Ὁ λαὸς ἵσταται διὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ Συναξαρίου.
Συναξάριον.
Τῇ Λ΄ (30ῃ) τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου, μνήμη τῶν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἡμῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Διδασκάλων Βασιλείου τοῦ Μεγάλου (379), Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου (390) καὶ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (407) .
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τῆς ἁγίας μάρτυρος Μαρτίνας ἐν Ῥώμῃ, ἐπὶ Ἀλεξάνδρου Σεβήρου. (228)
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τῆς ἁγίας μάρτυρος Σαβίνας, ἐν Μεδιολάνοις διακονησάσης τοὺς μάρτυρας ἐπὶ Διοκλητιανοῦ. (311)
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ὁ ὃσιος Ζήνων ὁ ἐρημίτης ἐν Ἀντιοχείᾳ τῆς Συρίας (414), φίλος τοῦ Ἁγίου Βασιλείου του Μεγάλου.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου Ἀρμενταρίου, α´ ἐπισκόπου Ἀντίβης (Antibes) ἐν Προβηγγίᾳ τῆς Γαλλίας. (~451)
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τῶν ἁγίων μαρτύρων Φηλικιανοῦ, Φιλιππιανοῦ καὶ τῶν σὺν αὐτοῖς, ἐν συνόλῳ ρκϚ´ (126) μαρτύρων ἐν βορείῳ Ἀφρικῇ. (ε´ αἰ.)
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τῆς ὁσίας παρθένου Τυδκλύδης (Tudclyd, Tybie) ἐν Οὑαλίᾳ. (ε´ αἰ.)
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τῆς ὁσίας Ματθίλδης, βασιλίσσης τῶν Φράγκων (Γαλλίας), κοιμηθείσης ἐν εἰρήνῃ ἐν ἔτει 680ῷ.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Ἄθλησις τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου μάρτυρος Θεοφίλου τοῦ νέου, ἐν Κύπρῳ. (784)
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Ἄθλησις τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Ὁσιομάρτυρος Κυριακοῦ τῆς Λαύρας τοῦ Ὁσίου Σάββα, ἀναιρεθέντος ὑπὸ τῶν Ἀράβων. (ζ´- η΄ αἰ.)
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τοῦ ὁσίου Πέτρου, τοῦ εὐσεβεστάτου βασιλέως τῆς Βουλγαρίας. (969)
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ὁ ὃσιος Ζήνων ὁ νηστευτής, ὁ ἐν τῇ Λαύρᾳ τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου ἀσκήσας, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται. (ιδ´ αἰ.)
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ἀνάμνησιν ἐπιτελοῦμεν τοῦ γεγονότος θαύματος παρὰ τοῦ ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, ἐν τῇ νήσῳ Ζακύνθου, ἐπὶ τῇ τῆς λοιμικῆς ἀσθενείας ἀπαλλαγῇ. (1688)
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ὁ Ἅγιος ἔνδοξος ὁσιομάρτυς Θεόδωρος ὁ Χατζής, ἐν Μυτιλήνῃ μαρτυρήσας ἐν ἔτει ͵αψπδ´ (1784ῳ), ἀγχόνῃ τελειοῦται.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Ἀνάμνησιν εὐγνώμονα καὶ χαρμόσυνον ἐπιτελοῦμεν τῆς ἐν ἔτει 1823 εὑρέσεως ἐν τῇ νήσῳ τῆς Τήνου τῆς περιπύστου καὶ θαυματουργοῦ ἱερᾶς εἰκόνος τῆς Θεομήτορος, τῆς ἐπονομαζομένης Εὐαγγελιστρίας.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τοῦ ἁγίου νεομάρτυρος Δημητρίου τοῦ ἐν Σλιβένῃ τῆς Βουλγαρίας ἀθλήσαντος. (1841)
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τῆς ὁσίας μητρὸς ἡμῶν Πελαγίας, τῆς διὰ Χριστὸν σαλῆς, ἀσκησάσης ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ τοῦ Ντιβέγιεβο ἐν Ῥωσσίᾳ ἐν ἔτει 1884ῳ.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ οἱ Ἅγιοι νεο-ἱερομάρτυρες καὶ Ὁμολογητὲς: Βίκτωρ (Ἐβροπέιτσεφ, 1931), Παύλος (Οὐσπένσκι, 1938), ὑπὸ τῶν ἀθέων μπολσεβίκων τελειωθέντες ἐν Ῥωσίᾳ, καὶ Τραϊάν Μάριαν ἐν Ῥουμανίᾳ (1987)
Στίχοι
Ὁμοῦ δίκαιον τρεῖς σέβειν Ἑωσφόρους,
Φῶς τρισσολαμπὲς πηγάσαντας ἐν βίῳ.
Λάμψει ἐνὶ τριακοστῇ χρυσοτρισήλιος αἴγλη.
Στίχ. Θεσπέσιος πάντη Γεώργιος ἄρτι καθεῖλε,
Ἐξώθων πανώλ᾿ αἰσχρῶς Ζακύνθου ὅρων.
Στίχοι Πέλαγος βίου ἡ ἔμφρων Πελαγία,
Ἐν Ντιβέγεβο διῆλθε ψευδομώρως.
«Μακάριοί ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι
καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ῥῆμα καθ᾿ ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ.
χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς·
οὕτω γὰρ ἐδίωξαν τοὺς προφήτας τοὺς πρὸ ὑμῶν». (Ματθ.5, 10-12)
[Κατά τήν πρώτη ἐπίσκεψη τῆς Ὁσίας Πελαγίας στόν Ἅγιο Σεραφείμ.] Ἔφτασαν στό κελλί τοῦ π. Σεραφείμ καί εἶδαν τό Γέροντα νά ὁδηγεῖ τήν Πελαγία Ιβάνοβνα ἔξω ἀπό τό κελλί του κρατώντας την ἀπό τό χέρι. Ἐκεῖ τῆς ἔκανε έδαφιαία μετάνοια καί τῆς εἶπε:
Πήγαινε στό μοναστήρι μου, μάτιουσκα. Πήγαινε, μή χρονοτριβεῖς. Νά φροντίζεις τά ὀρφανά μου. Πολλοί θά σωθοῦν ἀπό σένα, θά γίνεις ἕνα ἀστέρι στόν κόσμο. Α, κάτι ξέχασα, πρόσθεσε ὁ Γέροντας. Αὐτό τό κόμπο σχοίνι είναι γιά σένα. Πάρ’ το μάτιουσκα, πάρ’ το.
Η δεύτερη ἐπίσκεψη στό γέροντα Σεραφείμ.
Ἀπελπισμένη ἡ Παρασκευή ᾿Ιβάνοβνα, ἔβλεπε πώς οἱ ἅγιοι δέ φαίνονταν νά βοηθοῦν τήν Πελαγία. Ἂκουσε ἐπίσης πώς ὁ βλαντίκα Ἀντώνιος ἀναφέρθηκε στό γέροντα Σεραφείμ. Ἔτσι ἀποφάσισε νά ξαναπάει στό ἐρημητήριο τοῦ Σάρωφ. Πῆγε στό γέροντα Σεραφείμ καί τοῦ εἶπε :
– Ἂκουσε, μπάτιουσκα, ἡ κόρη μου, πού τήν εἶχα φέρει μαζί μου τήν ἄλλη φορά, παντρεύτηκε, μά ἔχασε τά μυαλά της. Κάνει τό ‘να καί τ’ ἄλλο καί δέν ἡσυχάζει μέ κανένα τρόπο. Δέν ὑπάρχει τόπος πού νά μή τήν πήγαμε. Ξέφυγε τόσο πολὺ ἀπό τόν ἔλεγχό μας, ὥστε ἀναγκαστήκαμε νά τήν δέσουμε μέ ἀλυσίδες.
– Πῶς μπορέσατε; ἀναφώνησε ὁ Γέροντας. Πῶς τό κάνατε αὐτό τό πράγμα; Ἀφῆστε την ἐλεύθερη. Ἀφῆστε την ἐλεύθερη. Ἀφῆστε την νά κάνει αὐτό που θέλει. Ἂν δέν τήν ἀφήσετε, ὁ Θεός θά σᾶς τιμωρήσει σκληρά. Ἀφῆστε την μόνη της, μή τήν πειράξετε. Ἀφῆστε την μόνη της.
Τρομοκρατημένη ἡ μητέρα της ἄρχισε νά δικαιολογείται :
– Βλέπεις, ἔχουμε κι ἄλλες κόρες. Θέλουν κι αὐτές νά παντρευτοῦν. Δέν πολυθέλουν νὰ ζοῦν μέ μιὰ τρελλή. Δέν μπορεῖς νά τήν πείσεις. Δὲν ἀκούει. Καὶ εἶναι πολύ δυνατή. Δέν μπορεῖς νὰ τὴν κάνεις καλά, ἂν δὲν τήν ἔχεις δεμένη μέ αλυσίδα. Καὶ πάλι παίρνει τὴν ἀλυσίδα καί γυρίζει σ’ όλη τήν πόλη. Εἶναι ντροπὴ γιὰ μᾶς.
Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ χαμογέλασε ἂθελά του, καθώς ἂκουσε τίς φαινομενικά σωστές καί λογικές δικαιολογίες τῆς μητέρας της. Τῆς είπε :
– Μητερούλα, ὁ Κύριος δέν καλεῖ τίς ἀδύναμες σέ τόσο δύσκολο δρόμο. Σέ τέτοιους ἀγῶνες καλεῖ μόνο ἐκείνους πού εἶναι δυνατοί σωματικά καί ψυχικά. Γι’αὐτό μή τήν ἀλυσοδένετε, μή τήν ἐμποδίζετε. Διαφορετικά θά ‘χετε νά κάνετε μέ τό Θεό γι’ αὐτό.
Ἡ μητέρα της εὐχαριστήθηκε μέ τά λόγια αὐτά τοῦ σεβαστοῦ Γέροντα. Κι ἐπειδή φοβοῦνταν τήν τιμωρία τοῦ Θεοῦ, καλλιτέρεψαν λίγο τή ζωή τῆς Πελαγίας ᾿Ιβάνοβνα. Δέν τήν ἀλυσόδεναν πιά, οὔτε καί τήν ἐμπόδιζαν νά βγαίνει ἀπό τό σπίτι.
Ἡ Πελαγία κέρδισε τήν ἐλευθερία της κι ἂρχισε νά περνάει σχεδόν ὅλες τίς νύχτες της στό προαύλιο τῆς ἐκκλησίας στόν Ἀρζαμά. Τήν εἶχαν δεῖ ἐκεῖ νά προσεύχεται όλη νύχτα στό ὑπαιθρο μέ τά χέρια ψηλά, νά βγάζει ἀναστεναγμούς καί τά μάτια της νά τρέχουν δάκρυα. Τήν ημέρα ὅμως ἔκανε τήν τρελλή. Ντυνόταν μέ κουρέλια καί γύριζε στούς δρόμους, φώναζε καί περνούσε χωρίς ψωμί σχεδόν, νηστική καί παγωμένη ἀπό το κρύο. Πέρασαν ἔτσι τέσσερα χρόνια. Καί σ’ αὐτό τὸ διάστημα δέ σταμάτησε νά ἐπισκέπτεται τή δασκάλα της, τή διά Χριστόν σαλή Παρασκευή. Ἐκείνην πού ἀπό τήν ἀρχή τῆς δίδασκε τήν ἀδιάλειπτη προσευχή τοῦ Ἰησοῦ.
Ὅλα ὅσα τῆς ἔτυχαν ὣς ἐδῶ, προετοίμαζαν τήν Πελαγία ᾿Ιβάνοβνα νά ζήσει τή ζωή που τῆς εἶχε προορίσει ὁ διορατικός γέροντας Σεραφείμ στήν πρώτη συνάντηση που χε μαζί της :
– Πήγαινε στό μοναστήρι μου, μάτιουσκα πήγαινε, μή χρονοτριβεῖς. Νά φροντίζεις τά ὀρφανά μου. Πολλοί θά σωθοῦν ἀπό σένα, θά γίνεις ἕνα ἀστέρι στόν κόσμο,
Αὐτά τῆς εἶχε πεῖ στή συνάντηση αυτή ὁ εὐλογημέννος Γέροντας. Ἡ ἀσκήτρια όμως ἔπρεπε νά ξεπεράσει πολλά εμπόδια. Νά ὑποφέρει βάσανα καί θλίψεις. Νά πειστεί ἔτσὶ ἡ οἰκογένειά της ὅτι πρέπει νά τήν ἀφήσει νά πάει στό Ντιβέγεβο. Ἐκεῖ ἦταν προορισμένη νά λάμψει μέ τούς ἀσυνήθιστους ἀγῶνες της.
Ἡ μητέρα της προσπάθησε μέ κάθε τρόπο ν’ ἀπαλλαγεῖ ἀπ’ αὐτήν. Ἔφτασε στό σημεῖο νά πληρώσει ἀκόμα γιά νά τήν πάρουν.
– Κουράστηκα μ’ αὐτήν τήν ἀνόητη, ἔλεγε.
Προσπάθησε νά τήν βάλει στό μοναστήρι τοῦ Ἀλεξέγιεφ στόν Ἀρζαμά καί σ’ ἄλλα μοναστήρια, μάταια ὅμως. Ἡ «σαλή» δὲν ἄκουγε τή μητέρα της. Δέν ἤθελε νά πάει πουθενά. Ἔλεγε καί ξανά ‘λεγε συνέχεια :
– Ἐγώ ἀνήκω στό Ντιβέγεβο· εἶμαι τοῦ Σεραφείμ καί δέν πηγαίνω πουθενά ἀλλού.
Τά λόγια της επαληθεύτηκαν. Το 1837, όταν πιά εἶχε κοιμηθεῖ ὁ ὅσιος γέροντας Σεραφείμ, στό μοναστήρι τοῦ Ντιβέγεβο ζοῦσε μιά γερόντισσα, ἡ Ἰουλιανή Γρηγορίεβνα. Ἦταν πολύ ἔμπειρη στήν πνευματική ζωή, μαθήτρια τοῦ Ὁσίου. Ἦταν χωρική, ἀπό τό Κραζνοσέλκ, πολύ στοργική καί φιλόξενη. Κάποτε πήρε εύλογία γιά νά πάει μέ δυό δόκιμες σ’ ἕνα διακόνημα στόν Αρζαμά. Ὅταν ἔφτασαν στήν πόλη, ἔτρεξε στὸ ἀμάξι τους ἡ Πελαγία Ἰβάνοβνα καί τούς εἶπε :
– Ἐλᾶτε στό σπίτι μου να πάρετε τσάι. Ὁ πατριός μου δε μ’ ἀγαπάει. Εἶναι πλούσιος, ἔχει ἀπ’ ὅλα. Πᾶμε. Οἱ ἀδελφές ἀπό τό Ντιβέγεβο τήν ἀκολούθησαν. Ἡ Ἰουλιανή Γρηγορίεβνα, που διακρινόταν γιά τό προορατικό της χάρισμα, εἶπε στή μητέρα τῆς Πελαγίας
– Γιατί δέν τή δίνεις σέ μᾶς; Γιατί θά ‘πρεπε νά δείχνει τήν ἀνοησία της ἐδῶ;
Ἡ Παρασκευή Ἰβάνοβνα χάρηκε σάν τ’ ἂκουσε αὐτό κι ἀπάντησε :
– Θά χαρόμουν πολύ ἂν θά ‘θελε να ‘ρθει μαζί σας καί τήν παίρνατε. Μόνο ἡ Παναγία ξέρει τί τραβάμε μαζί της. Πάρτε την, γιά τή χάρη τοῦ Χριστοῦ. Θά σάς δώσουμε καί χρήματα.
Ἡ Ἰουλιανή Γρηγορίεβνα γύρισε στήν Πελαγία Ἰβάνοβνα καί τῆς εἶπε μέ στοργή :
– Ἔδειξες ἀρκετά τή σαλότητά σου ἐδῶ. Ας πάμε στό Ντιβέγεβο τώρα, έτσι εἶναι εὐάρεστο στό Θεό.
Ἡ Πελαγία καθόταν καί τ’ ἄκουγε όλ’ αὐτά τελείως ἀδιάφορη. Ξαφνικά, μόλις ἄκουσε τά λόγια τῆς Ἰουλιανής Γρηγορίεβνα, πετάχτηκε πάνω, ἔκανε εδαφιαία μετάνοια μπροστά της καί εἶπε :
– Πάρε με μαζί σου, μάτιουσκα, προστάτεψέ με!
Ὅλοι ξαφνιάστηκαν μόλις τήν ἄκουσαν. Ἕνας ἀπό τούς γαμπρούς της χαμογέλασε χαιρέκακα καί εἶπε :
– Καί τήν πιστεύετε; Δέ βλέπετε πῶς ἔχει καταντήσει; Νομίζετε πώς θά μείνει μαζί σας στο Ντιβέγεβο; Σύντομα θα φύγει καί θά περιφέρεται ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ.
Ἡ Πελαγία ὅμως τούς κατάπληξε ὅλους. Μόλις ἄκουσε τά μοχθηρά αὐτά λόγια ἔκανε ἐδαφιαία μετάνοια στό γαμπρό της καί τοῦ εἶπε μέ ταπείνωση και σύνεση :
– Συχώρεσέ με, γιά τή χάρη τοῦ Χριστοῦ. Δὲ θὰ ξαναγυρίσω κοντά σας ώσπου νά πεθάνω.
Εἶχε φτάσει πραγματικά ἡ ὥρα πού εἶχε προορίσει ὁ Θεός γιά νά μπεῖ ἡ Πελαγία Ἰβάνοβνα στό μοναστήρι. Γι’ αυτό καί ἡ Ἰουλιανή Γρηγορίεβνα λυπήθηκε τή δύστυχη ἀσκήτρια καί τήν κάλεσε στό Ντιβέγεβο. Κι ἡ ἀσκήτρια ἀπό μόνη της, χωρίς τήν παραμικρή ἀντίσταση, μέ σφοδρή ἐπιθυμία, ἄφησε τό σπίτι της μητέρας της κι ἔφυγε μέ χαρά γιά τό Ντιβέγεβο*.
* Μέ τό πού γύρισε ἡ Ἰουλιανή Γρηγορίεβνα έδωσε τά 500 ρούβλια (πού τῆς ἔδωσαν οἱ συγγενεῖς τῆς Πελαγίας Ἰβάνοβνα) στόν Ἰβάν Ταμπόφτσεφ, πού τότε εἶχε ὅλη τήν ευθύνη τοῦ μοναστηριοῦ.
***
Συνήθιζε νά πηγαίνει συχνά στήν ταβέρνα. Οἱ ἄνθρωποι τήν κορόιδευαν, τήν χλεύαζαν καί μέ κάθε τρόπο τήν είρωνεύονταν. Ἔλεγαν πως «εἶναι μέθυση» κι ἄλλα πολλά. Ἐξακολουθοῦσε ὅμως νά πηγαίνει ἐκεῖ. Μιά νύχτα εἶδα τήν Πελαγία μου νά ‘ρχεται μ’ ένα δερμάτινο σακάκι καί μιά χούφτα ζαχαρωτά.
– Πάρε νά φᾶς, μπάτιουσκα, μοῦ εἶπε.
Ἔμεινα ξερή, φοβήθηκα σχεδόν. «Θεέ μου, σκέφτηκα, ποῦ τά βρῆκε ὅλ’ αὐτά μέσα στή νύχτα;» Ποιός μπορεῖ νά δώσει ἐξήγηση σ’ αυτά πού κάνουν οἱ σαλοί; Κι ήταν τόσο χαρούμενη κι εὐτυχισμένη, πού ξέσπασε σέ γέλια καί πρόσθεσε :
– Φάγε, φάγε.
Τί εἶχε γίνει; Ποῦ νά τό φανταστείτε! Πηγαίνοντας στήν ταβέρνα, ἔσωσε δυό ἀνθρώπους. Μοῦ τό εἶπε ὁ ίδιος ὁ ταβερνιάρης, ἐνώ ταυτόχρονα τῆς ζητούσε συγγνώμη. Σκόπευε να σκοτώσει τή γυναίκα του κι αποφάσισε νά τό κάνει μιά νύχτα. Τήν πῆρε μέσα στό κελλάρι πού ‘χε τά κρασιά καί τήν ὥρα πού εἶχε σηκώσει τό χέρι του γιά νά τήν σκοτώσει, τοῦ τό ἄρπαξε ή Πελαγία Ιβάνοβνα πού εἶχε κρυφτεί πίσω ἀπό τά βαρέλια.
– Τί πᾶς νά κάνεις; τοῦ φώναξε. Ἔλα στά συγκαλά σου, ἀνόητε.
Ἔτσι τούς ἔσωσε καί τούς δυό. Μετά ἀπ’ αὐτό σταμάτησε νά πηγαίνει στήν ταβέρνα. Κι ὅταν οἱ ἂνθρωποι ἔμαθαν τό περιστατικό αὐτό καί κατάλαβαν πώς εἶχε προορατικό χάρισμα, σταμάτησαν νά τήν κατακρίνουν κι ἂρχισαν νά τήν σέβονται.
***
Ὅταν πέθανε ή Ἰουλιανή Γρηγορίεβνα, ζήσαμε για κάποιο διάστημα μέ μεγάλη φτώχεια. Δέν είχαμε τσάι ἀλλ’ ούτε καί σαπούνι. Ἔτσι ἀπό τίς φούστες της τρίβαμε τίς λάσπες γιά νά φύγουν καί μετά τίς στίβαμε. Ἡ οικογένειά της χάρηκε πού εἶχε ἀπαλλαγεῖ ἀπ’ αὐτήν καί τήν εἶχε ἐγκαταλείψει τελείως. Φοβόντουσαν ἀκόμα καί νά ἐμφανιστοῦν οι δικοί της, μήπως τό μετανιώσει καί γυρίσει κοντά τους.
Κάποτε ἡ Παρασκευή Ἰβάνοβνα, ἡ μητέρα της, σκέφτηκε να ‘ρθει γιά νά δεί τήν κόρη της. Ἦρθε λοιπόν μαζί μέ τήν προγονή της Ἀβντότια στό μοναστήρι, ἀλλά όχι σέ μᾶς. Πήγε στή Ναστάζια Ἀντρέγεβνα Πρασολόβαγια, πού ἔμενε ἀπέναντί μας. Ἀπό κεί μποροῦσαν νά βλέπουν τήν Πελαγία Ἰβάνοβνα. Στήν ἀρχή δέν ήξερα τίποτα. Ἡ Πελαγία ὅμως στενοχωριόταν πολύ. Ἀστειζόμενη μάλιστα μοῦ εἶπε :
– Οἱ Ἀρζαμίτες ήρθαν, μπάτιουσκα, ἀλλά φοβοῦνται νά μᾶς ἐπισκεφτοῦν, μήπως γυρίσω πίσω μαζί τους. Ἂκου τί θά κάνουμε: μόλις ζέψουν τ’ ἄλογα, θά πᾶμε ἐκεῖ, θά μπῶ στήν ἅμαξα καί θά καθήσω. Θά νομίσουν πώς θέλω νά πάω μαζί τους.
Καί χαμογέλασε πικρά, ἐνώ συνάμα ἔτρεχαν τά δάκρυά της. Δέν ξέσπασε σέ λυγμούς ὅμως.
– Καλά, ἂς πᾶμε, τῆς εἶπα.
Ὅπως τήν ἔβλεπα, ἡ καρδιά μου ράγιζε ἀπό τή λύπη. Κινήσαμε νά κάνουμε αὐτά πού είπαμε. Μόλις ἔζεψαν τ’ ἂλογα κι ἐτοιμαστήκανε, ἐμφανιστήκαμε ἐμεῖς. Τούς εἶδα καί μοῦ φάνηκε πώς χάρηκαν. Ἡ Πελαγία Ἰβάνοβνα τούς χαιρέτησε εὐγενικά καί μίλησε μαζί τους σά νά τα ‘χε τελείως χαμένα.
Ξαφνικά ἔτρεξε, μπῆκε στήν ἅμαξα, κάθησε, χτύπησε τ’ ἂλογα καί τά ὁδήγησε ἔξω από τήν πύλη τοῦ μοναστηριοῦ. Ἡ μητέρα της κι ἡ ἀδερφή της τρομοκρατήθηκαν. Ἐξαγριώθηκαν κι ἂρχισαν νά τῆς φωνάζουν. Ἐκείνη ὁδήγησε τήν ἅμαξα στό βαφεῖο κι ἐκεῖ σταμάτησε. Βγῆκε ἔξω καί φώναξε :
– Ο Θεός νά ‘ναι μαζί σας. Μή φοβόσαστε. Θά μείνω ἐδῶ ὥσπου νά πεθάνω, δέ θά γυρίσω κοντά σας.
Στήν Ἀβντότια, τήν ἐτεροθαλή ἀδερφή της, πού δέν τήν ἀγαποῦσε καί τόσο πολύ κι ὅλο τήν μάλωνε, εἶπε :
– Ἂν καί δέ μ’ ἀγαπᾶς κι ὅλο εξαγριώνεσαι μαζί μου, ὁ Θεός νά ‘ναι πάντα μαζί σου, Ντούνια. Νά θυμᾶσαι μόνο πώς σάν παντρευτείς, τό πρῶτο παιδί σου θά πεθάνει.
Ἡ Ἀβντότια τήν κατσάδιασε γερά γι’ αὐτό καί εἶπε στή μητέρα της :
– Ἂκου, τί ἔβαλε στό μυαλό της νά μοῦ πεῖ ἡ τρελλή!
Δέν τήν πίστεψε βέβαια. Ὅταν παντρεύτηκε ὅμως, τό πρώτο παιδί της, πού ‘ταν κορίτσι, πέθανε πραγματικά. Ἔτσι ἀναγκάστηκαν νά πιστέψουν τά λόγια της.
***
Διηγειται ἡ Ἂννα Γερασίμοβνα, στήν Ηγουμένη Μαρία :
-…. Πολλές ἀπό τίς ἀδελφές τὴν σέβονταν καί τήν τιμούσαν. Ἂλλες όχι μόνο δέν τήν πλησίαζαν, ἀλλά καί τήν κορόιδευαν ἀπό πάνω.
Εἶναι μιὰ άμυαλη γριά, ἔλεγαν. Μέσα της κατοικεί ἕνας δαίμονας πού προφητεύει. Καί συνέχιζαν μ’ ἄλλα πικρόχολα σχόλια.
Πόσα δέν τῆς ἔτυχαν! Εἶναι ἀδύνατο νά τά θυμηθεῖς ὅλα. Ένα πράγμα θά πῶ μόνο. Ἔζησα μαζί της πολύ καιρό. Πέρασα πολλά κι υπόφερα περισσότερα. Καί τώρα πού δέν ἔχω μαζί μου αὐτό τό μικρό περιστεράκι, μου λείπει. Θά ήμουν εὐτυχισμένη μόνο νά τήν βλέπω, νά τήν ἀκούω ἢ νά τήν πηγαίνω κάπου. Κι ὅλ’ αὐτά τά προείδε καί τά προείπε. Κάποτε, λίγο καιρό προτοῦ πεθάνει, μιλούσε συνέχεια, ἀκατάσχετα, φλυαροῦσε χωρίς νόημα κι ἐγώ τῆς γκρίνιαζα :
– Γιατί μιλᾶς συνέχεια χωρίς νά σταματᾶς; Πραγματικά φαίνεσαι σαλή. Πῶς δέν αρρωσταίνεις μ’ αυτό; Πῶς δέν κουράζεσαι;
– Περίμενε, μπάτιουσκα, μοῦ εἶπε (πάντα μέ προσφωνούσε μπάτιουσκα). Θά ‘ρθει καιρός πού θά ‘σαι εὐτυχισμένη ἂν μπορεῖς νά πεῖς δυό κουβέντες καί δέ θά ‘χεις κανέναν.
Ἔτσι κι ἔγινε. Καταπιέστηκα πολύ. Θά ‘μουν εὐτυχισμένη καί μόνο νά τήν δῶ ἢ να μιλήσω μαζί της, τώρα ὅμως ἐκείνη έφυγε.
Ναί, ήταν περίεργος κι ακατανόητος άνθρωπος. Πολύ πολύ σοφή, τί ἄλλο νά πῶ; Ἔζησα μαζί της πολύ καιρό ἀλλά καί τί μ’ αὐτό; Τί εἶμαι εγώ; Εἶμαι ένας ἂχαρος κι απλός ἂνθρωπος. Πώς ήταν δυνατό νά τήν καταλάβω; Τύχαινε αὐτά πού ἔβλεπα, νά τά καταλαβαίνω ἀργότερα. Γι’ αὐτό κι ὅταν κατηγοροῦσαν τό μικρό μου περιστεράκι δέν ἀπαντοῦσα, φοβόμουν….
Από το βιβλίο, «Οσία Πελαγία Ιβάνοβνα, Η διά Χριστόν σαλή», μετάφραση-επιμέλεια Πέτρου Μπότση, Αθήνα
Οι άγιοι μεγάλοι Τρεις Ιεράρχες έσωσαν, μέσω της ορθοδοξίας, και τον ελληνισμό. Ας τους ικετεύομε. Κι εκείνοι ποτέ δεν μας άφησαν ούτε και τώρα θα μας αφήσουν, πό ‘χομε λίγη δυσκολία στην πατρίδα μας. Αλλά θα περάσει αυτή η συννεφιά και θα έλθει ξαστεριά και θα έλθει πάλι η ομορφιά και η χάρη. π. Ανανίας Κουστένης
https://iconandlight.wordpress.com/2025/01/29/%ce%bf%ce%b9-%ce%ac%ce%b3%ce%b9%ce%bf%ce%b9-%ce%bc%ce%b5%ce%b3%ce%ac%ce%bb%ce%bf%ce%b9-%cf%84%cf%81%ce%b5%ce%b9%cf%82-%ce%b9%ce%b5%cf%81%ce%ac%cf%81%cf%87%ce%b5%cf%82-%ce%ad%cf%83%cf%89%cf%83%ce%b1/
Απέναντι εις τον « μορφωμένον » αθεϊσμόν και την ευγενικήν ανθρωποφαγίαν του συγχρόνου πολιτισμού πρέπει να αντιτάξωμεν τας χριστοφόρους προσωπικότητας, αι οποίαι με την πραότητα του προβάτου θα νικούν τα εξημμένα πάθη των λύκων, και με την ακεραιότητα των περιστερών θα σώζουν την ψυχήν του λαού από την πολιτιστικήν και πολιτικήν δυσωδίαν. Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτ ς
https://iconandlight.wordpress.com/2022/01/29/%CE%B1%CF%80%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9-%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BC%CE%BF%CF%81%CF%86%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CE%BD-%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CF%8A%CF%83%CE%BC/
Η οσία Πελαγία του Ντιβέγιεβο η διά Χριστόν Σαλή, μαθήτρια του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ, θρηνούσε ασταμάτητα, έκλαιγε γοερά για τον κόσμο
https://iconandlight.wordpress.com/2021/01/29/%ce%b7-%ce%bf%cf%83%ce%af%ce%b1-%cf%80%ce%b5%ce%bb%ce%b1%ce%b3%ce%af%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%b2%ce%ad%ce%b3%ce%b9%ce%b5%ce%b2%ce%bf-%ce%b7-%ce%b4%ce%b9%ce%ac-%cf%87%cf%81%ce%b9/
Ο άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος διώκει την επιδημία της πανούκλας από την Ζάκυνθο
https://iconandlight.wordpress.com/2020/01/30/%ce%bf-%ce%ac%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%82-%ce%b3%ce%b5%cf%8e%cf%81%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%82-%ce%bf-%cf%84%cf%81%ce%bf%cf%80%ce%b1%ce%b9%ce%bf%cf%86%cf%8c%cf%81%ce%bf%cf%82-%ce%b4%ce%b9%cf%8e%ce%ba%ce%b5/
Οσία Πελαγία του Ντιβέγιεβο η διά Χριστόν Σαλή και Οσία Αθανασία Λογκάτσεβα
https://iconandlight.wordpress.com/2015/01/29/%CE%BF%CF%83%CE%AF%CE%B1-%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%B2%CE%AD%CE%B3%CE%B9%CE%B5%CE%B2%CE%BF-%CE%B7-%CE%B4%CE%B9%CE%AC-%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83/
Ἀπολυτίκιον τῶν Τριῶν ῾Ιεραρχῶν
Ἦχος α’
Τοὺς τρεῖς μεγίστους φωστῆρας τῆς τρισηλίου Θεότητος, τοὺς τὴν οἰκουμένην ἀκτῖσι δογμάτων θείων πυρσεύσαντας∙ τοὺς μελιρρύτους ποταμοὺς τῆς σοφίας, τούς τὴν κτίσιν πᾶσαν θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας∙ Βασίλειον τὸν μέγαν, καὶ τὸν Θεολόγον Γρηγόριον, σὺν τῷ κλεινῷ Ἰωάννῃ, τῷ τὴν γλώτταν χρυσορρήμονι∙ πάντες οἱ τῶν λόγων αὐτῶν ἐρασταί, συνελθόντες ὕμνοις τιμήσωμεν∙ αὐτοὶ γὰρ τῇ Τριάδι, ὑπὲρ ὑμῶν ἀεὶ πρεσβεύουσιν.
Ἀπολυτίκιον τῆς Ὁσίας Πελαγίας τοῦ Ντιβίγιεβο, τῆς διά Χριστόν Σαλή (+ 1884)
Ἦχος πλ. δ’
Ἐν σοὶ Μῆτερ ἀκριβῶς διεσώθη τὸ κατ’ εἰκόνα· λαβοῦσα γὰρ τὸν Σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ καὶ πράττουσα ἐδίδασκες, ὑπερορᾶν μὲν σαρκός παρέρχεται γάρ· ἐπιμελεῖσθαι δὲ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτου· διὸ καὶ μετὰ Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὁσία Πελαγία, τὸ πνεῦμά σου.
Ἀπολυτίκιον. Ὁσίας Πελαγίας τοῦ Ντιβίγιεβο, τῆς διά Χριστόν Σαλή (Χαρ. Μ.Μπούσια)
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Διαπλεύσασα πέλαγος πολυκύμαντον τοῦ ἐπιγείου σου βίου ἐν ἡρεμία, σεμνή, ψυχικῇ καὶ γενηθεῖσα κόσμῳ θέατρον εἴληφας χάριν δαψιλῆ, Πελαγία, ἐμπαιγμοὺς καὶ ὕβρεις καθυπομεῖναι ὡς θείαν δρόσον ὑψόθεν, θερμὴ ἀρτίως κόσμου πρέσβειρα.
Ἀπολυτίκιον τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου
Ἦχος δ’
Ὡς τῶν αἰχμαλώτων ἐλευθερωτής, καὶ τῶν πτωχῶν ὑπερασπιστής, ἀσθενούντων ἰατρός, βασιλέων ὑπέρμαχος, Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον τοῦ Ἁγίου.
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς Ζακύνθου τὴν νῆσον ἐκ πανώλους τῆς μάστιγος, σοῦ τῇ παναλκεῖ ἐπεμβάσει, Ἀθλοφόρε Γεώργιε, ἐῤῥύσω στρατηλάτα Ἰησοῦ, ἀεὶ τὴν μεγαλύνουσαν πιστῶς τοὺς γενναίους σου καμάτους, καὶ θείαν ἀρωγήν σου πρὸς τοὺς πάσχοντας· δόξα τῷ σὲ ἰσχύσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἰατῆρά σε ταχὺ ἡμῖν δωρήσαντι.
Ἀπολυτίκιον τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Θεοφίλου τοῦ Νέου
— Ἦχος γ’. Θείας πίστεως
Τὴν φιλότητα πρὸς τὸν Δεσπότην, καθυπέγραψας, τῷ αἵματί σου, καὶ τὴν πλάνην ἐναπέπνιξας, ἅγιε, ἡμισελήνου γενναίω φρονήματι, ἀνακηρύξας Χριστοῦ τὴν θεότητα· ὅθεν εἴληφας, Θεόφιλε παμμακάριστε, τὸ στέφος τῶν μαρτύρων ἐκ Κυρίου σου.
Ἀπολυτίκιον τοῦ ἁγίου νεομάρτυρος Χατζῆ Θεοδώρου τοῦ ἀπό Μυτιλήνης
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ὡς πανεύοσμον ἄνθος ὑψικόρμου βλαστήματος, ἐκ Πύργων Θερμῆς ἀνεφύης, Νεομάρτυς πανεύφημε, Θεόδωρε Χατζῆ παναληθῶς, πιστῶς ἐν Μυτιλήνῃ ζῆν λιπών, ἐκβοῶντες, ᾯ ἠρνήθης και ὑπὲρ οὗ μετανοῶν ἐνήθλησας· δόξα τῷ σὲ ἰσχύσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ ἁγιάσαντι, δόξα τῷ δεδωκότι σε ἡμῖν, πρέσβυν εὐπρόσδεκτον.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον τοῦ Νεομάρτυρος Ἁγίου Θεοδώρου Χατζῆ τοῦ Μυτιληναίου τοῦ έκ Πύργων Θερμῆς καταγομένου
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς ἄνθος ἐβλάστησας ἐκ κώμης Πύργων Θερμῆς, καὶ ἔλαβες θάνατον καθυπομείνας στεῤῥῶς, βασάνοις Θεόδωρε· ὅθεν σὴν θείαν μνήμην, ἑορτάζομεν πόθῳ, ὕμνοις τὸν στεφοδότην, ἱεροῖς ἀνυμνοῦντες, τὸν σὲ δοξάσαντα θαυμαστῶς, Μάρτυς πολύαθλε.
Ἀπολυτίκιον τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος ῾Ιππολύτου Ρώμης καί τῶν σύν αὐτῷ
— Ἦχος δ’
Ὡς τῶν Ἀποστόλων ὁμότροποι, καὶ τῆς οἰκουμένης Διδάσκαλοι, τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων πρεσβεύσατε, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς τῶν ψυχῶν τὸ μέγα ἔλεος.
Ἀπολυτίκιον τῆς ἐν Τήνῳ εὑρέσεως τῆς Ἱεράς Eἰκόνος τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου τό 1823
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὴν θείαν Εἰκόνα σου, ἐκ τῶν λαγόνων τῆς γῆς, ἡμῖν ἐφανέρωσας, δι’ ἐμφανείας τῆς σῆς, Παρθένε Πανύμνητε· ὅθεν ἡ νῆσος Τῆνος, ἐν τῇ ταύτης εὑρέσει, χαίρει χαρὰν μεγάλην, καὶ πιστῶς σοι κραυγάζει· Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ.
Έτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Πληθὺς ἡ τῶν Τηνίων ἐν ᾠδαῖς, εὐφημήσωμεν, ἡμῶν τὴν πολιοῦχον καὶ τοῦ κόσμου Προστάτιδα· πηγὴ γὰρ ἰαμάτων ἐν ἡμῖν, ἡ πάνσεπτος ἀνεύρηται Εἰκὼν τῆς Ἀχράντου Θεοτόκου, δι όπερ ἃπαντες ταύτη ἀναβοήσωμεν, χαῖρε τῶν σὲ τιμώντων ἡ ἐλπίς. χαῖρε ἡμῶν τὸ καύχημα, χαῖρε ἡ ρυσαμένη τῆς κατάρας τὸ ἀνθρώπινον.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου