
Ὁ σταυρὸς εἶναι ὁ πιστότερος σύντροφος τῶν Χριστιανῶν ἀπὸ τὴν γέννησή τους μέχρι τὸν θάνατό τους. Σταυροειδῶς ἁγιάζεται τὸ νερὸ τῆς κολυμβήθρας κατὰ τὸ βάπτισμά μας, τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ εἶναι ἀπὸ τὰ πρῶτα πράγματα ποὺ μαθαίνουμε νὰ κάνουμε σὰν Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, τὸν Ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ δεχόμαστε κατὰ τὴν Θεία Κοινωνία, ὅπου γινόμαστε σταυροφόροι καὶ ὁ τάφος μας εὐλογεῖται μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ.
Γράφει τὸ Γεροντικὸ ὅτι, ὁ ἀσκητὴς Ἰωάννης, ποὺ εἶχε φθάσει σὲ ὑψηλὰ μέτρα ἀρετῆς καὶ εἶχε ἐξουσία κατὰ πνευμάτων ἀκαθάρτων, ρώτησε κάποτε τὰ δαιμόνια: Ποιὰ πράγματα φοβᾶστε ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς; Καὶ ἐκεῖνα τοῦ ἀπάντησαν: Τρία πράγματα μᾶς καῖνε. Ἐκεῖνο ποὺ φορᾶτε στὸ λαιμό σας, ἐκεῖνο ποὺ λούζεσθε στὴν Ἐκκλησία καὶ ἐκεῖνο ποὺ τρῶτε κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία. Δηλαδὴ τοὺς καίει τὸ Σταυρουδάκι ποὺ φορᾶμε, τὸ ἁγιασμένο μὲ τὸ σταυρὸ νερὸ τοῦ βαπτίσματός μας καὶ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Ἐσταυρωμένου Ἰησοῦ, τοῦ Ἐσφαγμένου Ἀρνίου.
Τρέμει ὁ διάβολος τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, ἀφοῦ κατὰ τὸ γνωστὸ τροπάριο «Σταυρός ὁ φύλαξ πάσης τῆς οἰκουμένης», ὁ Σταυρὸς εἶναι «Ἀγγέλων ἡ δόξα καὶ τῶν δαιμόνων τὸ τραῦμα». Νὰ θυμηθοῦμε ἀκόμη ὅτι στὸ Μέγα Ἀγγελικὸ Σχῆμα ποὺ λαμβάνουν οἱ Μοναχοὶ γύρω ἀπὸ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ ὑπάρχουν τὰ ἀρχικὰ τῶν λέξεων: «Τοῦτο τὸ Ξύλον δαίμονες φρίττουσι».
Καὶ φρίττουν οἱ δαίμονες στὴ θέα τοῦ σημείου τοῦ Σταυροῦ, ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι τὸ ὄργανο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἐπάνω σὲ αὐτὸν ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς προσέφερε τὸν ἑαυτό του θυσία γιὰ ὅλο τὸ κόσμο. Ὅλη ἡ πτωχεία τοῦ πλούσιου σὲ ἐλέη καὶ οἰκτιρμοὺς Κυρίου, ἡ κένωση τῆς ἀγάπης του, ἡ ἐξουθένωση, ἡ ταλαιπωρία, ἡ ὀδύνη καὶ ὁ ἐπώδυνος θάνατος τῆς ἀνθρωπίνης του φύσεως, ἐφ’ ὅσον ἡ Θεότης ἀπαθὴς διέμεινε, κορυφώνονται στὸ Σταυρό. Σ’ αὐτὸν ὁ Χριστός μας ἔγινε «ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα» (Γαλάτ. γ’ 13), γιὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν κατάρα τῆς ἁμαρτίας. Χωρὶς Σταυρὸ δὲν θὰ ὑπῆρχε σωτηρία, ὅπως χωρὶς τὸ πάθος τοῦ Ἐσταυρωμένου δὲν θὰ ὑπῆρχε ἡ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως. Ὅλο τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἑδράζεται στὸ Σταυρό, γι’ αὐτό, ὅταν ὁ Πέτρος συμβούλευσε τὸ Χριστὸ νὰ τὸν ἀποφύγει, μὲ δριμύτατη φωνὴ Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε: «Ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ, ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων» (Ματθ. ιστ’ 23).
Τί σημαίνει, ὅμως, ὅτι ζοῦμε σταυρικά; Σημαίνει ὅτι σταυρώνουμε τὸ παλαιὸ ἑαυτό μας, «σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις» (Γαλάτ. ε’ 24). Σημαίνει ὅτι ἀπαρνούμαστε τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο καὶ ἀγωνιζόμαστε νὰ ξεριζώσουμε ἀπὸ μέσα μας τὰ ἐγωϊστικὰ πάθη, τὸν ἐγωκεντρισμὸ ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν αὐτονόμηση καὶ τὴν ἀπαξία τῆς χριστοκεντρικῆς ζωῆς καὶ τῆς Θείας συνέργειας στὰ βιοτικά μας κατορθώματα καθὼς καὶ τῆς φιλαυτίας, ποὺ αὐξάνει τὴν ἔπαρσή μας ἔναντι τῶν συνανθρώπων μας, τοὺς ὁποίους βλέπουμε ὡς ὑποδεέστερα ὄντα, ἀντὶ νὰ θεωροῦμε τὸν ἑαυτό μας ὑποδεέστερο καὶ σκύβαλο τῆς γῆς, ὡς ἄνθρωπο ποὺ δὲν ἦλθε «διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι» (Ματθ. κ’ 28). Οἱ φίλαυτοι, δηλαδὴ αὐτοὶ ποὺ πάνω ἀπὸ ὅλα ἀγαποῦν τὴ σάρκα τους, ἔχουν διώξει ἀπὸ κοντά τους τὸν Ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ, ἀπιστοῦν καὶ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὰ λόγια Του: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάν. ιε’ 5). Ἐγωϊστὲς καὶ αὐτονομημένοι εἴμαστε, δυστυχῶς, ὅλοι ἐμεῖς, οἱ ἄνθρωποι τοῦ σήμερα, οἱ ἄνθρωποι τῶν ἐσχάτων ἡμερῶν, τοὺς ὁποίους ὁ Ἀπόστολος Παῦλος χαρακτηρίζει στὴν Ἐπιστολή του πρὸς τὸν Τιμόθεο, «φίλαυτους, φιλάργυρους, ἀλαζόνες, ὑπερήφανους, ἀχάριστους, ἀπειθεῖς πρὸς τοὺς γονεῖς, ἀνόσιους, ἄστοργους, ἄσπονδους, διαβόλους, ἀκρατεῖς, ἀνήμερους, ἀφιλάγαθους, προδότες, προπετεῖς, φιλήδονους μᾶλλον παρὰ φιλόθεους καὶ τὸ κυριώτερο, ἔχοντες μόρφωσιν εὐσεβείας, τῆς ὁποίας ὅμως ἀρνοῦνται τὴ δύναμη» (Β’ Τιμόθ. γ’ 2-5). Ἂν κοιτάξουμε στὸν καθρέπτη τὸν ἑαυτό μας θὰ διαπιστώσουμε ὅτι ὅλοι οἱ ἀνωτέρω χαρακτηρισμοὶ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ταιριάζουν ἀπόλυτα μὲ τὰ εἴδωλά μας, προβάλλονται ἀκριβῶς στοὺς ἑαυτούς μας, ἀφοῦ ἔχουμε ἐγκαταλείψει τὴν ἐσταυρωμένη ζωὴ καὶ ἔχουμε ἀρνηθεῖ τὸν Ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ.
Ἡ τελευταία ἐπισήμανση τοῦ Παύλου ὡς πρὸς τὴ μόρφωση τῆς εὐσεβείας μᾶς κατατάσσει στοὺς εὐσεβιστές, στοὺς Φαρισαίους, σὲ αὐτοὺς ποὺ τοὺς ἐνδιαφέρει μόνο τὸ «φαίνεσθαι» καὶ ἡ καρδιά τους δὲν πάλλεται στοὺς κτύπους τοῦ Ἐσταυρωμένου Ἰησοῦ, Αὐτοῦ ποὺ γνωρίζει τὰ μύχια τῶν καρδιῶν μας, ἀφοῦ «ἐτάζει καρδίας καὶ νεφρούς» (Ψαλμ. 7, 9) καὶ ἀποστρέφεται τοὺς πονηρούς, τοὺς καιροσκόπους, αὐτοὺς ποὺ δείχνουν εὐσέβεια, ἀλλὰ πολὺ μακριὰ εἶναι νυχτωμένοι ἀπὸ αὐτήν.
Τί σημαίνει, λοιπόν, ὅτι ζοῦμε σταυρικά, ἢ μᾶλλον ποιὰ τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ ἀσταύρωτου ἀνθρώπου; Ζῶ σταυρικὰ σημαίνει ὅτι ἀφήνω τὸν ἑαυτό μου στὸ Θεὸ καὶ προσπαθῶ νὰ τηρῶ τὰ ἀντάλματά Του γνωρίζοντας ὅτι ἐὰν σὲ κάποιο φταίξω θὰ εἶμαι «πάντων ἔνοχος» (Ἰάκ. β’ 10). Δὲν μνησικακῶ, δὲν συκοφαντῶ, δὲν πληγώνω τοὺς συνανθρώπους μου μὲ λόγια ἢ ἔργα, δὲν εἶμαι ματαιόδοξος, σέβομαι τὸν ἑαυτό μου, ποὺ εἶναι «ὁ ναὸς τοῦ ἐν ἡμῖν Ἁγίου Πνεύματος» (Α’ Κορινθ. στ’ 19) καὶ σεβόμενος ἀπόλυτα τὸ Θεό μου ἀφήνω τὰ προβλήματά μου σὲ Ἐκεῖνον, ὅπως μᾶς παροτρύνει νὰ πράξουμε καὶ ὁ Προφητάναξ Δαβὶδ λέγοντας: «Ἐπίῤῥιψον ἐπὶ Κύριον τὴν μέριμνάν σου καὶ αὐτός σε διαθρέψει» (Ψαλμ. 54, 22). Μπορῶ τότε νὰ ἐπαναλαμβάνω τὰ λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δ’ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. Β’ 20).
Σταυρικὰ ζῶ σημαίνει ἐπίσης ὅτι ὑπομένω τὶς ἀκούσιες δοκιμασίες τῆς ζωῆς καρτερικὰ καὶ εὐχαριστιακὰ ἐπαναλαμβάνοντας τὰ λόγια τοῦ Ἰώβ «Ὡς τῷ Κυρίῳ ἔδοξεν οὕτω καὶ ἐγένετο» (Ἰὼβ 1, 21). Οἱ ὀδυνηρὲς καὶ ἀνίατες ἀσθένειες, ὁ θάνατος προσφιλῶν μας προσώπων, ἡ ἀδικία, ἡ πτωχεία καὶ πολλὲς ἄλλες δοκιμασίες μᾶς σταυρώνουν καὶ μάλιστα μᾶς συσταυρώνουν μὲ τὸ Χριστό, γιὰ νὰ μᾶς συνεγείρουν ἀργότερα μαζί Του. Καρτερία στὴν ἄρση τοῦ σταυροῦ μας νοεῖται τὸ ἀγόγγυστο σήκωμά του στὶς πλάτες μας σὲ ὅλη τὴν πρόσκαιρη ζωή μας, στὴ χριστιανικὴ ζωή μας, αὐτὴ τὴν ὁποία μόνοι μας ἐπιλέγουμε νὰ ἀκολουθήσουμε χωρὶς νὰ μᾶς τὴν ἐπιβάλλει κανείς, κατὰ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου μας: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Μᾶρκ. η’ 34). Ἐὰν γογγύζουμε καὶ ἀγανακτοῦμε στὴν ἄρση τοῦ σταυροῦ μας τότε χάνουμε τὸ μισθό μας καὶ πνευματικὰ ζημιωνόμαστε. Ἐὰν ὅμως δεχθοῦμε τὴν ἄρση τοῦ σταυροῦ μας ὡς δῶρο Θεοῦ, καὶ ἄσχημο δῶρο Θεοῦ δὲν ὑπάρχει, τότε ὁ Θεὸς μᾶς βραβεύει μὲ ὑπομονή, μᾶς στέλνει χαρὰ ἀνείπωτη καὶ περιμένει νὰ μᾶς δώσει καὶ τὸ «βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως» (Φιλιπ. γ’ 14), τὸ βραβεῖο τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν». Ὅ,τι δίνει ὁ καλὸς ὁ Θεὸς εἶναι δῶρο οὐράνιο. Ποιὸς πατέρας θὰ κάνει κακὸ δῶρο στὸ παιδί του; Πιστεύω κανείς. Καὶ ἀφοῦ κανεὶς πατέρας δὲν κάνει ἄσχημα δῶρα στὰ παιδιά του πῶς μπορεῖ ὁ εὔσπλαγχνος καὶ φιλάνθρωπος οὐράνιος Πατέρας μας νὰ δώσει ἄσχημα δῶρα σὲ ἐμᾶς τὰ παιδιά Του, γιὰ τὰ ὁποῖα ταπείνωσε τὸν ἑαυτό μου «γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου θανάτου δὲ σταυροῦ» (Φιλιπ. β’ 8);
Αὐτὸ μᾶς τὸ βεβαιώνει ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος, τονίζοντάς μας ὅτι κάθε τι ἀγαθὸ καὶ κάθε δῶρο ποὺ δίδεται στοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸ Φωτοδότη Κύριό μας εἶναι τέλειο, ἀφοῦ «Πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι καταβαῖνον ἀπὸ τοῦ Πατρὸς τῶν φώτων» (Ἰακ. α’ 17).
Ὅταν πηγαίνουμε νὰ ἀγοράσουμε ἕνα δῶρο σκεφτόμαστε τὸν ἀποδέκτη του καὶ μάλιστα προβληματιζόμαστε γιὰ τὸ ποῦ αὐτὸ μπορεῖ νὰ τοῦ χρησιμεύσει καὶ ποιὲς ἀνάγκες του μπορεῖ αὐτὸ νὰ καλύψει; Ἐὰν ἐμεῖς σκεπτόμαστε τὸ δῶρο ποὺ κάνουμε νὰ εἶναι χρήσιμο στοὺς ἄλλους, ὁ Θεός μας, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ὅλες τὶς ἀνάγκες μας, δὲν θὰ μᾶς στέλνει δῶρα ἀπολύτως χρήσιμα; Μὴ ἀμφιβάλλουμε γι’ αὐτὸ καὶ νὰ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι τὰ οὐράνια δῶρα τοῦ Θεοῦ εἶναι μακροχρόνια, εἶναι τὰ πιὸ χρήσιμα καὶ μάλιστα εἶναι «τὰ καλὰ καὶ συμφέροντα ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν», ὅπως ἐκφωνεῖ ὁ Ἱερέας στὴν Θεία Λειτουργία. Δυστυχῶς πολλὲς φορὲς ἐμεῖς δὲν κατανοοῦμε τὴ χρησιμότητα τῶν δώρων τοῦ Θεοῦ, τουλάχιστον ἄμεσα καὶ ἕνα μεγάλο ἐρωτηματικὸ «γιατί» βγαίνει ἀπὸ τὰ χείλη μας. Δὲν ἔχουμε ταπεινὸ φρόνημα νὰ φωνάξουμε μαζὶ μὲ τὸν ἐξόριστο Ἅγιο Ἰωάννη τὸ Χρυσόστομο λίγο πρὶν τὸ τέλος του: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν».
Τὶς ἀσθένειες καὶ τὶς θλίψεις δὲν τὶς θεωροῦμε εὐεργεσίες καὶ δῶρα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τιμωρητικὲς καταστάσεις. Σφάλλουμε, γιατὶ ὁ Θεός μας εἶναι βέβαιο ὅτι μᾶς ἀγαπᾶ καὶ δὲν θὰ μᾶς ἔδινε κάτι γιὰ νὰ μᾶς τιμωρήσει. Πίσω ἀπὸ κάθε ἀσθένεια, πίσω ἀπὸ κάθε περιπέτεια, πίσω ἀπὸ κάθε θλίψη, κρύπτεται καὶ μιὰ θεϊκὴ εὐεργεσία. Ἂς παραδειγματισθοῦμε μὲ τὰ φάρμακα, τὰ ὁποῖα ἀποφεύγουμε καὶ ἀπεχθανόμαστε ἐπειδὴ εἶναι πικρά. Ἂν ὅμως δὲν πάρουμε τὰ πικρὰ φάρμακα δὲν θεραπεύουμε τὴν τραυματισμένη μας ὑγεία. Τὰ φάρμακα μπορεῖ νὰ εἶναι πικρὰ εἶναι ὅμως καὶ εὐεργετικά. Εἶναι καὶ αὐτὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ πρὸς τὰ πλάσματά Του. Ὡς φάρμακα θὰ πρέπει νὰ βλέπουμε καὶ κάθε μας θλίψη καὶ ἀνέχεια καὶ ὅλα τὰ προβλήματα τῆς ζωῆς, ἀφοῦ εἶναι καμπανάκια οὐράνια ποὺ μᾶς ξυπνοῦν ἀπὸ τὸ λήθαργο τῆς ραστώνης καὶ τῆς ἀκηδίας, αὐτῆς ποὺ ὁδηγεῖ στὸ θανατηφόρο ὕπνο. Ἄλλωστε γνωρίζουμε ὅτι εἶναι «στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴ ζωήν» (Ματθ. ζ’ 14).
Ζῶ σταυρικά, λοιπόν, σημαίνει ὅτι δὲν ἀμφιβάλλω γιὰ ὅτι μοῦ δίνει ὁ Κύριος καὶ δὲν βάζω τὸ γιατί γιὰ κάθε δυσκολία ἢ θλίψη ποὺ ἔχω. Λέγω αὐτὸ ποὺ ἔλεγε ὁ Γέροντας Νικόλαος Κουμεντάκης: «Ὅπου βάζει ὁ Θεὸς τελεία, ἐμεῖς δὲν βάζουμε ἐρωτηματικό».
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου