἀφοῦ πῆρε την ἄδειά του, τοῦ ἀνήγγειλε τό ὅραμα καί τοῦ μετέφερε την καλή παραγγελία να μένει ἀμέριμνος. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος δάκρυσε καί ἔμεινε κατάπληκτος ἀπό τήν τόσο μεγάλη συγκατάβαση καί πρόνοια τοῦ ἀθλοφόρου καί πίστεψε μέ ὅλη του τήν καρδιά στήν ὑπόσχεσή του, τήν ὁποία ὁ μάρτυς δέν φανέρωνε προηγουμένως, γιά νά δοκιμάζονται, νομίζω, οἱ ψυχές μας μέ μεγαλύτερη ἀγωνία. Ἀφοῦ πέρασε λίγη ὥρα ἀπό τήν ἔξοδο τοῦ πρεσβυτέρου, ὁ ἀρχιεπίσκοπος εἶπε σ’ αὐτούς πού ἥταν πλησίον του καί ἄκουσαν αὐτά πού ἐλέχθησαν τότε ἀπό τόν πρεσβύτερο: «Ἅς περιμένουμε λίγο, ἀδελφοί· ἡ ὑπόσχεση τοῦ ἀθλοφόρου εἶναι πράγματι ἀψευδής». Καί προτοῦ σχεδόν συμπληρώσει τή φράση του, κάποιος ἀπό τούς δικούς του τοῦ λέγει: «Ὁ κύριος Μηνᾶς στέκεται κάτω καί θέλει νά ἀσπαστεῖ τὰ πόδια σας, λέγοντας μάλιστα ὅτι θέλει νὰ σᾶς ἀνακοινώσει κάτι γι’ αὐτό καί ἦρθε τέτοια ὥρα». Ἦταν ἡ πέμπτη ὥρα τῆς ἡμέρας (τήν πέμπτη ὥρα, δηλαδή στίς 12 το μεσημέρι, διακοπτόταν ἡ ἐργασία καί ἀκολουθοῦσε τό γεῦμα).

Ὁ Μηνᾶς, μόλις ἀνέβηκε στόν ἀρχιεπίσκοπο, εἶπε: «Ἐπειδή χρωστάω πολλά στόν πανένδοξο μάρτυρα Δημήτριο, διότι μέ γλίτωσε πολλές φορές από κινδύνους καί ἀπό τὸν ἴδιο τὸ θάνατο, ἐπανειλημμένα ξεκίνησα να προσφέρω στόν πάνσεπτο Ναό του κάτι μέτριο ἀπό τήν περιουσία πού μοῦ χάρισε ὁ Θεός καί αἰσθανόμουν μέσα στήν ψυχή μου σὰν νὰ μοῦ ἔλεγε κάποιος: “περίμενε· δέν εἶναι καιρός”. Σήμερα ὅμως, παμμακάριστε πάτερ, ἀπό τό πρωί μέχρι αὐτήν τὴν ὥρα μέ ὠθοῦν οἱ λογισμοί, λέγοντας: “πρόσφερε αὐτά πού πολλές φορές ὑποσχέθηκες στόν ἀθλοφόρο, γιατί τώρα εἶναι ὁ κατάλληλος καιρός· καί τό δῶρο νά εἶναι σέ ἄργυρο καί ὄχι σε χρυσό”. Παρακαλῶ λοιπόν τήν ἁγιοσύνη σου νά μήν ἀποστραφεῖς τό δοῦλο σου, ἀλλά δέξου τήν προσφορά μου σάν τό δίλεπτο τῆς χήρας (Βλ. Μάρκ. ιβ’ 42 καί Λουκ. κα’ 3) καί πρόσθεσέ την στό κιβώριο τοῦ μετά το Θεό δεσπότη τῆς πόλεώς μας. Εἶμαι ὄντως πεπεισμένος ὅτι τοῦτο ἀκριβῶς ἀποτελεῖ λατρεία στο μάρτυρα».

Καί, ἀφοῦ φώναξε τόν ὑπηρέτη, προσκόμισε ἑβδομήνα πέντε λίτρες ἀργύρου, λέγοντας: «Εἶσαι ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, ἄν δέν τά δαπανήσεις ἐκεῖ».

Ὁ ἀρχιεπίσκοπος, ἀντιληφθείς πλέον τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ καί τήν τάχιστη πρόνοια τοῦ ἀθλοφόρου, ἀποκρίθηκε λέγοντας: «Ὁ Κύριος, τέκνο μου, νά σέ εὐλογήσει· θά πράξω ὅπως ζήτησες». Καί τόν ἄφησε νά φύγει. Στή συνέχεια, ἀφοῦ ἔφαγε κάτι, ἐπειδή ἦταν ἡ ὥρα τοῦ γεύματος, καί καθώς καθυστέρησε λίγο πρίν σηκωθεῖ ἀπό τό τραπέζι καί ἐξέλθει, δέχτηκε ἕναν ὑπηρέτη, πού τοῦ ἀνήγγειλε κάποιον Ἰωάννη, ἕναν ἀπό τούς παλαιούς δικηγόρους τῆς περίβλεπτης Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος εἶπε παρόμοια μέ τόν κύριο Μηνᾶ λόγια καί προσέφερε γιά τόν ἴδιο σκοπό, γιά τό ἁγιασμένο κιβώριο δηλαδή, σαράντα λίτρες ἀργύρου. Ἀλλά καί ἄλλοι, τῶν ὁποίων τό πνεῦμα ἄνοιξε ὁ Θεός, προσέφεραν κρυφά, χωρίς νά τούς μάθει κανείς, ἐκτός ἀπό τόν ἀρχιερέα. Ἀπό ὅλες αὐτές τίς προσφορές κατασκευάστηκε πάραυτα τό πανέμορφο τοῦτο ἔργο, πού φαίνεται καί τώρα. Καί ἔτσι διαφημίστηκε σ’ ὁλόκληρη τήν πόλη ἡ ποικίλη κηδεμονία καί θεάρεστη πρόνοια τοῦ ἀθλοφόρου, στό ὄνομα Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας, διότι σ᾽ Αὐτόν πρέπει δόξα, τιμή καί προσκύνηση μαζί μέ τόν ἀθάνατο Πατέρα καί τό πανάγιο καί ζωοποιό Πνεῦμα, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Πηγή: «Μαρτύριο καὶ Θαύματα τοῦ Ἁγίου Δημητρίου», Συμεῶν τοῦ Μεταφραστοῦ, Ἰωάννου Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, ἐκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία, σέλ.108-112

Συντάκτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου