δὲν τὸ ἔκανε ἀπὸ πίστη.
Τὸ εἶπε εἰρωνικά, διαχειριστικά, πολιτικά.
Κι ὅμως, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει, ὁμολόγησε τὴν Ἀλήθεια.
Γιατί ἐκεῖ στεκόταν ὁ Ἄνθρωπος γυμνὸς ἀπὸ ἐξουσία, χτυπημένος ἀπὸ τὸ σύστημα,
ἀθῶος καὶ παραδομένος, κρατῶντας ἐπάνω Του τὴν ἁμαρτία μιᾶς ὁλόκληρης κοινωνίας.
Σήμερα, μπροστὰ στὸ ἔγκλημα τῶν Τεμπῶν, ὁ λόγος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς συνείδησης δὲν μπορεῖ νὰ σιωπᾶ.
Διότι δὲν ἔχουμε ἁπλῶς μιὰ τραγωδία, ἀλλὰ ἕνα τραῦμα ἀνοιχτό:
ἀλήθεια ποὺ καθυστερεῖ,
δικαιοσύνη ποὺ χρονίζει,
εὐθύνη ποὺ διαχέεται.
Καὶ τότε ἀκούγεται ξανά, ὄχι ὡς σύνθημα ἀλλὰ ὡς θεολογικὴ διαπίστωση:
Ἰδοὺ ἡ Μάνα.
Ὄχι ὡς ὑποκατάστατο τοῦ Χριστοῦ.
Ἀλλὰ ὡς εἰκόνα τῆς σταυρωμένης ἀγάπης.
Ἡ μάνα ποὺ ἔχασε τὸ παιδί της δὲν διεκδικεῖ ρόλο.
Ζεῖ ἤδη μέσα στὸν σταυρό.
Διότι ὁ πόνος γιὰ τὸ παιδὶ εἶναι σταύρωση ποὺ δὲν κατεβαίνει, ἀγάπη ποὺ δὲν διαπραγματεύεται, μνήμη ποὺ δὲν παραδίδεται στὴ λήθη.
Οἱ μάνες τῶν Τεμπῶν δὲν ζήτησαν ἐξουσία.
Ζήτησαν ἀλήθεια.
Πῆγαν ἐκεῖ ὅπου τοὺς ὑπέδειξαν
οἱ θεσμοί:
στὰ ὑπουργεῖα,
στὰ δικαστήρια,
στὴν Εὐρώπη,
στὰ διεθνῆ ὄργανα.
Καὶ παντοῦ ἄκουσαν λόγια.
Πολλὰ λόγια.
Ἀλλὰ ὄχι δικαιοσύνη.
Ὅταν ὅλες οἱ πόρτες κλείνουν, ἡ μάνα δὲν ἔχει τὴν πολυτέλεια τῆς οὐδετερότητας.
Δὲν μπορεῖ νὰ «περιμένει».
Δὲν μπορεῖ νὰ «ἠρεμήσει».
Δὲν μπορεῖ νὰ «ξεχάσει».
Γιατί ἡ μάνα δὲν ὑπερασπίζεται μιὰ ἰδέα.
Ὑπερασπίζεται ἕνα ὄνομα.
Ἕνα πρόσωπο.
Ἕνα παιδί.
Ὅταν λοιπὸν μιὰ μάνα ἀποφασίζει νὰ κατέβει στὸ πεδίο ὅπου λαμβάνονται οἱ ἀποφάσεις, δὲν τὸ κάνει γιὰ νὰ πολιτευτεῖ.
Τὸ κάνει γιατί ἐκεῖ τὴν ἀνάγκασαν.
Γιατί ἀλλοῦ δὲν ὑπῆρχε χῶρος γιὰ ἀλήθεια.
Καὶ τότε ξεκινᾶ ὁ δεύτερος Γολγοθᾶς:
ἡ στοχοποίηση,
ἡ χλεύη,
ἡ καχυποψία,
τὸ δηλητηριῶδες
«μαζί σου, ἀλλά...».
Ὅμως ἡ μάνα δὲν ζητᾶ ἐγγυήσεις ἐπιτυχίας.
Ζητᾶ νὰ μὴ σωπάσει ἡ συνείδηση.
Κάποιοι ἐνοχλοῦνται.
Ὄχι γιατί φοβοῦνται μιὰ γυναῖκα.
Ἀλλὰ γιατί φοβοῦνται μιὰ μάνα ποὺ δὲν φοβᾶται πιὰ τίποτα.
Λένε πὼς «τὸ σύστημα θὰ τὴ φάει».
Μὰ τὸ σύστημα τρέφεται ἀπὸ τὴ σιωπή, ὄχι ἀπὸ τὴ μαρτυρία.
Καὶ ἡ μαρτυρία, ἀκόμη κι ἂν σταυρώνεται, μένει.
Δὲν πενθοῦν ὅλοι μὲ τὸν ἴδιο τρόπο.
Οὔτε ἀγωνίζονται ὅλοι μὲ τὸν ἴδιο δρόμο.
Ἀλλὰ καμία μάνα δὲν δικαιοῦται νὰ κριθεῖ
γιὰ τὸν τρόπο ποὺ παλεύει νὰ κρατήσει τὸ παιδί της ζωντανὸ στὴν ἀλήθεια.
Ὅταν ὅλα γίνονται διαδικασία,
ἡ μάνα θυμίζει ὅτι ἡ δικαιοσύνη εἶναι σχέση.
Ὅταν ὅλα γίνονται ἀφήγημα,
ἡ μάνα θυμίζει ὅτι ἡ ἀλήθεια ἔχει πρόσωπο.
Καὶ τότε ὁ λόγος παύει νὰ εἶναι πολιτικός.
Γίνεται ὑπαρξιακός.
Γίνεται ἐρώτηση πρὸς ὅλους μας.
Χωρὶς Χριστό, ἡ δικαιοσύνη γίνεται τεχνικὸ ζήτημα,
ἡ ἀλήθεια ἀφήγημα,
καὶ ὁ πόνος «παράπλευρη ἀπώλεια».
Ὁ Χριστὸς ὅμως δὲν στάθηκε οὐδέτερος μπροστὰ στὸ ἄδικο.
Εἶπε:
«Ἐγὼ εἰμι ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή».
Αὐτὸς ὁ Λόγος εἶναι ποὺ δίνει δύναμη στὸν ἀγῶνα.
Ὄχι ἡ ὀργή.
Ὄχι ἡ ἐκδίκηση.
Ἀλλὰ ἡ βεβαιότητα ὅτι ἡ ἀλήθεια, ἀκόμη
κι ἂν σταυρωθεῖ, δὲν πεθαίνει.
Ὅπως κάποτε εἰπώθηκε
«Ἰδοὺ ὁ Ἄνθρωπος»,
ἔτσι σήμερα, μέσα στὸ φῶς τοῦ Σταυροῦ, ἀκούγεται:
Ἰδοὺ ἡ Μάνα.
Καὶ ὅποιος μπορεῖ, ἂς σταθεῖ ἀπέναντί της.
Ὄχι γιὰ νὰ τὴν κρίνει.
Ἀλλὰ γιὰ νὰ κριθεῖ.
Ἐκκλησιαστικὸς Ἐπίλογος
Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔμαθε ποτὲ νὰ σιωπᾶ μπροστὰ στὸ ἄδικο.
Ὄχι γιατί ἐπιδιώκει σύγκρουση,
ἀλλὰ γιατί δὲν μπορεῖ νὰ προδώσει τὴν Ἀλήθεια.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος εἶναι ἀμείλικτος:
«Οὐδὲν ψυχρότερον Χριστιανοῦ, ἐὰν περὶ τὰ τοῦ πλησίον μὴ φροντίζῃ.» (PG 62, 162)
Καὶ ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας συμπληρώνει:
«Ἡ σιωπὴ ἐπὶ τῆς ἀδικίας συγκατάθεσις ἐστίν.» (PG 31, 324)
Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ μάνα ποὺ ὑψώνει φωνή
δὲν πράττει ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία,
ἀλλὰ μέσα στὸ πνεῦμα της.
Ὅπως ἡ Παναγία στάθηκε κάτω ἀπὸ τὸν Σταυρὸ χωρὶς νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Υἱό της,
ἔτσι καὶ ἡ μάνα σήμερα στέκεται μέσα στὸν πόνο χωρὶς νὰ παραδώσει τὸ παιδί της στὴ λήθη.
Καὶ ὅπως διδάσκει ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής:
«Ἀλήθεια ἐστὶν ὁ Χριστὸς· καὶ πᾶν τὸ ἐκτὸς αὐτοῦ σκιὰ καὶ πλάνη.»
(PG 90, 1120)
Γι’ αὐτὸ ὁ ἀγῶνας χωρὶς Χριστὸ ἐξαντλεῖται,
ἐνῷ ὁ ἀγῶνας ἐν Χρὶστῷ ἀντέχει, ἀκόμη κι ἂν σταυρωθεῖ.
Ἰδοὺ ὁ Ἄνθρωπος.
Ἰδοὺ ἡ Μάνα.
Καὶ ἀνάμεσά τους,
ὁ Σταυρὸς ποὺ κρίνει τὴν Ἱστορία
καὶ ἀνοίγει τὸν δρόμο τῆς Δικαιώσεως.
Στὴ μνήμη τῶν παιδιῶν.
Στὴν Ἀλήθεια ποὺ δὲν σιωπᾶ.
Στὴν Ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου