Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Ὁ Ἅγιος Παΐσιος μιλάει γιὰ τὴν καύση τῶν νεκρῶν.


–Γέροντα, σκέφτονται νὰ ἀρχίσουν νὰ καῖνε τοὺς νεκροὺς γιὰ λόγους ὑγιεινῆς καὶ γιὰ ἐξοικονόμηση χώρου.

–Γιὰ λόγους ὑγιεινῆς; Ἀκοῦς κουβέντα! Δὲν ντρέπονται ποὺ τὸ λένε; Ὅλη τὴν ἀτμόσφαιρα τὴν ἔχουν μολύνει, τὰ ὀστᾶ τους πείραξαν; Τὰ ὀστᾶ στὸ κάτω-κάτω εἶναι καὶ πλυμένα! Καὶ γιὰ ἐξοικονόμηση χώρου; Ὁλόκληρη Ἑλλάδα μὲ τόσα ρουμάνια καὶ δὲν βρίσκουν χῶρο;

Ἔβαλα τὶς φωνὲς σὲ ἕναν καθηγητὴ τοῦ Πανεπιστημίου γι’ αὐτὸ τὸ θέμα. Πὼς γιὰ τὰ σκουπίδια βρίσκουν τόσο τόπο καὶ γιὰ τὰ ὀστᾶ ποὺ εἶναι ἱερὰ δὲν βρίσκουν; Χάθηκε ὁ τόπος; Καὶ πόσα ὀστᾶ Ἁγίων μπορεῖ νὰ εἶναι ἀνάμεσα σ’ αὐτά! Τὸ σκέφτονται αὐτό;

Στὴν Εὐρώπη καῖνε τοὺς νεκρούς, ὄχι γιατί δὲν ὑπάρχει χῶρος νὰ τοὺς θάψουν, ἀλλὰ γιατί θεωροῦν πρόοδο τὴν καύση τῶν νεκρῶν. Δὲν ἀνοίγουν κανένα δάσος, γιὰ νὰ κάνουν χῶρο, ἀλλὰ καῖνε τοὺς νεκρούς, τοὺς κάνουν σκόνη, γιὰ νὰ ἀνοίξουν χῶρο… Βάζουν τὴν σκόνη σὲ ἕνα τόσο δὰ κουτάκι γιὰ περισσότερη εὐκολία καὶ αὐτὸ τὸ θεωροῦν πρόοδο.

Τοὺς καῖνε τοὺς νεκρούς, γιατί θέλουν οἱ μηδενιστὲς νὰ τὰ διαλύσουν ὅλα, ἀκόμη καὶ τὸν ἄνθρωπο. Νὰ μὴ μείνει τίποτε ποὺ νὰ θυμίζει στοὺς ἀνθρώπους τοὺς γονεῖς, τοὺς παπποῦδες, τὴν ζωὴ τῶν προγόνων τους. Νὰ ξεκόψουν τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν παράδοσή τους. Νὰ τοὺς κάνουν νὰ ξεχάσουν τὴν ἄλλη ζωὴ καὶ νὰ τοὺς δέσουν σ’ αὐτή.

–Λένε ὅμως, Γέροντα, ὅτι ἔχει δημιουργηθεῖ θέμα σὲ ὁρισμένους Δήμους τῆς Ἀθήνας γιὰ τὸ ποὺ θὰ θάβουν τοὺς νεκρούς.

–Τόσος τόπος ὑπάρχει! Χάθηκε λίγο μέρος; Ἕνα σωρὸ ἐκτάσεις ὑπάρχουν ἔξω ἀπὸ τὴν Ἀθήνα καὶ εἶναι τοῦ Δημοσίου. Ἐγὼ ξέρω μεγάλους ποὺ ἔχουν ἕνα σωρὸ ἐκτάσεις ἐκεῖ πέρα. Δὲν μποροῦν νὰ κάνουν ἐκεῖ ἕνα νεκροταφεῖο; Καὶ μετὰ οἱ περισσότεροι εἶναι ἀπὸ τὶς ἐπαρχίες. Γιατί δὲν τοὺς πᾶνε στὸν τόπο τους; Νὰ πᾶνε νὰ τὸν θάψουν τὸν καθένα στὸν τόπο του. Ἐκεῖ δὲν θὰ ἔχουν καὶ ἔξοδα πολλὰ μόνο γιὰ τὴν μεταφορά. Νὰ ποῦνε ὅτι ὅσοι εἶναι ἀπὸ τὶς ἐπαρχίες καὶ ἦλθαν τώρα τελευταῖα στὴν Ἀθήνα, ὅταν πεθαίνουν, νὰ θάβονται στὴν ἐπαρχία. Καὶ εἶναι καὶ καλύτερα. Γι’ αὐτοὺς ποὺ εἶναι τρεῖς γενεὲς στὴν Ἀθήνα, νὰ βροῦν μιὰ λύση ἐκεῖ.

Ὕστερα, μετὰ τὴν ἐκταφῇ νὰ κάνουν λάκκους πιὸ βαθὺς καὶ ἐκεῖ νὰ βάζουν τὰ ὀστᾶ. Δύσκολο εἶναι; Ἐδῶ κατεβαίνουν τόσο βαθιὰ μέσα στὴν γῆ, γιὰ νὰ βγάλουν πετροκάρβουνα. Ἂς κάνουν γιὰ τὰ ὀστᾶ μιὰ μεγάλη δεξαμενὴ καὶ νὰ τὰ ἔχουν ὅλα μαζεμένα.

Ἔλειψε τελείως ὁ σεβασμός. Καὶ βλέπεις τώρα τί γίνεται! Πετᾶνε καὶ τοὺς γονεῖς στὰ γηροκομεῖα. Παλιὰ καὶ τὰ βόδια ἀκόμη τὰ γηροκομοῦσαν, δὲν τὰ ἔσφαζαν, γιατί ἔλεγαν: «Φάγαμε ψωμὶ ἀπὸ αὐτά».

Καὶ τί σεβασμὸ εἶχαν στοὺς νεκρούς! Θυμᾶμαι μὲ τί κίνδυνο πηγαίναμε νὰ τοὺς θάψουμε στὸν πόλεμο! Καλά, ὁ παπᾶς ἦταν ὑποχρεωμένος νὰ πάει, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ποὺ τοὺς μετέφεραν μέσα στὰ χιόνια, μέσα στὴν παγωνιά, καὶ ἀπὸ πάνω νὰ πέφτουν ριπὲς συνέχεια!

Τὸ 1945, στὸν ἀνταρτοπόλεμο, πρὶν πάω στρατιώτης, μὲ τὸν νεωκόρο κουβαλοῦσα τοὺς νεκρούς. Μπροστὰ πήγαινε μὲ τὸ θυμιατὸ ὁ παπᾶς. Μόλις σφύριζε βλῆμα, πέφταμε κάτω. Ἄντε μετὰ νὰ σηκωθοῦμε. Μόλις ἀκούγαμε ἄλλο, πέφταμε πάλι κάτω.

Ἀργότερα στὸν στρατό, στὸν πόλεμο, ξυπόλυτοι ἤμασταν μέσα στὰ χιόνια καὶ μᾶς εἶπαν νὰ πᾶμε νὰ πάρουμε, ἂν θέλουμε, ἀρβύλες ἀπὸ τοὺς νεκρούς. Κανένας δὲν κουνήθηκε. Ἄχ, πᾶνε ἐκεῖνα τὰ καλὰ τὰ χρόνια!

Τὸ κακὸ εἶναι ὅτι δὲν φωνάζουν μερικοὶ ποὺ ἔχουν κάποια θέση, ἀλλὰ συμφωνοῦν γιὰ τὴν καύση τῶν νεκρῶν. Ἡ Ἐκκλησία, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ παρουσιάστηκε αὐτὸ τὸ πρόβλημα, πρέπει νὰ πάρει θέση, γιὰ νὰ λυθεῖ. Γιατί ἔτσι ἀφήνει στοὺς κοσμικοὺς νὰ χειρίζονται πνευματικὰ θέματα καὶ νὰ λένε ὅτι θέλουν. Εἶναι ἀσέβεια αὐτό. Πὼς νὰ ἔχει τὴν εὐλογία ἀπὸ τὸν Θεὸ ὁ κόσμος σήμερα; Ἄ, χαμένα πράγματα! Πᾶνε σιγά-σιγά τὸν ἄνθρωπο νὰ τὸν ἐξευτελίσουν. Ἄχ, γι’ αὐτὸ θὰ βρεθεῖ πολὺς τόπος τώρα!… Θὰ βρεθεῖ πάρα πολὺς τόπος…

Πηγή: «Μὲ πόνο καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο», Ἁγίου Παϊσίου Ἁγιορείτου Λόγοι Α’, σελ. 136-138

Συντάκτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου