Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Ὀ Γέροντας Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης “ἐμφανιζόταν” στόν πατέρα Ἀνανία Κουστένη!

 

Στέφανος Δημόπουλος:

Εἶναι κάτι ἄνθρωποι, ποὺ γνώρισα στὸ διάβα τῆς ζωῆς μου, ποὺ πάταγαν σὲ δύο βάρκες. Πολίτες τῆς Στρατευομένης Ἐκκλησίας μας, ἀλλὰ καὶ τῆς Θριαμβεύουσας συγχρόνως. Ἀλλιῶς δὲν ἐξηγοῦνταν τὰ λόγια τους. Τὸ ἔζησα μὲ τὸν ὅσιο Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη, τὸν ὅσιο Ἐφραὶμ Κατουνακιώτη, ἀλλὰ καὶ μὲ ἄλλους ἁγίους Γεροντάδες, ὅπως ὁ Αἰμιλιανὸς Σιμωνοπετρίτης, Ἀμβρόσιος Λάζαρης, Γρηγόριος Δοχειαρίτης καὶ τελευταῖος ὁ Γέροντας Ἀνανίας Κουστένης, ποὺ ἔφυγε πρόσφατα ἀπὸ κοντά μας. Τὸν τελευταῖο ἔζησα ἀπὸ πολὺ κοντὰ τὰ τελευταία 15 χρόνια. Μοῦ μίλαγε μὲ μεγάλη σιγουριὰ γιὰ τὰ μελλούμενα τῆς ζωῆς μου καὶ τῶν προβλημάτων μου καὶ ὁ Ἀριστοτέλης ψιθύριζε στ’ αὐτί μου, «Παρηγοριές σοῦ δίνει, γιὰ νὰ μὴν στενοχωριέσαι».

Ὅμως μοῦ ἔδινε κάτι ἄλλες πληροφορίες, ὅπως π.χ. ὅταν πέθανε ὁ παλιός μου Γέροντας Αίμιλιανὸς ἢ ὅταν πέθανε ἡ μάνα μου, ποὺ μοῦ εἶπε νὰ μὴν στενοχωριέμαι, γιατὶ οἱ ψυχές τους εἶναι σὲ καλὴ κατάσταση. Καὶ πάλι μοῦ ψιθύριζε ὁ ἀριστοτελικός μου νοῦς, «Παρηγοριὲς σοῦ δίνει…»

Ἔπειτα μὲ ἐρώτησε ποιός ἤτανε αὐτὸς ὁ ξερακιανὸς λεβεντόγερος μὲ τὸ μουστάκι, ποὺ τοῦ πετάγεται στὴν Πρόθεση, ὅταν βγάζει μερίδα τοῦ πατέρα μου στοὺς τεθνεῶτες καὶ ἐκεῖ πιὰ σταμάτησε ὁ Ἀριστοτέλης νὰ μιλᾶ, δὲν εἶχε τίποτα νὰ πεῖ. Ἤτανε ὁ παπποῦς μου ὁ συνονόματος ὁ Στέφανος, ποὺ εἶχε μεγάλο ψυχικό δέσιμο μὲ τὸν πατέρα μου τὸν Σπύρο. Ὀλιγογράμματος ἀλλὰ δημοφιλόσοφος ὁ Γέρο-Στέφανος, μὲ δυὸ πτυχία πανεπιστημιακὰ ὁ πατέρας μου, ἀλλὰ εἶχαν ἕνα μυστικό δεσμό, μίλαγαν, θὰ ἔλεγα, οἱ ψυχές τους.

Ὅσο ἐζοῦσε ὁ Γέροντας Αἰμιλιανὸς εἶχα μιὰ φορὰ παρακαλέσει τὸν Γέροντα νὰ βγάλει καὶ γι’ αὐτὸν στὴν πρόθεση μερίδα. Ὅμως ὁ Γέροντας Ἀνανίας ἄρχισε νὰ τὸν μνημονεύει ἔκτοτε στὴν Ἁγία Τράπεζα, ὅταν βγαίνανε τὰ ἅγια. Καὶ μάλιστα τὸν μνημόνευε ὄχι μονάχα λέγοντας τὸ ὄνομά του, ἀλλὰ λέγοντας, «Αἰμιλιανοῦ, ἱερομονάχου τοῦ ἐν μακρονοσίᾳ διάγοντος. Ῥῦσαι αὐτὸν ὁ Θεὸς ἐκ τῆς ὀδυνηρᾶς κλίνης καὶ ἐλέησον αὐτόν». Κάποια στιγμὴ τὸν εὐχαρίστησα καὶ ἡ ἀπάντησή του μὲ συγκλόνισε:

Μὴν μὲ εὐχαριστεῖς. Δὲν τὸν μνημονεύω, γιατὶ μοῦ τὸ ζήτησες ἐσύ, ἀλλὰ γιατὶ ἔρχεται μόνος του καὶ μοῦ τὸ ζητάει. Δὲν τὸν ἐγνώρισα ποτέ προσωπικά, ἀλλὰ τὸν αἰσθάνομαι πολὺ ἀναγκεμένο.

Στὸν Ἅγιο Νεκτάριο Ἰσαύρων, ὅπου Παρασκευὲς πρωὶ ἢ μᾶλλον ξημερώματα τελείωνε τὶς βραδυνές του Λειτουργίες (3.30 π.μ.-5.30 π.μ.) καθόταν καὶ μᾶς μοίραζε ἀντίδωρο καὶ σὲ πολλοὺς ἔλεγε καὶ δυὸ κουβέντες. Σὲ μερικοὺς μοίραζε καὶ… σφαλιάρες καὶ ὅταν τὸν ρώταγα γιατί, μοῦ  ἀπαντοῦσε «Αὐτοὶ ξέρουν». Καθόμουν στὸ στασίδι τοῦ ψάλτου δίπλα του καὶ ἔστηνα αὐτὶ καὶ μερικὲς φορὲς τὸν ἄκουγα νὰ μεταφέρει εὐχὲς ἀπὸ γονεῖς καὶ συγγενεῖς τους πεθαμένους!

Ήταν Ψυχοσάββατο, πρὸ τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀποκριᾶς. Γέμισαν τὰ σκαλάκια τοῦ τέμπλου στὸν Ἅγιο Νεκτάριο ἀπὸ δίσκους μὲ κόλλυβα, γέμισαν καὶ τὰ τραπεζάκια δίπλα στὸν ἀρχιερατικὸ θρόνο, γέμισαν καὶ τοῦ θρόνου τὰ σκαλάκια.

Χαρούμενος ὁ Γέροντας ποὺ μνημονεύει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας μεγαλόκαρδα ὅλους τοὺς ἀπ᾿ αἰῶνος κεκοιμημένους ἀδελφούς μας. Καὶ σήμερα ὀνόματα δὲν μνημονεύουμε γιατὶ γίνεται Μνημόσυνο «πάντων τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς, ἐπ᾿ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου πατέρων καὶ ἀδελφῶν ἡμῶν». Μᾶς μίλησε καὶ τὰ ἐξήγησε καὶ δύσκολο πρᾶγμα νὰ μεταφέρεις κήρυγμά του, ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ αἰσθάνθηκα ἦταν σὰν νὰ εἴχαμε προσκλητήριο καὶ πανήγυρη ψυχῶν τεθνεώτων.

Στὰ σκαλοπατάκια τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου κατεβαίνοντας εἶχε συνωστισμό μεγάλο ἀπὸ ζῶντας καὶ «περιλειπόμενους» ἀδελφούς, κατὰ πὼς γράφει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, στὸν Ἀπόστολο ποὺ ἀκούσαμε σήμερα. Συνωστίζονταν πολλοὶ νὰ πάρουν μίαν τελευταία εὐχή, νὰ ἀκουμπήσουν, ἂν εἶναι δυνατόν, τὸν Γέροντα ποὺ ὑποβασταζόμενος ἀπὸ τοὺς «Ἐπιτρόπους» κατέβαινε σιγά-σιγὰ τὴν σκάλα γιὰ νὰ πάει στὸ αὐτοκίνητο ποὺ τὸν περίμενε στὸν δρόμο. Φρόντιζα πάντα νὰ προπορεύομαι, γιὰ νὰ ἀκούω τὰ λόγια του καί νά τά καταγράφω. Ἔτσι τον ἄκουσα νά λέει:

– Παιδιά προσέξτε, μὴν σπρώχνεστε εἶναι γεμάτη ἀπὸ ψυχὲς οἱ σκάλες σήμερα ποὺ ἦλθαν νὰ μᾶς εὐχαριστήσουν ποὺ τοὺς μνημονεύσαμε!

Πηγή: “ΑΣΕ, ΘΑ ΒΓΟΥΜΕ ΠΕΡΑ…- Αναμνήσεις από τον γέροντα Ανανία Κουστένη” του Στέφανου Δημόπουλου, εκδ. Εν Πλω, σελ.99-102

Συντάκτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου