
Ὁ Ἅγιος παπᾶ – Τύχων ὁ Ρῶσσος ἐρημίτης της Καψάλας ἐκοιμήθη στὶς 10 Σεπτεμβρίου 1968. Στὴν Ἁγιοκατάταξη τοῦ πατρὸς Τύχωνα καθὼς καὶ τοῦ Γέροντος Χατζη-Γεώργη προχώρησε στὶς 11 Φεβρουαρίου 2026, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, προσθέτοντας δύο ἀκόμη φωτεινὲς μορφὲς στὸ Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας!
Ὁ παπα – Τύχων ὁ Ἐρημίτης
Χαιρόταν περιμένοντας τὸ μακάριο τέλος ὁ ρῶσος ἐρημίτης της Καψάλας ἱερομόναχος Τύχων. Κυριολεκτικὰ ὁ μακάριος αὐτὸς ἀθωνίτης ἔπαιζε μὲ τὸν θάνατο!
Ἄνοιξε ὁ ἴδιος τὸν τάφο του δέκα μέτρα περίπου ἀπὸ τὸ κρεββάτι του. Τὸν ἔσκαψε μὲ τὰ χέρια του καὶ στὸ σωρὸ τοῦ χώματος ποὺ ἔβγαλε, τοποθέτησε ἕνα φτυάρι.
-Νά, ἔτσι ρίξη χῶμα, ἔλεγε στὸν ὑποτακτικό του π. Παΐσιο (Ἅγιο) καὶ ἔκανε τὴ σχετικὴ κίνηση ρίχνοντας μιὰ φτυαριὰ χῶμα μέσα στὸν τάφο του.
Φύτεψε καὶ ἕνα δεντρολίβανο στὴν ἄκρη. Συχνὰ ἔδινε ὁδηγίες γιὰ τὸ τί θὰ κάνουν στὴν ἔξοδό του.
-Πεθαίνει παπα – Τύχων; Σιωπή! Κάνει κομποσχοίνι. Μετὰ λές: Παπα – Τύχων πέθανε.
Καὶ ἄλλοτε πρόσθετε:
-Καλός, ὄχι καλὸς παπα – Τύχων… Θεὸς Δευτέρα Παρουσία πεί καλός, ὄχι καλός.
Εἶχε ἑτοιμάσει ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ γράμματα ποὺ θὰ τὰ ἔστελναν μετὰ τὸ θάνατό του σὲ γνωστοὺς καὶ φίλους του. Ἀνάμεσα στοὺς παραλῆπτες ἦταν ὁ πατριάρχης Μόσχας Ἀλέξιος, μητροπολῖτες, ἱερομόναχοι καὶ ἄλλοι. Ἔγραφε λοιπόν:
«Φίλος παπα – Τύχων ἀπέθανε ἡμέρα… (ἄφηνε κενὸ) παρακαλῶ διάβασε μιὰ εὐχή».
Πολλὲς φορὲς τὸν ρωτοῦσαν οἱ νεαροὶ μοναχοὶ τοῦ γειτονικοῦ μοναστηριοῦ.
-Θὰ σοῦ κόψωμε ἐφέτος, παπα – Τύχων, ξύλα γιὰ τὸν χειμῶνα;
-Θὰ κόψετε, ἂν δὲν πεθάνη. Ἂν πεθάνη, δὲν θὰ κόψετε, ἀπαντοῦσε.
Κάποτε τοῦ ἔδωσαν ἕνα κλαδὶ βασιλικὸ γιὰ νὰ μυρίσει. Ἀφοῦ ἀνέπνευσε τὴν εὐωδία του, ἔκανε ποικίλους μορφασμοὺς ποὺ ἔδειχναν τὴν ἱκανοποίησή του ἀπὸ τὸ ἄρωμα καὶ ἀμέσως πρόσθεσε:
-Καλὸ βασιλικὸ αὐτό, μὰ καλύτερο Παράδεισος!
Στὸ τέλος πιὰ τῆς πορείας του ὁ Κύριος τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι ἐπρόκειτο νὰ τὸν παραλάβει. Κάλεσε τότε τον π. Παΐσιο γιὰ νὰ εἶναι κοντά του. Ἐκεῖνος τὸν φρόντιζε μὲ πολλὴ στοργὴ καὶ ἀγάπη.
Σὰν πραγματικό του πατέρα τὸν ἔβλεπε. Ὁ γέροντας ἤθελε νὰ ἐκφράσει τὴν εὐγνωμοσύνη του καὶ ἔλεγε μὲ δάκρυα:
-Γλυκό μου Παΐσιο.
Μιὰ μέρα λέει στὸν ὑποτακτικό του:
-Παπα – Τύχων, ἂν θέλει Θεὸς ζήση μιὰ ἑβδομάδα, δέκα μέρες…
Σὲ λίγες ἡμέρες ὁ π. Παΐσιος μπαίνει μέσα στὸ κελλάκι ποὺ ἦταν ὁ γέροντας, καὶ τὸν εἶδε νὰ ψάχνει νὰ βρεῖ κάποιον. Γύριζε δεξιά, ἀριστερά… Σὲ μιὰ στιγμὴ ρωτᾶ:
-Ποὺ εἶναι Παναγία, ἅγιο Σέργιο, ἅγιο Σεραφείμ;
Πιάνει τὸ ράσο τοῦ ὑποτακτικοῦ καὶ τοῦ λέει:
-Σύ, ἅγιο Σέργιο;
-Ὄχι, γέροντα, ἐγὼ ὁ Παΐσιος εἶμαι.
Ἡσύχασε γιὰ λίγο ὁ ἀσκητής, μὰ ὁ π. Παΐσιος τὸν ρώτησε:
-Γέροντα, τὶ σοῦ εἶπε ἡ Παναγία;
Καὶ ἡ ἀπάντησις ἦταν ἡ ἑξῆς:
-Εἶπε παπα – Τύχωνα περάσει γιορτή της, πάρει!
Καὶ πράγματι, ἀφοῦ πέρασε ἡ ἑορτὴ τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου, 8 Σεπτεμβρίου, σὲ δύο μέρες, στὶς 10-9-1968, ἀφοῦ ἔλαβε τὸ «ἐφόδιον τῆς ἀθανασίας», τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, ἐξέφρασε τὴν εὐχαρίστησή του μὲ προσευχὴ καὶ μὲ λαμπερὸ πρόσωπο, ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ ἀνεπαύθη.

Ἡ νεκρώσιμη ἀκολουθία ἔγινε μὲ πολύ κατάνυξη καὶ τὸ ἐξαγιασμένο σκῆνος ἐτάφη στὸν χῶρο ποὺ εἶχε ἑτοιμάσει ἀπὸ καιρὸ ὁ ἴδιος. Ἐκεῖ στὸ ἁπλὸ μνῆμα ὑπάρχει στημένο τὸ σημάδι τῆς ἐλπίδος καὶ τῆς ἀναστάσεως, ἐπάνω στὸ ὁποῖο εἶναι γραμμένα μὲ τὸ χέρι τοῦ μακαρίου Τύχωνα τὰ ἑξῆς λόγια: «Ἁμαρτωλὸς Τύχων Ἱερομόναχος. 60 χρόνια Ἁγ. Ὅρος. Δόξα σοι ὁ Θεός».
Πράγματι δὲν ὑπάρχει καλύτερη δοξολογία τοῦ Ὑψίστου ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ τὴν τελευτὴ τῶν ἁγίων του!
(“Χαρίσματα καὶ Χαρισματοῦχοι”, Ι. Μονὴ Παρακλήτου, τόμος Β’, σ. 242-244)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου