
Διηγεῖται ὁ π. Στέφανος Ἀναγνωστόπουλος
Κάποτε ὁ γέροντάς μου, ὁ πατὴρ Ἐφραίμ, εἶδε τὸ ἑξῆς φοβερὸν ὅραμα:
«Βρέθηκα, μᾶς διηγεῖται -μᾶς τὸ ἔχει διηγηθεῖ πέντε, δέκα φορὲς μέχρι τώρα-, σὲ ἕνα ἀπέραντο τόπο, ὅπου ὑπῆρχαν χιλιάδες χιλιάδων ἄνθρωποι, πάσης ἡλικίας καὶ φύλου. Καὶ μπροστὰ σ’ αὐτὸ τὸ πλῆθος, στεκόμουν καὶ γώ. Ἀπέναντι ἀπὸ μένα βρισκόταν ἕνας γίγαντας, ἕνας δαιμόνιος ἄνθρωπος, ἕνας φοβερὸς κατήγορος, ἕτοιμος νὰ κατηγορήσει, καὶ νὰ τοὺς καταδικάσει ὅλους, μὲ ἐπιχειρήματα σατανικά.
Ἐπιχειρήματα ποὺ τοῦ ἔδιδε αὐτὸ τὸ πλῆθος. Τὸ ἀξιοπερίεργον λοιπὸν ἦτο, ὅτι ὅλο αὐτὸ τὸ πλῆθος, ἦταν βουβό, εἶχαν μὲν ὅλοι στόματα, ὅπως καὶ μάτια καὶ τὰ λοιπὰ καὶ πρόσωπο, ἀλλὰ τὸ στόμα τους ἦταν κλειστό. Ἦταν ὅλοι τους μουγγοί. Διότι ὅλοι τους ἦσαν ἀναπολόγητοι σ’ αὐτὴ τὴν κρίση ποὺ γινόταν, σ’ αὐτὸ τὸ δικαστήριο.
Καὶ τώρα τί θὰ γίνει; Τί πρέπει νὰ κάνω ἐγώ;
Καὶ ἀμέσως τοῦ λέγω θαρρετά -ὁ γέροντας, λέει θαρρετά, στὸν δαιμόνιο αὐτὸν ἄνθρωπο-:
«Δὲν μπορεῖς νὰ τοὺς καταδικάζεις ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἐσύ, ἐπειδὴ σὺ ἔτσι τὸ θέλεις!»
Ἐκεῖ τότε ἐκεῖνο τὸ φοβερὸ δαιμόνιο, ἄρχισε νὰ κατηγορεῖ τὸν καθέναν χωριστά, γιὰ τὰ ἁμαρτήματά του. Καὶ πρῶτον, διότι δὲν εἶχε κανεὶς μετάνοια. Τὸ ἐπαναλαμβάνω σὲ ὅλους. Δὲν εἶχε κανεὶς μετάνοια! Δεύτερον, τρίτον, τέταρτον, πέμπτο, ἕκτο, ἕβδομο, ὄγδοο, ἔνατο, δέκατο, θὰ ἀπαριθμήσω μερικὰ ἀπ’ αὐτά. Ὁ ἕνας ἦταν κλέπτης. Ὁ ἄλλος, μέρα νύχτα ἔλεγε ψέματα. Ὁ ἄλλος ἦταν ὑπερήφανος. Καὶ γιὰ νὰ μὴ λέω ὁ ἄλλος, ὁ ἄλλος, λέω, ἐγωιστής, κενόδοξος, πόρνος, μοιχός, παιδεραστής, ὁμοφυλόφιλος, φονιᾶς, πατροκτόνος, μητροκτόνος, ἐκτρώσεις, ἀρσενοκοιτία, μέθυσοι χαρτοπαῖκτες, λίδοροι, μαλακοί, δειλοί, φιλάργυροι, ὀργίλοι, θυμώδεις, κατακριτές, κουτσομπόληδες, ἀργολόγοι, αἱμομίχτες, φθονεροί, ζηλιάρηδες, ἄδικοι, ἅρπαγες, δόλιοι, πονηροί, χωρὶς προσευχή, χωρὶς ἐκκλησιασμό, χωρὶς ἐξομολόγηση καὶ μετάνοια, χωρὶς Θεία Κοινωνία, ἀνελεήμονες, ἄσπλαχνοι, ἄστοργοι, ἀσεβεῖς πρὸς τοὺς γονεῖς καὶ μεγαλυτέρους, κακοῦργοι, ἀναρχικοί, ἀνήθικοι, ἀργόσχολοι, σκληροτράχηλοι, ἀγνώμονες, ἀχάριστοι, θέλετε νὰ πῶ καὶ ἄλλα;
Καὶ γώ, λέει ὁ γέροντας, τοὺς ὑπερασπιζόμουν ὅλους αὐτούς».
π. Στεφάνος: Νὰ τί κάνει τὸ κομποσχοινάκι σας! Νὰ τί κάνει ἡ προσευχή. Νὰ τί κάνει ἡ ἁγιασμένη ζωή. Νὰ τί κάνει ἡ παρρησία πρὸς τὸ Θεό! Ὑπερασπίζεσαι τὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶναι ἀμετανόητος. Καὶ τοὺς δίδεις φώς! Καὶ θεῖον φόβον! Γιὰ νὰ ἔρθουν στὴ μετάνοια!
Καὶ ὅμως, αὐτός τους καταδίκαζε μὲ βάση τὴν Ἁγία Γραφή, διότι ὅλες αὐτὲς οἱ ἁμαρτίες ποὺ ἀνέφερα, εἶναι ὄντως γραμμένες σὲ ὁλόκληρη τὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ στὸ Εὐαγγέλιο.
Καὶ συνεχίζει ὁ γέροντας Ἔφραιμ:
«Κι ὅμως ἐγώ τους ὑπερασπιζόμουν ὅλους αὐτούς, ἐπικαλούμενος τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, τὴν ἄκρα μακροθυμία Του καὶ τὸ ἔλεός Του.
«Ὄχι», φώναζε αὐτός, «θὰ καταδικαστοῦν ὅλοι τους στοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, διότι δὲν εἶχαν μετάνοια εἰλικρινῆ, θεῖον φόβον, ἀγάπη, θεῖα μυστήρια, προσευχή, ἐλεημοσύνη, καὶ δὲ συγχωροῦσε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον».
Καὶ ξέρετε, ἅμα θυμώσουμε λιγάκι, κατεβάζουμε μιὰ μούρη μέχρι κεῖ κάτω, ἔτσι, μέχρι κεῖ κάτω πάει ἡ μούρη μας. Ἰδίως μεταξὺ τῶν συζύγων. Μὴ παρεξηγεῖται κανένας. Καὶ μεταξὺ φίλων, καὶ μεταξὺ συνεργατῶν, καὶ μεταξὺ γειτόνων, καὶ μεταξὺ παπάδων, καὶ μεταξὺ δεσποτάδων, καὶ μεταξὺ μοναχῶν, καὶ μεταξὺ ὅλων ἡμῶν.
Ἔβλεπα αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους μουγκοὺς καὶ βουβούς, καὶ τοὺς λυπόμουνα κατάβαθα. Δεμένες οἱ γλῶσσες τους. Κλειστὰ τὰ στόματά τους.
Καὶ ὅμως ἐγὼ δὲν σταματοῦσα νὰ ἀντιμάχομαι. Προσέξτε τώρα μὲ τί ἀντιμάχομαι.
Μὲ νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχή, μετάνοιες, κομποσχοίνι, ἐλεημοσύνη, ἐγκράτεια, δάκρυα παρακλητικὰ πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Κύριον, καὶ Σωτῆρα ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τὴν Παναγία Μητέρα Του.
Κι ἐνῷ συνεχῶς μαχόμουν μαζί του, λέγοντας αὐτὸς τὰ δικά του, καί ’γὼ ἀντιλέγοντας, ὑπερασπιζόμενος ὅλους αὐτούς, ἀκριβῶς τότε, ἀπὸ τὶς πολλὲς φορές, ποὺ ἔλεγε κεῖνος καὶ ἔλεγα κι ἐγώ, ἦλθα εἰς ἑαυτόν.
Καὶ ἐρχόμενος εἰς ἑαυτόν, εἶπα:
«Καὶ τώρα τί γίνεται; Παναγία μου!», φώναξα μέσα στὸ κελί μου:
«Χριστέ μου! σὲ τί μέρες ζοῦμε; Χάνονται ἑκατομμύρια καὶ δισεκατομμύρια ψυχές. Χριστέ μου, ποῦ πᾶμε; Ποῦ πᾶμε; Ποῦ πᾶμε;».
«Ἡ ὥρα τοῦ θανάτου ἔρχεται, οἱ ἄνθρωποι καὶ μεὶς μαζὶ τοὺς περπατᾶμε ἀδιάφοροι. Μᾶς κατέλαβε ὅλους μιὰ ἀπέραντη πνευματικὴ νάρκη καὶ ραθυμία. Οὔτε πίστις, οὔτε Θεός, οὔτε ἀγάπη, οὔτε ἔλεος πρὸς τὸν πλησίον, οὔτε συμμετοχὴ στὰ ἅγια μυστήρια, οὔτε προσευχή, οὔτε μετάνοια, οὔτε δάκρυα.
Πῶς θὰ σώσουμε τὴν ψυχή μας, Χριστέ μου; Πῶς;»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου