
Πρώτη φράση: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λούκ. 23,34). Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Χριστὸς ἔδειξε τὸ ἔλεός του ἀπέναντι στοὺς ἐκτελεστές Του, τῶν ὁποίων ἡ μοχθηρία δὲν ὑποχώρησε οὔτε ὅταν ὑπέφερε στὸν σταυρό. Τὸ δεύτερο εἶναι ὅτι βροντοφώναξε ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ βράχου τοῦ Γολγοθᾶ μία ἀποδεδειγμένη ἀλλὰ ποτὲ καλὰ συνειδητοποιημένη ἀλήθεια, δηλαδὴ ὅτι αὐτοὶ ποὺ πράττουν τὸ κακὸ ποτὲ δὲν ξέρουν τί κάνουν.
Δεύτερη φράση: «Ἄμην λέγω σοι, σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔση ἐν τῷ παραδείσῳ» (Λούκ. 23,43). Αὐτὸς ὁ λόγος ἀπευθύνεται στὸν μετανιωμένο ληστὴ στὸν σταυρό. Πολὺ παρήγορος λόγος γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, οἱ ὁποῖοι τοὐλάχιστον τὴν τελευταία στιγμὴ μετανοοῦν. Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπερίγραπτα μεγάλο. Ὁ Κύριος ἐκπληρώνει τὴν ἀποστολή Του ἀκόμα καὶ στὸν σταυρό. Ἕως τὴν τελευταία του πνοὴ ὁ Κύριος σώζει ἐκείνους ποὺ δείχνουν καὶ τὴν παραμικρὴ ἐπιθυμία νὰ σωθοῦν.
Τρίτη φράση: «Γύναι, ἴδε ὁ υἱὸς σοῦ» (Ἴωαν. 19,26). Ἔτσι εἶπε ὁ Κύριος στὴν Ἁγία Μητέρα Του ποὺ στεκόταν κάτω ἀπὸ τὸν σταυρὸ μὲ τὴν ψυχὴ σταυρωμένη. Καὶ στὸν ἀπόστολο Ἰωάννη λέγει: «Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σοῦ» (Ἴωαν. 19,27). Αὐτὸς ὁ λόγος δείχνει τὴ φροντίδα, ποὺ ὁ καθένας χρωστᾶ στοὺς γονεῖς του. Γιὰ δές, Ἐκεῖνος ποὺ ἔδωσε ἐντολὴ στοὺς ἀνθρώπους: «Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου» (Ἐξ. 20,12) ἐκπληρώνει τὴν ἐντολή Του τὴν ὕστατη στιγμή.
Τέταρτη φράση: «Θεέ μου, Θεέ μου, ἰνατὶ μὲ ἐγκατέλιπες;» (Μάτθ. 27,46). Αὐτὲς οἱ λέξεις δείχνουν, τόσο τὴν ἀδύναμη ἀνθρώπινη φύση, ὅσο καὶ τὴν προορατικότητα τοῦ Κυρίου. Ὁ ἄνθρωπος πάσχει, ἀλλὰ κάτω ἀπὸ τὸν ἀνθρώπινο πόνο ὑπάρχει ἕνα μυστήριο. Δές, μόνον αὐτὲς οἱ λέξεις μποροῦσαν νὰ διαλύσουν τὴν αἵρεση, ἡ ὁποία ἀργότερα τράνταζε τὴν ἐκκλησία καὶ ἡ ὁποία λανθασμένα κήρυττε ὅτι ἡ Θεία φύση ὑπέφερε στὸν σταυρό.
Πέμπτη φράση: «Διψῶ» (Ἴωαν 19,28). Τὸ αἷμα Του ἔρρεε. Γι’ αὐτὸ καὶ διψοῦσε. Ὁ ἥλιος ἦταν κατὰ τὴ δύση του, ἤδη Τοῦ χτυποῦσε τὸ πρόσωπο καὶ μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα βασανιστήρια καιγόταν πολύ. Φυσικὸ ἦταν νὰ διψᾶ. Ἀλλά, Κύριε, διψοῦσες ὄντως γιὰ νερὸ ἢ γιὰ ἀγάπη; Μήπως διψοῦσες ὡς ἄνθρωπος ἢ ὡς Θεός, ἢ καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο; Ἰδοὺ ὁ Ρωμαῖος λεγεωνάριος σοῦ πρόσφερε ἕνα σπόγγο βρεγμένο στὸ ξύδι. Μιὰ σταγόνα ἐλέους, τὴν ὁποία δὲν αἰσθάνθηκες ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τρεῖς ὁλόκληρες ὧρες κρεμασμένος στὸν σταυρό!
Ἕκτη φράση: «Πάτερ, εἰς χεῖρας σου παρατίθεμαι τὸ πνεῦμά μου» (Λούκ. 23,46). Ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ Υἱὸς παραδίδει τὸ πνεῦμα Του στὰ χέρια τοῦ Πατρός Του. Γιὰ νὰ γίνει γνωστό, ὅτι ἀπὸ τὸν Πατέρα ἦρθε καὶ ὄχι αὐτεξουσίως, ὅπως Τὸν κατηγοροῦσαν οἱ Ἑβραῖοι.
Ἕβδομη φράση: «Τετέλεσται» (Ἰωαν.19,30). Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι τελειώνει ἡ ζωή. Ὄχι! Ἀλλὰ ὅτι τελειώνει ἡ ἀποστολὴ ἡ ἐπικεντρωμένη στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Τελείωσε, καὶ ἐπισφραγίσθηκε μὲ τὸ αἷμα καὶ τὸν ἐπίγειο θάνατο, τὸ θεῖο ἔργο τοῦ μοναδικοῦ ἀληθινοῦ Μεσσία τῶν ἀνθρώπων. Τελείωσαν τὰ βασανιστήρια, ἀλλὰ ἡ ζωὴ μόλις ἀρχίζει. Τελείωσε ἡ τραγωδία ἀλλὰ ὄχι καὶ τὸ δρᾶμα. Στὴ σειρὰ ἕπεται, τὸ μεγαλειῶδες ἀξίωμα: νίκη πάνω στὸν θάνατο, ἀνάσταση, δόξα.
Πηγή: «Δρόμος χωρὶς Θεὸ δὲν ἀντέχεται», Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς Ἱεραποστολικὲς ἐπιστολὲς Α’, ἐκδόσεις Ἐν πλῷ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου