
Ἄρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Θεολόγου – συγγραφέως
Ι. Μ. Κυθήρων καὶ Ἀντικυθήρων
Ἐν Κυθήροις τῇ 26ῃ Φεβρουαρίου 2026
Κυρίαρχο χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῆς πένθιμης καὶ κατανυκτικῆς περιόδου τῆς ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τὴν ὁποίαν διανύουμε μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀγαπητὲ φίλε ἀναγνῶστα, εἶναι ἡ νηστεία. Ἐπειδὴ δὲ πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς ἀγνοοῦμε τὴν σημασία καὶ τὸ ρόλο της στὴν πνευματική μας ζωή, γι’ αυτὸ καὶ θὰ ἀναφερθοῦμε ἐν ὀλίγοις πάνω στὸ σπουδαιότατο αὐτὸ θέμα μὲ ὁδηγὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες μας.
Ἂν ἀνατρέξουμε στοὺς λόγους τῶν ἁγίων Πατέρων περὶ νηστείας, θὰ διαπιστώσουμε, ὅτι ὅλοι τους δίδουν σ’ αὐτὴν ἕνα καθολικὸ χαρακτῆρα, ποὺ περιλαμβάνει τὴν ὅλη ψυχοσωματικὴ ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ νηστεία κατὰ τοὺς Πατέρες ἀναφέρεται πάντοτε στὴ διπλῆ της μορφή, δηλαδὴ ὡς νηστεία τῶν τροφῶν καὶ ὡς νηστεία τῶν παθῶν. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν διερμηνεύουν τὸ βαθύτερο πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὸν ἀσκητικὸ χαρακτῆρα τῆς πνευματικῆς ζωῆς μέσα στὸ χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὅταν δὲ μὲ τὴν λέξη νηστεία ἀναφέρονται εἰδικότερα στὶς τροφές, τότε ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐννοοῦν τὴν ἀποχὴ ἀπὸ ὁρισμένα εἴδη τροφῶν γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα, ἂν καὶ ἡ λέξη νηστεία κατὰ κυριολεξία σημαίνει πλήρη ἀσιτία.
Ὁ Μέγας Βασίλειος στὸν πρῶτο περὶ νηστείας λόγο του τονίζει τὴν ἀρχαιότητα τοῦ θεσμοῦ καὶ τὴν ἀνάγει στὸ πρῶτο ἀνθρώπινο ζεῦγος. Ἡ πρώτη ἐντολὴ ποὺ ἔλαβε ὁ Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο ἦταν ἐντολὴ νηστείας καὶ ἐγκρατείας. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐνήστευσε, ἐξέπεσε ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Τώρα λοιπὸν χρειαζόμαστε καὶ πάλι τὴν νηστεία, γιὰ νὰ ἐπανέλθουμε σ’ αὐτόν.
Στὴ συνέχεια ὁ ἱερὸς Πατὴρ προχωρεῖ σὲ μιὰ ἱστορικὴ ἀναδρομὴ στὴν ἱστορία τοῦ Ἰσραήλ, ὅπου βλέπει καταξιωμένο τὸν θεσμὸ τῆς νηστείας στὴ ζωὴ μεγάλων ἀνδρῶν τοῦ Ἰσρηλιτικοῦ λαοῦ. Ὁ Μωϋσὴς μετὰ ἀπὸ νηστεία 40 ἡμερῶν πάνω στὸ ὅρος Χωρὴβ ἀξιώνεται νὰ δεχθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸν τὶς πλάκες τοῦ νόμου. Ἀντίθετα κάτω στοὺς πρόποδες τοῦ ὅρους ἡ λαιμαργία ἐξώθησε τὸν λαὸ στὴν εἰδωλολατρεία καὶ κατόπιν στὴν μέθη καὶ στὴν ἀσωτεία. Ἡ οἰνοποσία ἀχρήστευσε τὴν ἐπὶ 40 ἡμέρες προσμονὴ τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ στὴν νηστεία καὶ στὴν προσευχή. Αὐτὲς τὶς πλάκες, ποὺ ἔλαβε ἡ νηστεία τὶς κομμάτιασε ἡ μέθη, διότι ὁ προφήτης δὲν ἔκρινε ἄξιο νὰ νομοθετεῖται ἀπὸ τὸν Θεὸ λαὸς μέθυσος. Κατὰ τὸν καιρὸν τῆς παραμονῆς των στὴν ἔρημο οἱ Ἑβραῖοι, ἐν ὅσῳ μὲν ἦσαν εὐχαριστημένοι μὲ τὸ μάνα, ποὺ τοὺς ἔδινε ὁ Θεὸς μὲ θαυμαστὸ τρόπο, νικοῦσαν τοὺς ἐχθρούς των. Ὅταν ὅμως ἐγόγγυσαν καὶ ἄρχισαν νὰ ζητοῦν κρέατα καὶ νὰ ἐπιθυμοῦν νὰ γυρίσουν πίσω στὴν Αἴγυπτο, τότε τὰ πτώματά τους ἔπεσαν στὴν ἔρημο καὶ δὲν εἶδαν την γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Ὁ προφήτης Ἠλίας μετὰ ἀπὸ νηστεία 40 ἡμερῶν καταξιώθηκε νὰ δεῖ τὸν Θεὸν μέσα στὸ σπήλαιο τοῦ ὅρους Χωρήβ. Διὰ μέσου τῆς νηστείας οἱ τρεὶς παῖδες στὴν Βαβυλῶνα, ὅταν ἐρίφθησαν στὸ καμίνι τῆς φωτιᾶς, παρέμειναν ἀβλαβεῖς καὶ ἀποδείχθηκαν δυνατότεροι τοῦ πυρός. Ὁ προφήτης Δανιὴλ ἐπὶ τρεῖς ἑβδομάδες παρέμεινε νηστικὸς καὶ ἔτσι ἐδίδαξε τὰ λιοντάρια νὰ νηστεύουν, ὅταν κατέβηκε στὸν λάκκο. Οἱ Νηνευΐτες, ἐπειδὴ ἐνήστευσαν καὶ ἐπένθησαν, ἀνέτρεψαν τὴν ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἔκαναν μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰ ζῶα νὰ νηστεύσουν. Ὁ προφήτης Ἠσαΐας, ὁμιλῶν περὶ νηστείας, ἐπισημαίνει τὸν κίνδυνο τυποποιήσεώς της καὶ προβάλλει στὸ λαὸ ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, ποὺ συνιστοῦν τὴν ἀληθινὴ νηστεία, ἡ ὁποία, τότε μόνον εἶναι ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὸν Θεόν, ὅταν συνδυάζεται μὲ τὴν ἀποχὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία (Ἠσ.1,13-17). Ἡ ζωὴ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου ἦταν μιὰ συνεχὴς νηστεία.
Τέλος ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας, τόσο μὲ τὸ προσωπικό του παράδειγμα, ὅσο καὶ μὲ τὴν διδασκαλία του, προσδιορίζει τὴν θετική του στάση ἀπέναντι στὸ θεσμὸ τῆς νηστείας καὶ προδιαγράφει τοὺς ὅρους καὶ τὶς προϋποθέσεις γιὰ τὴν ὀρθὴ καὶ θεάρεστη ἄσκησή της στὴν ἐπὶ τοῦ Ὅρους ὁμιλία του.
Ὅταν οἱ Πατέρες ὁμιλοῦν γιὰ τὴν νηστεία καὶ ὅταν ἀπέχουν ἀπὸ ὁρισμένα εἴδη τροφῶν, δὲν τὸ κάνουν ἀπὸ περιφρόνηση πρὸς τὶς τροφές, οὔτε ἀπὸ διάκριση σὲ καθαρὲς καὶ μὴ καθαρές, ἀφοῦ κατὰ τὸν ἀπόστολο «πᾶν κτίσμα Θεοῦ καλὸν καὶ οὐδὲν ἀπόβλητον μετὰ εὐχαριστίας λαμβανόμενον» (Α’ Τίμ.4,4). Οἱ Πατέρες, χρησιμοποιοῦντες τὴν νηστεία, ἀποβλέπουν στὴ σταύρωση τοῦ σαρκικοῦ φρονήματος καὶ τῶν ἐμπαθῶν ἐπιθυμιῶν. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων παρατηρεῖ: «Ἂς χρησιμοποιήσωμε μὲ μέτρο τὴν τροφή, χωρὶς νὰ παρασυρόμαστε στὴν γαστριμαργία, ὥστε νὰ ὑπερισχύσωμε καὶ τῶν σαρκικῶν ἡδονῶν». Ὁ ἅγιος Ἴωαννης ὁ Χρυσόστομος σὲ πολλὰ σημεῖα τῶν λόγων του καὶ στὰ ἑρμηνευτικά του ὑπομνήματα τὴν χαρακτηρίζει ἄλλοτε σὰν ὅπλο, ἄλλοτε σὰν μητέρα τῶν ἀρετῶν καὶ ἄλλοτε σὰν φάρμακο. Ὅπως ὅμως τὸ φάρμακο, καὶ ἂν ἀκόμη μύριες φορὲς εἶναι ὠφέλιμο, γίνεται ἄχρηστο καὶ ἐπιβλαβές, ὅταν εἶναι ἄπειρος αὐτὸς ποὺ τὸ χρησιμοποιεῖ, ἔτσι καὶ ἡ νηστεία. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε πότε καὶ πὼς καὶ σὲ ποιό μέτρο θὰ τὴν χρησιμοποιήσουμε ἀνάλογα μὲ τὴν ἰδιοσυγκρασία τοῦ σώματος, τὴν ἐποχὴ τοῦ ἔτους, καὶ τὶς τοπικὲς συνθῆκες.
Χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῶν ἁγίων Πατέρων στοὺς περὶ νηστείας λόγους των εἶναι ὁ καθολικὸς τρόπος θεωρήσεώς της. Ἀληθινὴ νηστεία κατὰ τοὺς Πατέρες δὲν εἶναι μόνον αὐτή, ποὺ περιορίζεται στὴν πλήρη, ἢ μερικὴ ἀποχὴ ἀπὸ ὁρισμένες τροφές, ἀλλὰ ἐκείνη, ποὺ ἐπεκτείνεται στὴν ἐγκράτεια τῶν παθῶν καὶ τὴν ἀποφυγὴ τῆς ἁμαρτίας. Ἔτσι ἡ νηστεία ἀποκτᾶ τὶς πραγματικές της διαστάσεις. Ὁ ἀββᾶς Ποιμὴν σ’ ἕνα ἀπόφθεγμά του στὸ Γεροντικὸ λέγει, ὅτι ἡ νηστεία δὲν πρέπει νὰ εἶναι σωματοκτόνος, ἀλλὰ παθοκτόνος.Ο ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στὴν 8η ὁμιλία του στὴ Γένεση λέγει, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ νηστεύει θὰ πρέπει, παράλληλα μὲ τὴν νηστεία τῶν τροφῶν, νὰ ἀγωνίζεται νὰ εἶναι μετριόφρων, ἥσυχος, ἥμερος, ταπεινός, νὰ περιφρονεῖ τὴν δόξαν τῆς παρούσης ζωῆς, νὰ προσεύχεται, νὰ ἐξομολογεῖται καὶ νὰ κάνει ἐλεημοσύνες. Ὁ Μέγας Βασίλειος συμπληρώνει στὸν 2ο λόγο του περὶ νηστείας, ὅτι ἀληθὴς νηστεία εἶναι ἡ ἀποξένωσις ἀπὸ κάθε κακό, ἡ ἐγκράτεια τῆς γλώσσης, ἡ ἀποφυγὴ τοῦ θυμοῦ καὶ τῶν σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν, τῆς κατακρίσεως, τοῦ ψεύδους καὶ τῆς ἐπιορκίας. Τὴν ἴδια αὐτὴ διδασκαλία, σὲ ποιητικὴ πλέον μορφή, βρίσκουμε πλούσια στὴν ἐκκλησιαστικὴ ὑμνογραφία, ἰδίως στὰ τροπάρια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ την κατ’ ἐξοχὴν περίοδο ἐγκρατείας ὁλοκλήρου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους.
Ἐνῷ δὲ ὅλοι οἱ Πατέρες ἀπὸ τὴν μία πλευρὰ ἐγκωμιάζουν τὴν νηστεία, τονίζουν τὴν ἀξία της, καὶ προβάλλουν τοὺς καρπούς της, ἀπὸ τὴν ἄλλη θαυμάζουμε τὴν σοφία τῆς διακρίσεώς των στὸν τρόπο τῆς ἐφαρμογῆς της στὴν κάθε μία συγκεκριμένη περίπτωση.
Ὁ ἅγιος Κασσιανὸς ὁ Ρωμαῖος σ’ ἕνα λόγο τοῦ πρὸς τὸν ἐπίσκοπο Κάστορα παρατηρεῖ, ὅτι «ἐκεῖνοι, (δηλαδὴ οἱ Πατέρες), δὲν μᾶς παρέδωσαν ἕνα κανόνα νηστείας, οὔτε ἕνα τρόπο μεταλήψεως τροφῶν, οὔτε καὶ στὸ ἴδιο μέτρο, ἐπειδὴ δὲν ἔχουν ὅλοι τὴν ἴδια δύναμη, οὔτε ὅλοι τὴν ἴδια ἡλικία, ἀλλὰ οὔτε ὅλοι εἶναι ἐξ’ ἴσου ὑγιεῖς». Χωρὶς δηλαδὴ νὰ παραθεωρούν, ἢ νὰ ὑποτιμοῦν τὴν ἀξία τῆς νηστείας ὡς ἐκφραστὴ τοῦ ἀσκητικοῦ χαρακτῆρος τοῦ Ὀρθοδόξου ἤθους, παράλληλα δὲν ἐγκλωβίζονται σὲ ἄκαμπτες ἀρχές, νόμους καὶ κανόνες, ἀλλὰ κινοῦνται μὲ μιὰ θαυμαστὴ πνευματικὴ ἐλευθερία στὸ συγκεκριμένο θέμα. Λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν πλείστους ὅσους παράγοντες, ποὺ εἶναι δυνατον νὰ τροποποιήσουν, ἢ καὶ νὰ μεταβάλλουν τὸ μέτρο καὶ τὸν χρόνο τῆς νηστείας, ὅπως ἡ ἀσθένεια, τὸ εἶδος τῆς ἐργασίας, οἱ ἀνθυγιεινὲς συνθῆκες τῆς ζωῆς καὶ οἱ κλιματολογικοὶ παράγοντες. Ἐπίσης ἄλλες εἰδικὲς περιπτώσεις, ὅπως ἐγκυμονοῦσες καὶ θηλάζουσες μητέρες καὶ μικρὰ παιδιά. Σ’ ὅλες αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ἀνέκαθεν καθιερώθηκε στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἀρχὴ τῆς οἰκονομίας. Μάλιστα ὑπάρχει κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, ὁ 69ος Ἀποστολικός, ὁ ὁποῖος προβλέπει κατάλυση τῆς νηστείας, γι’ αὐτούς, ποὺ ἀδυνατοῦν νὰ νηστεύσουν λόγῳ ἀσθενείας.
Καλὸν ἀγῶνα, καλὴ μετάνοια καὶ καλὸ ὑπόλοιπο τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου