
Α) Τετάρτη ἡμέρα ἀφιερωμένη στὴν Παναγία.
Στὸ μοναστήρι τῆς Παναγιᾶς τῆς Παραμυθίας, ἡ ἀδελφὴ Μακρίνα εἶχε μιὰ συνήθεια ποὺ τὴν τηροῦσε εὐλαβικὰ κάθε Τετάρτη, ἐδῶ καὶ σαράντα χρόνια. Παρ’ ὅλο ποὺ ἡ Τετάρτη εἶναι ἡμέρα αὐστηρῆς νηστείας, ἡ Μακρίνα, μόλις τελείωνε ἡ Θεία Λειτουργία, πήγαινε στὸ ἀρχονταρίκι (τὸ σαλόνι τοῦ μοναστηριοῦ) καὶ ἑτοίμαζε ἕνα φλιτζάνι ζεστὸ τσάϊ ἀπὸ βότανα τοῦ βουνοῦ.
Τὸ τοποθετοῦσε στὸ τραπέζι δίπλα στὸ παράθυρο, ἔβαζε δίπλα ἕνα καθαρὸ κέντημα καὶ μιὰ καρέκλα, ἀλλὰ δὲν καθόταν ποτὲ νὰ τὸ πιεῖ.
Μιὰ Τετάρτη, μιὰ νέα μοναχή, ἡ ἀδελφὴ Θέκλα, τὴ ρώτησε μὲ περιέργεια:
-«Ἀδελφὴ Μακρίνα, γιατί κάθε Τετάρτη ἑτοιμάζεις αὐτὸ τὸ τσάϊ ἀφοῦ ξέρω ὅτι νηστεύεις αὐστηρὰ καὶ δὲν πίνεις οὔτε νερὸ μέχρι τὸ ἀπόγευμα; Καὶ γιατί τὸ ἀφήνεις ἐκεῖ νὰ κρυώνει;»
Ἡ Μακρίνα τὴν κοίταξε μὲ ἕνα βλέμμα γεμᾶτο γαλήνη καὶ τῆς ἀπάντησε ψιθυριστά:
-«Παιδί μου, σήμερα εἶναι Τετάρτη. Ἡ ἡμέρα ποὺ ἡ Παναγία μας ἔνιωσε τὴν πρώτη μεγάλη μοναξιά, βλέποντας τὸν Υἱό Της νὰ προδίδεται. Κάθε Τετάρτη, ἑτοιμάζω αὐτὸ τὸ φλιτζάνι γιὰ τὴν “Κουρασμένη Μάνα”. Εἶναι ἡ δική μου πρόσκληση. Θέλω νὰ ξέρει πὼς ἂν στὸν δρόμο Της, καθὼς γυρίζει τὸν κόσμο καὶ γιατρεύει πληγές, θελήσει νὰ ξαποστάσει γιὰ μιὰ στιγμή, ἐδῶ ὑπάρχει μιὰ γωνιὰ ποὺ Τὴν περιμένει».
Ἐκείνη τὴν ἡμέρα, μιὰ ξαφνικὴ καταιγίδα ξέσπασε στὸ βουνό. Τὸ μοναστήρι τυλίχθηκε στὴν ὁμίχλη. Ἡ ἀδελφὴ Θέκλα, περνῶντας ἔξω ἀπὸ τὸ ἀρχονταρίκι, εἶδε τὴ Μακρίνα νὰ στέκεται ὄρθια στὴν πόρτα, προσευχόμενη σιωπηλά.
Ὅταν ἡ καταιγίδα κόπασε, οἱ δύο μοναχὲς μπῆκαν στὸ δωμάτιο. Τὸ φλιτζάνι ἦταν ἀκόμα ἐκεῖ, γεμᾶτο. Ὅμως, ἡ ἀτμόσφαιρα στὸ δωμάτιο δὲν ἦταν κρύα. Μύριζε τριαντάφυλλο καὶ οὐράνια γαλήνη, παρ’ ὅλο ποὺ δὲν ὑπῆρχαν λουλούδια πουθενά. Καὶ τὸ πιὸ παράξενο; Τὸ κέντημα ποὺ ἦταν δίπλα στὸ φλιτζάνι, ἕνα ἁπλὸ λευκὸ πανί, εἶχε τώρα πάνω του μιὰ χρυσῆ κλωστὴ ποὺ δὲν τὴν εἶχε βάλει ἀνθρώπινο χέρι.
Ἡ Μακρίνα χαμογέλασε. «Δὲν χρειάζεται νὰ πιεῖ τὸ τσάϊ γιὰ νὰ ἔρθει», εἶπε στὴ Θέκλα.
«Χρειάζεται μόνο νὰ βρεῖ τὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς μας ἀνοιχτή».
Ἀπὸ τότε, κάθε Τετάρτη στὸ μοναστήρι, οἱ μοναχὲς δὲν τηροῦσαν μόνο τὴ νηστεία τῆς τροφῆς, ἀλλὰ καὶ τὴ «νηστεία τῆς φιλοξενίας»: ἄφηναν πάντα μιὰ θέση ἄδεια, ἕνα φλιτζάνι ζεστὸ ἢ ἕναν καλὸ λόγο ἕτοιμο, τιμῶντας τὴν Παναγία ποὺ περιπλανιέται ἀνάμεσά μας, ἀναζητῶντας λίγη ἀγάπη.
(Ἀπὸ Facebook “Ιερεας Γκελιας Αρσενιος”)

Β) Γερόντισσα Χρυσοβαλάντη: «Εἴμαστε ἡ Τετάρτη καὶ ἡ Παρασκευή»
(Ἡγουμένη Ι. Μ. Ὁσίας Εἰρήνης Χρυσοβαλάντου Ροβιῶν Εὐβοίας)
Ἀκοῦστε ἦρθε μία παρέα ἕνα καλοκαίρι στὸ μοναστήρι καὶ λέει «γερόντισσα φέτος πήγαμε στὴν Πάρο καὶ παραθερίσαμε οἰκογενειακῶς. Δίπλα στὸ ξενοδοχεῖο μία κυρία μὲ 11 παιδιὰ λέει: “ἐμεῖς αὔριο θὰ λειτουργήσουμε ἕνα ἐκκλησάκι δύο ὧρες δρόμος στὴν Πάρο” νομίζω τοὺς Ἁγίους Πάντες “καὶ ἂν θέλετε, ὅποιοι θέλετε γείτονες ἐλᾶτε”. “Πήγαμε ἦταν πολὺ ὡραία, δύο ὧρες δρόμο, ὡραία ἡ λειτουργία. Τελειώσαμε, μᾶς κεράσανε, φύγαμε. Στὴ μία ὥρα δρόμου ἐπιστροφῆς διαπιστώνει ἡ γυναῖκα ὅτι εἴχαμε ξεχάσει τὸ πὸρτ μπεμπὲ μὲ τὸ τελευταῖο παιδί, τὸ μωρό, ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία. “Ἤηη… θὰ μοῦ τὸ φᾶνε τὰ σκυλιά, θὰ μοῦ τὸ φᾶνε τὰ τσακάλια. Παναγία μου!”. Ε…, θὰ τὴν ἀφήναμε; Ὅλοι ἄντε πίσω μία ὥρα. Μὲ ἀγωνία καὶ μὲ προσευχὴ νὰ βροῦμε τὸ μωρό. Καὶ βλέπουμε τὸ μωρὸ στὸ πὸρτ μπεμπὲ ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία ποὺ τό ‘χε ἀφήσει καὶ δίπλα δυὸ μαυροφόρες γυναῖκες τὸ φυλάγανε. Λέει ἡ μάνα “ἂχ καλές μου γυναῖκες, δῶστε μοῦ τ’ ὄνομά σας νὰ σᾶς μνημονεύω γιὰ τὸ καλὸ ποὺ μοῦ κάνατε. Σὰν ξεψυχισμένη ἦρθα μία ὥρα, νὰ βρῶ τὸ παιδί μου κομμάτια. Πέστε μοῦ τ’ ὄνομά σας”.
Καὶ τῆς ἀπαντοῦν: “εἴμαστε ἡ Τετάρτη καὶ ἡ Παρασκευὴ ποὺ νηστεύεις ἐνῷ ἔχεις 11 παιδιά!”. Καὶ ἐξαφανιστήκανε».
Μοῦ λέει ἡ ἀδερφὴ Εἰρήνη: «μὴν ξεχάσετε νὰ τὸ πεῖτε. Πρέπει νὰ τὸ λέμε αὐτό, νὰ μαθαίνουν οἱ ἄνθρωποι». Ἐκτὸς ἀπὸ ἀρρώστια ἅμα πεῖ ὁ γιατρὸς «πρέπει νὰ φᾶς» θὰ φᾶς, «ὅτι πεῖ ὁ γιατρὸς» λέει ὁ πνευματικός. Ἀλλὰ νὰ τρῶμε ἀπὸ ἀναισθησία, νὰ τρῶμε ἀπὸ ἀδιαφορία; Ἕνας Θεὸς νὰ κάνει τόσα γιὰ ἐμᾶς κι ἐμεῖς πιά… ἀντὶ νὰ φᾶμε φασόλια τὴν Τετάρτη, ἐμεῖς βάζουμε κρέας τὴν Τετάρτη καὶ βάζουμε τὴν Πέμπτη τὰ φασόλια. Γιατί; «Μὰ ἀντιδρᾶ ὁ ἄνδρας μου, τὰ παιδιά μου». Ἂν ἐξομολογούμεθα ὅλοι δὲν θὰ ἀντιδρᾶ κανένας, θὰ συμφωνήσουν. Ἔ καὶ στὸ κάτω κάτω δὲν θὰ σκοτωθοῦμε, ὅποιος δὲν θέλει, μὲ τὸ ζόρι δὲν τοὺς παίρνουμε.
YouTube: «Ὁμιλία γερόντισσας Χρυσοβαλάντου: ”Συνταγὴ εὐτυχίας”»
(Ἱερὸς Ναὸς Ἁγίου Γεωργίου Ἀράχωβας)
(Ἁπομαγνητοφώνηση orthodoxia.gr)

Γ) Ἡ νηστεία τῆς Τετάρτης καί τῆς Παρασκευῆς.
Ὁ μοναχός Γαλακτίων Ἰλλίε, κοινοβιάτης στή μονή Συχάστρια τῆς Ρουμανίας ἀπό τὸ 1918, τηροῦσε μέ ἀκρίβεια τη νηστεία. Ἄν δέν τελείωνε τόν μοναχικό του κανόνα, δέν ἔτρωγε τίποτα. Την Τετάρτη καί τήν Παρασκευή νήστευε μέχρι το βράδυ, τὴν ὥρα πού ἔβγαιναν τ’ ἀστέρια. Τότε έκανε το σταυρό του, ζητοῦσε συγχώρηση ἀπ’ ὅλους, ἔπαιρνε ἀντίδωρο καί ὕστερα ἔτρωγε.
-Γέροντα, τοῦ εἶπε ὁ μαθητής του, ἡ μέρα εἶναι μεγάλη, κι ἐσύ ἡλικιωμένος καί ἀδύνατος. Δέν εἶναι καλύτερα να τρῶς τό φαγητό σου νωρίτερα;
-Κάποτε, ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος, ἕνας ἅγιος εἶδε νά πηγαίνουν κάποιο νεκρό στόν τάφο. Μπροστά καί πίσω τόν συνόδευαν δυό ὡραῖοι ἄγγελοι. “Ποιοί εἶστε ἐσεῖς;” ρώτησε ὁ ἅγιος. “Εγώ ὀνομάζομαι Τετάρτη κι ἐγώ Παρασκευή!” ἀπάντησαν οἱ ἄγγελοι.
“῎Ηρθαμε ἐδῶ, μέ ἐντολή τοῦ Κυρίου, να βοηθήσουμε αὐτή τήν ψυχή, γιατί σ’ ὅλη τή ζωή της νήστευε τήν Τετάρτη καί τήν Παρασκευή γιά νά τιμήσει τά Πάθη τοῦ Κυρίου”.
»᾿Από τότε, συμπλήρωσε ὁ π. Γαλακτίων, δέν ἔφαγα ποτέ πιά αὐτές τίς μέρες, γιά νά μέ βοηθήσουν κι ἐμένα ἡ Τετάρτη καί ἡ Παρασκευή τήν ὥρα τοῦ θανάτου μου.
Πηγή: Μπάλαν Ἰωαννικίου ἱερομ., Ρουμανικό Γεροντικό, ἔκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1985.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου