Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Ἡ βάρκα τῶν Ἀρχαγγέλων Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ!

 

Στήν ἁγιορείτικη σκήτη τῆς ῾Αγίας Ἄννης, ὁ ἱερομόναχος Ἀνανίας, ἀπό την καλύβη τῶν ᾿Αρχαγγέλων, ἔστειλε τόν ὑποτακτικό του Μιχαήλ στή Δάφνη γιά ἐπείγουσα ἐργασία, μέ τή ρητή ἐντολή νὰ ἐπιστρέψει το βράδυ.

Ὁ π. Μιχαήλ ξεκίνησε το πρωί μέ τή βάρκα τοῦ γερο-Γιωργάκη, πού ἔκανε τή γραμμή Δάφνη-Ἀγιάννα. Ἔφτασε στόν προορισμό του καί τελείωσε τὴν ἐργασία του. ᾿Αλλά, ἐνῶ ἑτοιμαζόταν νά ἐπιστρέψει, ὁ καιρός χάλασε. Φύσηξε δυνατός ἀέρας κι ἀκολούθησε μεγάλη θαλασσοταραχή.

Οἱ ἄλλοι πατέρες, μή μπορώντας νά ἐπιστρέψουν, πῆγαν στά γειτονικά μοναστήρια Ξηροποτάμου καί Σίμωνος Πέτρας. Ὁ π. Μιχαήλ, μοναχός ἁπλός καί ἄκακος, κάθησε στο λιμάνι τῆς Δάφνης καί περίμενε τή θάλασσα νά γαληνέψει. Δέν ἐννοοῦσε νά φύγει ἀπό τήν ἀκτή, γιατί στ’ αὐτιά του ἠχοῦσε ἡ ἐντολή τοῦ γέροντά του.

Ξαφνικά, βλέπει μπροστά του δυό φωτεινούς νέους καί τούς ἀκούει να τον ρωτάνε:

-Γιατί, ἀδελφέ, εἶσαι στενοχωρημένος;

-Ἔχω ἐντολή ἀπό τό γέροντά μου να γυρίσω ὁπωσδήποτε το βράδυ στην καλύβη μας.

-Θέλεις να μπεῖς στη βάρκα μας καί νά σε πᾶμε ἐμεῖς;

-Μετά χαρᾶς, εἶπε ὁ μοναχός, καί μπῆκε ἀμέσως στη βάρκα.

Ὁ ἕνας νέος ἔπιασε τα κουπιά, τά κούνησε δυό-τρεῖς φορές καί βρέθηκαν ἀμέσως στο λιμάνι τῆς ῾Αγίας Άννης. Ὁ π. Μιχαήλ, πού δέν εἶχε ἀκόμα καταλάβει τίποτε ἀπό τά ὑπερφυσικά γεγονότα, εὐχαρίστησε τούς δυό νέους, βγῆκε στό μουράγιο καί ξεκίνησε βιαστικά για το κελλί του.

᾿Ανεβαίνοντας συναντάει – ἔτσι τοῦ φάνηκε – τόν π. Γαβριήλ, ἀπό τήν Καλύβη «Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου».

-Εὐλόγησον, π. Μιχαήλ. ᾿Από ποῦ ἔρχεσαι; Γιατί εἶσαι τόσο βιαστικός;

-Ἔρχομαι ἀπό τή Δάφνη. Μ’ ἔφεραν δύο νέοι με τή βάρκα τους καί βιάζομαι να γυρίσω στο κελλί μου, γιά νά εἶμαι συνεπής στήν ὑπακοή μου.

-Ποῦ εἶναι τώρα οἱ νέοι μέ τή βάρκα τους; ρώτησε ὁ π. Γαβριήλ.

-Τούς ἄφησα στήν παραλία. Ἔφυγα βιαστικά καί δέν τούς ρώτησα ποῦ θα μείνουν.

-Γιά ρίξε μιά ματιά στη θάλασσα.

Κοιτάζει, καὶ τί νὰ δεῖ! Τ’ ἀφρισμένα κύματα σκέπαζαν ὄχι μόνο το λιμάνι, μά ὁλόκληρη την παραλία. Οὔτε βάρκα οὔτε ψυχή! Γυρίζει στο συνομιλητή του, ἀλλά ἐκεῖνος εἶχε γίνει ἄφαντος.

Τότε συνῆλθε καί κατάλαβε πώς οἱ δυό νέοι ἦταν οἱ ἀρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Ὁ πρῶτος ήταν ἐκεῖνος πού κούνησε τα κουπιά τῆς βάρκας, κι ὁ δεύτερος ἦταν ὁ πρίν ἀπό λίγο συνομιλητής του.

Μέ δάκρυα χαρᾶς κι εὐγνωμοσύνης ἔτρεξε ν’ ἀναγγείλει τὸ θαῦμα στο γέροντά του ᾿Ανανία. Τόν βρῆκε γονατιστό μπροστά στο εἰκόνισμα τῶν ᾿Αρχαγγέλων, να προσεύχεται με δάκρυα γιά τήν ἐπιστροφή του.

᾿Ανδρέου μοναχοῦ ῾Αγιορείτου, «Γεροντικό τοῦ ῾Αγίου Ὄρους», τομ. Α’, ᾿Αθῆναι 1992.

 

 

Συντάκτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου